Όντως Ηγούμενος μέγας πέπτωκεν εν τη ημέρα ταύτη! Ηγού­μενος και όχι ηγεμών. Ηγούμενος και όχι άρχων. Ηγούμενος, αλλά ποτέ εξουσιαστής, καθώς ο άπας χρόνος της ζωής αυτού χαρακτηρί­ζεται από μίαν ασταμάτητον πάλην προς ό,τι νομιζόμενον ως κυρίαρ­χον, κραταιόν, κρατούν, ενεργούν τα της εξουσίας του κόσμου τού­του και συνάμα μεθ’ υψηλού φρο­νήματος παραθεωρούν τα ευαγγελικά προστάγματα και τας χριστοπαραδότους ηθικάς επιταγάς. Ηγούμενος, δηλονότι Πνευματι­κός Ηγέτης, εμφορούμενος υπό της έναντι του Χριστού ευθύνης δια την διαποίμανσιν των λογικών Αυτού προβάτων, αφιστάμενος πά­σης ιδιοτέλειας ή καιροσκοπισμού, ενεργών ως λόγον αποδώσων και ήδη πλέον την καλήν απολογίαν παρέχων ενώπιον του Φοβερού Βήματος του Δικαιοκρίτου Θεού!

Πως άραγε δύναταί τις να εκφέρει τον προσήκοντα εις την περίστασιν λόγον; Και πως άραγε επι­χειρεί τις να προσεγγίση το όντως πρόσωπον και ποτέ προσωπείον μιας εκ των δυναμικωτέρων επισκοπικών μορφών του παριππεύσαντος αιώνος; Αλλά και πως αποπειράται τις να περιθριγκώση μέσα εις τα δέκα λεπτά μιας εκ προοιμί­ου ελλιπούς προσλαλιάς το θυσια­στικόν και αγωνιστικόν, το κοπιώ­δες και εργώδες, το έμπονον και έντονον, αλλά και πολύκαρπον και καλλίκαρπον της ολοκληρωθείσης ήδη επιγείου πορείας του πατρός Αυγουστίνου; Δύνανται μήπως τα εκ του βιογραφικού του χρονικά ορόσημα να μας υποβοηθήσουν εις την σκιαγράφησιν του μεγέ­θους της μορφής του; Εκ προοιμί­ου όχι, δεδομένου ότι η εκδήλωσις μιας ενέργειας ή η πραγμάτωσις ενός γεγονότος εις την ζωήν του ανθρώπου αποτελεί την εξωτερίκευσιν μιας προηγηθείσης εσωτερικής, αδιακριβώτου εν πολλοίς, διεργασίας, συναρτωμένης προς την πνευματικήν προετοιμασίαν και συγκρότησιν, τας αποφάσεις ζωής και κυρίως τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Η επιχειρουμένη χρονολογική αναφορά των κυριωτέρων σημείων της ζωής του κεκοιμημένου Επισκόπου μόνον ως ευλαβική υπόμνησις κάποιων σταθμών δύναται να λογισθή, επαφιεμένης της συστηματικής εξετάσεως και της αναλυτικής ερεύνης εις χείρας των ειδικών.

Ο κατά κόσμον Ανδρέας Καντιώτης του Νικολάου και της Σο­φίας εγεννήθη το 1907 εις Λεύκας Πάρου, όπου και έλαβε την στοι­χειώδη εκπαίδευσιν. Τα εγκύκλια γράμματα διήκουσεν εις το Γυμνάσιον Σύρου ως υπότροφος, από όπου αριστούχος αποφοίτησε το 1925. Η βαθεία πίστις του, την οποίαν παιδιόθεν καλλιεργεί η Κυκλαδίτισσα μητέρα του, τον οδηγεί εις την Θεολογικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου αποφοιτά τον Δεκέμβριον του 1929, λαβών το πτυχίον του μετά βαθμού «Άριστα». Κατόπιν και έως του 1934 διαμένει εις την Ίον των Κυκλάδων, όπου η διδασκάλισσα μητέρα του διδάσκει, ενώ ο ίδιος μελετά και προσεύχεται προετοι­μαζόμενος δια την οδόν, την οποίαν εβάδισεν εις τα επόμενα έτη. Προσκληθείς υπό του αοιδίμου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρ­νανίας κυρού Ιεροθέου μεταβαίνει τα Χριστούγεννα του 1934 εις Μεσολόγγιον, όπου άχρι της χειροτονίας του υπηρετεί ως Γραμματεύς της ως άνω Ιεράς Μητροπόλεως και περιοδεύων λαϊκός Ιεροκήρυξ. Το 1935 κείρεται Μοναχός, λαβών το όνομα, δια του όποιου κατεχωρήθη εις τας Εκκλησιαστικός Δέλτους, εις τας Δέλτους του ουρανού: Αυγουστίνος. Το αυτό έτος δια των χειρών του Αιτωλίας και Ακαρνανίας Ιεροθέου χειροτο­νείται Διάκονος και μετ’ ολίγον διορίζεται Πρωτοσύγκελλος της αυτής Μητροπόλεως. Παρά τον όγκον της εργασίας, πνευματικής, οργανωτικής και διοικητικής, παρά την τεραστίαν ευθύνην, παρά την ακριβή επιτέλεσιν των καθηκόντων αυτού, ο Διάκονος Αυγουστίνος Καντιώτης το 1940 θέλγεται υπό του πνεύματος του μετώπου, και δια τηλεγραφήματος δηλοί ότι τί­θεται εις την διάθεσιν της Πατρίδος, έφ’ όσον κριθή κατάλληλος να υπηρετήση εις τον μαχόμενον στρατόν. Αντιδρών ο Μητροπολί­της Αιτωλίας και Ακαρνανίας κύ­ρος Ιερόθεος, δι’ ιδιοχείρου σημει­ώματος προς την Ιεράν Σύνοδον, δηλοί, ότι λόγω επιστρατεύσεως των λαϊκών υπαλλήλων μόνος εναπομείνας εις τα γραφεία της Μητροπόλεώς του ήτο ο Πρωτοσύγ­κελλος Αυγουστίνος Καντιώτης, όστις ως Διάκονος δεν ηδύνατο να επιτελέση Μυστήρια και επομένως θα ήτο περιττός εις το στράτευμα.

Τον Αύγουστον του 1941 μετατί­θεται εις την Ιεράν Μητρόπολιν Ιωαννίνων και συνδέεται μετά του εκεί Μητροπολίτου Σπυρίδωνος, του μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πόσης Ελλάδος, όστις αργότερον ως Αρχιεπίσκοπος θα μεριμνήση δια την εν Αθήναις ως Ιεροκήρυκος τοποθέτησιν του πατρός Αυγουστίνου. Αποκαλύπτων δι’ άλλην μίαν φοράν το άφοβον ή και παράτολμον του χαρακτήρος του, εν επισήμω ημέρα, χοροστατούντος του Ιωαννίνων Σπυρίδω­νος και παρούσης ιταλικής στρα­τιωτικής αντιπροσωπείας των αρχών κατοχής, εκφωνεί πύρινον υπέρ της σκλαβωμένης Πατρίδος λόγον. Oι Ιταλοί εκδίδουν πάραυτα ένταλμα συλλήψεώς του, ο δε Ιωαννίνων Σπυρίδων, προκειμένου να τον προστατεύση, ενεργεί τα δέ­οντα παρά τη Ιερά Συνόδω και ο πατήρ Αυγουστίνος αποσπάται ως Ιεροκήρυξ παρά τη Ιερά Μητροπόλει Εδέσσης και Πέλλης. Μόλις αφικνείται εις τα Γιαννιτσά πληρο­φορείται, ότι οι Ιταλοί μη ευρόντες τον ίδιον συνέλαβον την υπερήλικα μητέρα του, την οποίαν όμως εν τη απουσία του ανέλαβε να προσ­τατεύση και πάλιν ο Ιωαννίνων Σπυρίδων. Εκεί εις τα Γιαννιτσά το 1942 ο αοίδιμος Μητροπολίτης Εδέσσης και Πέλλης κύρος Παντελεήμων τον χειροτονεί εις Πρεσβύτερον και τον χειροθετεί Αρχι­μανδρίτην.

Ο Ιεροδιάκονος Αυγουστίνος διακρίνεται δεξιά του Μητροπολίτου Ιεροθέου (καθιστός). Στη μεσαία σειρά όρθιος, πρώτος από αριστερά, διακρίνεται και ο πατήρ του Σεβ. Μη­τροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμά Ιερεύς Ευστράτιος Παπαχρήστος.

Ως Αρχιμανδρίτης πλέον ο π. Αυγουστίνος περιοδεύει τας Μη­τροπόλεις της Μακεδονίας άλλοτε αποσπώμενος, άλλοτε μετατιθέμε­νος εις αυτάς, εξ αιτίας πάντοτε του ελεγκτικού κηρύγματος του. Τοιουτοτρόπως αποσπάται εις την Ιεράν Μητρόπολιν Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων, όπου όμως δεν κατέστη δυνατόν να μεταβή, εις την Θεσσαλονίκην, κατόπιν εις την Ιεράν Μητρόπολιν Κασσανδρείας, και τέλος εις την Ιεράν Μητρόπολιν Σερβιών και Κοζάνης, όπου πραγματοποιεί εν μεγαλειώ­δες έργον εις τον τομέα της φιλαν­θρωπίας με μόνον εφόδιον το ψυχεγερτικόν κήρυγμα και θαυμα­στόν αποτέλεσμα την λειτουργίαν συσσιτίου εν μέση κατοχή, το οποίον εις το απώγειον της προσ­πάθειας προσέφερεν εις την πόλιν της Κοζάνης οκτώ χιλιάδες (8.000) μερίδες σπιτικού φαγητού ημερησίως! Τον Μάρτιον του 1944 προτείνεται η απόσπασίς του δια την Ιεράν Μητρόπολιν Σισανίου και Σιατίστης, ενώ μετά την απελευθέρωσιν μετατίθεται εις την Ιεράν Μητρόπολιν Γρεβενών. Την 1-7-1947 εν τω μέσω του αδελφοκτόνου πολέμου κατατάσσεται ως στρατιωτικός Ιεροκήρυξ και τοπο­θετείται εις την XV Μεραρχίαν Κο­ζάνης, όπου υπηρετεί με τον βαθ­μόν του Λοχαγού έως την 23-8­-1950, οπότε και απολύεται. Αμέ­σως του προτείνεται η κενή θέσις Ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεως Καρυστίας και Σκύρου, την οποίαν αποδέχεται από 29-8-1950.

Εν χαρακτηριστικόν περιστατι­κόν, το οποίον αποδεικνύει τον υπεράνω διακρίσεων χριστοκεντρικόν τρόπον του σκέπτεσθαι του π. Αυγουστίνου εσημειώθη εν Κο­ζάνη. Τον καλεί ο Γερμανός φρού­ραρχος και τον επιπλήττει, διότι μεταξύ των υπ’ αυτού σιτιζομένων είναι και κατά τον Γερμανόν «πεν­τακόσια παιδιά κομμουνιστών». Η απάντησις του αοιδίμου αυθόρμητος και αποστομωτική: «Κύριε Διοικητά, επάνω εις το βουνό είναι μία βρύση. Από το νεράκι της πίνουν και το πρόβατο και ο λύκος, και το σπουργίτι και το γεράκι. Δεν είναι δουλειά της βρύσης να ελέγχει ποιος πίνει από το νερό της. Δου­λειά της βρύσης είναι μόνο να βγάζη νερό». Έκτοτε συχνάκις γερμανικοί περίπολοι έσπευδαν να τον αναζητήσουν με εντολήν και σκοπόν να τον φονεύσουν. Πάν­τοτε όμως, φρουρούμενος υπό της Θείας Προνοίας και των προσευ­χών του λαού του Θεού, εφυλάττετο αβλαβής. Αυτό εις απάντησιν των όσων αργότερον έσπευσαν να τον εκμεταλλευθούν ή να τον χα­ρακτηρίσουν επιδιώκοντες ίδια, κοσμικά οφέλη. Ωσαύτως, δια την ανωτέρω δράσιν του η Ιερά Σύν­οδος της Εκκλησίας της Ελλάδος του απένειμε το Παράσημον του Αποστόλου Παύλου εις ειδικήν τε­λετήν εις την εν Αθήναις αίθουσαν του Πολεμικού Μουσείου.

Το σημαντικώτερον όμως γε­γονός της ζωής του φαίνεται ότι ήτο η εν Αθήναις ως Ιεροκήρυκος τοποθέτησίς του. Μερίμνη του προστάτου του, Αρχιεπισκόπου πλέον Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδωνος, ο Αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος Καντιώτης το 1951 κα­λείται κατ’ αρχήν και εν συνεχεία διορίζεται Ιεροκήρυξ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Επί πλέ­ον δε, του παραχωρείται ο Ιερός Ναός Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Ομονοίας, όπου πραγμα­τοποιεί επί έτη σειράν εσπερινών ομιλιών κατά τας Κυριακάς και όπου συγκεντρώνει δυσαρίθμητα πλήθη λαού. Είναι η περίοδος κατά την οποίαν από πολλούς ηγαπήθη και από μερικούς εμισήθη. Ταυτοχρόνως απεκδύεται και εις το οργανωτικόν έργον δια της Ιερα­ποστολικής Αδελφότητος «Ο Σταυρός», της οποίας ο μεταστάς υπήρξεν ιδρυτής και επί πολλά έτη Προϊστάμενος. Δια των εκδόσεων της ως άνω Αδελφότητος ο πύρι­νος λόγος του Αρχιμανδρίτου Αυγουστίνου Καντιώτου αποτυπούται εις πλήθος βιβλίων, φυλλαδίων, αλλά και περιοδικών, ως το ομώνυ­μον όργανον της Αδελφότητος η «Χριστιανική Σπίθα», ή «Σάλπιγξ Ορθοδοξίας» κλπ.

Κατά τα έτη αυτά σημαντική ήτο η εμπειρία εκ της ασθενείας του το 1964. Τότε εισαχθείς εις το Νοσοκομείον «Ευαγγελισμός» δι’ εγχείρησιν υφίσταται μόλυνσιν και φθά­νει εν βήμα προ του θανάτου. Οι θεράποντες ιατροί είναι τόσον βέ­βαιοι δια τον επερχόμενον θάνα­τον, ώστε προσδιορίζουν ακόμη και την ώραν. Την ιδίαν εκείνην ώραν θαυμαστώς άρχεται η βελτίωσις της υγείας του π. Αυγουστίνου και μετά από εξήκοντα ημερών νοση­λείαν εξέρχεται του νοσοκομείου προβληματισμένος δια το τι αποζητεί απ’ αυτόν ο Θεός και του επέτρεψε να ζήση.

Με παιδιά του ορφανοτροφείου

Το 1967, κατά την ιδικήν του έκφρασιν, ανέτειλε ο ήλιος από την δύσιν, και ο πεπαρρησιασμένος Ιεροκήρυξ εκλέγεται και την 25-6­-1967 εις τον Ιερόν Ναόν Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Ομονοίας χειροτονείται Επίσκοπος δια την Μητρόπολιν Φλωρίνης, όπου ενθρονίζεται μέσα εις κλίμα ενθουσιασμού. Θα ήτο μάλλον παρά­δοξον να αναμένετε από εμέ, ερχόμενον εξ’ Αθηνών, να περιγράφω εις Υμάς, κυρίως τους κατοίκους της Φλωρίνης, το τι έπραξεν εν Φλωρίνη ο Μητροπολίτης της Αυγουστίνος Καντιώτης, το τι ενήργησε, το πως επολιτεύθη! Επιπλέ­ον τούτο θα ήτο και περιττόν, καθώς ο αοίδιμος Μητροπολίτης εξέδιδεν ανά τετραετίαν απολογισμόν των πεπραγμένων του, λογο­δοτών ούτως ενώπιον ανθρώπων, έτοιμος ων εις απολογίαν παντί τω αιτούντι. Επιτρέψατέ μου όμως να αναφέρω στοιχειά τινά εκ του αρχείου της Ιεράς Συνόδου, τα οποία ως άλλαι ψηφίδες συμπληρώνουν την γνώσιν μας περί του προσώπου του μεταστάντος. Πολλοί εθεώρουν, και ουχί αδίκως, τον Αυγουστίνον Καντιώτην μέτοχον της θύ­ραθεν και της εκκλησιαστικής παι­δείας. Η βαθεία του μόρφωσις αποδεικνύεται εξ άλλου και εκ των τίτλων των ογδοήκοντα δύο (82) εκδεδομένων βιβλίων του. Και ό­μως, ο βαθύς γνώστης πολλών πραγμάτων δεν εδίσταζε να υποβάλλει αναφοράς εις την Ιεράν Σύνοδον προκειμένου να ερωτήση περί του τρόπου ενεργείας του εις πλείστας περιπτώσεις. Εις το αρχείον της Επιτροπής Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων σώ­ζονται είκοσι εξ (26) ερωτήματά του, εκ των οποίων τα δώδεκα (12) μόνον τυπικά, τα δε δεκατέσσαρα (14) ουσιαστικά, κυρίως σχέσιν έχοντα μετά της διευθετήσεως νο­μοκανονικών προβλημάτων εκ της βαπτίσεως ενηλίκων…

…Η ως Μητροπολίτου πορεία του ωλοκληρώθη τον Αύγουστον του 2000, οπότε και υπέβαλε την παραίτησίν του εις την Ιεράν Σύν­οδον, αναγνωρίζων την εκ του γή­ρατος αδυναμίαν, αλλά και προκει­μένου άλλαι χείρες, έμπλεοι δυνάμεως, να αντικαταστήσουν τας ιδικάς του γεροντικάς και απισχνασμένας εις την πηδαλιουχίαν της Ιεράς Μητροπόλεως ταύτης. Έκτοτε ο προ μικρού μεταστάς έζησεν εν τη μοναστική ησυχία την νήψιν και την προσευχήν, εις εν εκ των δημιουργημάτων του, την Ιεράν Μονήν Αγίου Αυγουστίνου, Επισκόπου Ιππώνος, προετοιμαζό­μενος δια την φοβερόν ταύτην ώραν του θανάτου.

Με τους συνεργάτες του πρώτος από αριστερά διακρίνεται ο κ. Νικόλαος Σωτηρόπουλος

Έχομεν την αίσθησιν, ότι εκουράσαμεν, χωρίς να κατορθώσωμεν έστω να πλησιάσωμεν το μέγεθος του προσώπου και της προσφοράς του αοιδίμου Μητροπολίτου Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας κυρού Αυγουστίνου Καντιώτου. Και τούτο διότι, εάν τα χρονολογικά ορόσημα του βίου του οριοθετούν μίαν πορείαν, εάν οι αριθμοί (των μερίδων του συσσιτίου, των μα­θητών των κατηχητικών σχολείων, των ακροατών των κηρυγμάτων του, των περιοδειών του, των εξομολογουμένων εις αυτόν κ.λπ.) αποτελούν μίαν ένδειξιν του κό­που και της ευλογίας, ειπέτε μου, παρακαλώ, πως δύναται να κατα­γραφή η συντριβή της μετανοούσης καρδίας και της ψυχής όσων έκαμπτον τον αυχένα υπό το επιτραχήλιον του Πνευματικού Αυγουστίνου Καντιώτου, ή πάλιν εις ποιαν στατιστικήν δύναται να καταχωρηθή η ψυχεγερτική διεργα­σία εις τους ακροατάς των κηρυ­γμάτων του Ιεροκήρυκος Αυγουστίνου Καντιώτου, και τέλος ποιος έχει την ικανότητα να σημειώση τους αλαλήτους στεναγμούς της υπέρ της Εκκλησίας και του Ποι­μνίου του αγωνίας του Μητροπολί­του Αυγουστίνου Καντιώτου; Δια τούτο και είναι δύσκολον να κρίνωμεν τον οιονδήποτε, μάλιστα δε τον Κληρικόν, και δη τον Επίσκο­πον. Δια τούτο και επαφιέμεθα εις την δικαίαν κρίσιν του Αγωνοθέ­του Χριστού, χαίροντες διότι τελικώς θα μας κρίνη ο Παντογνώ­στης Θεός και όχι οι άνθρωποι.

Ό Επίσκοπος Αυγουστίνος κατά την χειροτονίαν του

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΘΙΜΟΥ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΥ

Σεβασμιώτατε άγιε Εδέσσης.

Εξοχότατοι και ευλαβέστατοι αγαπητοί αδελφοί και αδελφές της σημερινής αυτής ιεράς συνάξεως, με την οποίαν συνοδεύομεν εις την τελευταίαν επί γης κατοικίαν τον αοίδιμον μητροπολίτην της πόλεως και της περιοχής αυτής, της Φλωρίνης, ο οποίος, καθώς φεύγει, όπως είπαν και οι προηγούμενοι ομιληταί, εκ της παρούσης ζωής, αφήνει πίσω του μίαν μεγάλην δύναμιν πνευματικήν δια την παρουσίαν και την δυνατότητα των εργατών της Εκκλησίας, όταν με τέτοιο ήθος, με τέτοια δύναμι, με τέτοια ανιδιοτέλεια, με τόσον θάρρος, με τόσην υπομονήν, με τόσην καρτερίαν, και τόσην αντίστασιν εις το κακόν ενεργούν, οπότε φέρουν αποτέλεσμα εγκρινόμενο μέσα εις την συνείδησιν του ποιμαινομένου λαού μας. Εγώ δεν έχω προετοιμάσει τί­ποτε ειδικώς και δεν θα σάς κουρά­σω καθόλου, αλλά θα σάς πω μόνο, συμπληρώνοντας, ή μάλλον όχι συμπληρώνοντας, αλλά παραλλήλως λέγοντας με όσα ελέχθησαν δύο περιστατικά.

Παιδιά φροντίζουν τον τάφον του Γέροντος

Το πρώτον είνε ότι, όταν ήσαν οι Γερμανοί εις την Αθήνα και πρωτοσύγκελλος εις την Αρχιεπισκοπή Αθηνών ήτο ο μετά ταύτα Μητρο­πολίτης Ναυπακτίας Χριστοφόρος, επήγε στρατιωτικός διοικητής και του είπε: «Ξέρετε στο χώρο ιδιαίτε­ρα της Βορείου Ελλάδος ο κληρι­κός σας Αυγουστίνος Καντιώτης ενεργεί και δρα εις βάρος των αρχών κατοχής και η απόφασις των αρχών, που πρόκειται να εκδοθή, είνε να καταδικασθή εις θάνατον». Ο μέγας πρωτοσύγκελλος, όπως ελέγετο τότε, Χριστοφόρος, καθώς γράφει ο ίδιος, εξήγησε, αφού χρησιμοποίησε και σε δεύτερη συνάντησι διερμηνέα, ποιος είνε ο άνδρας αυτός και ότι δεν μπορεί να είνε κίνδυνος για την ειρήνη, αλλά είνε απλώς παρηγοριά και ελπίδα για τον λαόν, που έχει δεχθή την κατάστασι της ήττας του από την χώρα σας. Τότε λέγει εκείνος: «Θα του δώσουμε ένα περιθώριο, αλλά πρέπει να τον ενημερώσετε, ότι, εάν επαναλάβη την ίδια δράσι, θα εκτελεσθή». Ο πρωτοσύγκελλος, εν γνώσει και του Αρχιεπισκόπου, ενημερώνει τον τότε νεαρόν ιερο­κήρυκα και του λέει τι πρόκειται να συμβή. Και ο πατήρ Αυγουστίνος του απαντά (είνε δημοσιευμένο το γράμμα) και του λέει με δυο απλά λόγια: «Εγώ τη ζωή μου την έχω για το Χριστό, για την Εκκλησία και για το λαό μας. Εάν για τα όσα θα προσ­παθήσω να κάνω, και προσπαθώ να κάνω για να παρηγορήσω το λαό μας υποστώ μια τέτοια καταδίκη, θα την δεχθώ ευχαρίστως, θα πάω συντομώτερα εις τον Θεόν, και νο­μίζω, ότι έτσι θα υπηρετήσω και μ’ αυτό τον τρόπο τον λαόν μας, για να πάρη δύναμι και αντοχή και καρ­τερία στις ώρες της κατοχής»! Είνε από Θεού το γεγονός, ότι τα πράγματα έγιναν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη εκτελεσθή αυτή η εντολή.

Το δεύτερον, που είπε ο πανοσιολογιώτατος αρχιμανδρίτης, είνε τούτο: Κατά την περίοδο ’47 με ’50 κατά τον λεγόμενον εμφύ­λιον πόλεμον, τον οποίον ημείς ως παιδιά τότε ζήσαμε παρά πολύ φρικτά, η προσφορά του εις τον στρα­τό ήταν μία προσφορά, την οποίαν δεν μπόρεσε να επαναλάβη κανείς πλέον στρατιωτικός ιερεύς, κανείς. Και ήταν αι αποφάσεις και τα εύγε της ηγεσίας των ενόπλων δυνάμε­ων συνεχή, από την κορυφή μέχρι των αμέσων προϊσταμένων του, για όλα όσα προσέφερε,— που; Σε όλον τον χώρο, ιδιαίτερα της Μακε­δονίας. Διότι όλο το μεγάλο αυτό κακό του εμφυλίου πολέμου, που εγίνετο τότε στην Ελλάδα και επεξετάθη και έφθασε και μέχρι την Πελοπόννησο, εις τον Βορειο­ελλαδικό χώρο δη και εις την Μακε­δονία εγίνετο με σκοπό την αρπαγή της Μακεδονίας και την έξοδο του υπό κατασκευήν κράτους εις τον Αιγαίον, για να μπορέση να γίνη εις βάρος της Ελλάδος το Αιγαιακόν κράτος. Αυτήν την προσφορά ο π. Αυγουστίνος την κράτησε σ’ όλη του την ζωή. Υπηρέτησε όλα του τα χρόνια σχεδόν εις την Μακεδο­νία. Προσέφερε τα πάντα. Εάν θέλετε να δήτε την αγάπη του διά­σπαρτη σε κείμενα, έχει εκδώσει ένα βιβλίο του το 1988 με την επωνυμία «Η Μακεδονία μας». Ήταν κάτι που τον συγκλόνιζε, τον συγκινούσε, του δημιουργούσε αισθήμα­τα ευθύνης. Εκείνοι οι άμεσοι συνεργάται του, ιδίως τα χρόνια της διακονίας του εδώ την Ιεράν Μητρόπολιν Φλωρίνης, που υπήρξαν ξέρουν τι ακριβώς αισθανόταν, τι σκεπτόταν, τι εγνώριζε, τι προσπα­θούσε να κάνη. Γι’ αυτό νομίζω, ότι σημέρα, στην ώρα αυτή εδώ της εκδημίας και της προσευχής, τουλάχιστον έτσι απλά πρέπει να του αναγνωρίσωμε αυτή την προ­σφορά, γιατί η προσφορά παντός Έλληνος πολίτου, όποιο υπούργημα και όποια αποστολή και εάν εκτελή, η προσφορά στην Πατρίδα είνε αυτό, που είπε ο αρχαίος ποιη­τής: «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί Πάτρης». Τούτο δεν το ακύρωσε ποτέ κανείς μέσα εις την ιστορία. Γι’ αυτό λοιπόν είμαι βέ­βαιος, ότι η ιστορία θα καταγράψη αυτήν του την προσφορά, τη θυσία του στο χώρο της Μακεδονίας, το φρόνημά του, τα όσα εκείνος έχει καταγράψει και έχει μεταφέρει στις ψυχές των ανθρώπων σε μια εποχή σαν αυτή, που αν σάς έλεγα, το είπα χθες δημοσία, και διαβάζαμε τις 60 σελίδες των αντιτιθεμένων ή των επιχειρούντων την άλωσι της Μακεδονίας, τώρα, έστω θεωρητι­κά, 60 σελίδες στο διαδίκτυο, νομίζω, ότι την ίδια στιγμή θα ήσασταν εις θέσιν να πάτε και εμπόλεμοι για να υπερασπιστείτε, να πάμε όλοι για την Μακεδονία μας και για όλη την Πατρίδα μας. Διότι, όπως έχουμε πει, και χαίρεται η ψυχή του τώρα, είμαι βέβαιος, ότι Μακεδονία ίσον Ελλάδα, Ελλάδα ίσον Μακεδονία. Άγιε Γέροντα, να αναπαύεται η ψυ­χή σου, να παρακαλής τον Θεόν εκεί που θα βρεθής για όλους εμάς, να μας καταξιώνη ο Θεός για να μπορούμε να ανταποκρινώμεθα στις μεγάλες μας ευθύνες απέναντι του Θεού και απέναντι του λαού μας. Σε παρακαλούμε, άγιε Γέρον­τα, να προσεύχεσαι για την ειρήνη σ’ όλο τον κόσμο, αλλά ιδιαίτερα στην περιοχή μας, για την ασφάλεια της Πατρίδος μας, και ιδιαίτε­ρα για την ακεραιότητα της Ελλά­δος, της οποίας μέρος είναι η Μα­κεδονία, που είναι εδώ και 3000 χρόνια ελληνικός τόπος ιερός, γε­μάτος από τα αίματα και τις θυσίες των ηρώων Ελλήνων. Μέσα από την ψυχή μας σε ευχαριστούμε για όσα έκανες για την Εκκλησία μας, για την Πατρίδα μας, και ιδιαιτέρως για τη Μακεδονία. Και νομίζω, ότι το είπε ήδη ο λαός μέσα του το «ευχαριστούμε». Και ας αναφωνήσωμε ένα δυνατό: Καλό ταξίδι, και, Ζήτω η Μακεδονία! Ζήτω η Ελλάδα μας! Ζήτω η Πατρίδα μας!

Ο Σπάρτης Ευστάθιος για τον π. Αυγουστίνο

Τι με έκανε να φτάσω μέχρις εδώ; Η ευγνωμοσύνη μου. Και το λέω αυτό με όλη τη δύναμι της ψυχής μου. Ζούμε σε μια εποχή που υπάρχει έλλειμμα ευγνωμοσύνης.

Ο Γέροντας μας εδίδαξε την ακλόνητη πίστι. Μας εδίδαξε το ή­θος, την αγνότητα, την καθαρότη­τα του σώματος και της ψυχής. Διό­τι ήταν υπεράνω υποψίας ο Γέρον­τας. Και αντέγραφε την καθαρή ζωή των αγγέλων, έστω και αν αυτός σάρκα φορούσε και τον κό­σμον οικούσε. Και τότε, που ήμεθα φοιτηταί, τον κοιτάζαμε κατάματα, και θαυμάζαμε και αυτήν την αρετή. Και αυτή η αρετή της αγνότητάς του και της καθαρότητάς του ήταν αυτή, που εβάραινε σε πολύ δύσκολες στιγμές, που πέρασε η Ελλαδική Εκκλησία.

Πιστεύω, ότι ο Γέροντας δεν ήταν άνθρωπος ΑΚΡΟΤΗΤΩΝ. Αυτά, που έλεγε, είνε λόγος Ευαγγελικός. Εμείς δεν μπορούμε να κηρύξουμε άλλο Ευαγγέλιο εκτός απ’ αυτό, που μας παρέδωσαν οι άγιοι Απόστολοί. Επομένως πρέ­πει να λέμε το ναι ναι και το ου ου. Εάν κάνουμε συμβιβασμούς ή έχουμε την εσφαλμένη αντίληψη να τα βολέψουμε τα πράγματα ή να συμβιβάσουμε τα διεστώτα, εγώ πι­στεύω, ότι ζημιά κάνουμε και στην υπόθεση της Εκκλησίας. Όλοι οι άνθρωποι, αν ήξεραν από την αρχή ποιο είναι το Ευαγγέλιο και πως πρέπει ατόφιο να το δεχθούμε, και ατόφιο να το πιστέψουμε, και μέχρι λεπτομερειών να το εφαρμόσουμε, δεν θα είχαμε όλα αυτά τα παρα­τράγουδα, τα οποία πιστεύω, ότι προήλθαν από την μεγάλη επιείκεια και από την υποχωρητικότητα και ενδοτικότητα, την οποία δεί­χνουμε.

Ο Γέροντας δεν ήταν ΣΚΛΗΡΟΣ.

Πάτρα 4 Μαρτίου 1954. Ερχόμενος στην Πάτρα να άγωνισθή κατά του Καρναβάλου συλλαμβάνεται από την Ασφάλεια.

Απεναντίας ήταν πολύ-πολύ αγαθός στην ψυχή, πολύ καλοσυ­νάτος, γελούσε εύκολα, έκλαιγε εύκολα, ήταν ένα μεγάλο παιδί.

Επομένως αυτοί, που τον έλε­γαν πολύ ΣΚΛΗΡΟ και ΑΚΡΑΙΟ, ήταν αυτοί, που δεν τον γνώρισαν. Ή θα άκουγαν κάποιους τοποθετη­μένους εχθρικά απέναντι της Εκκλησίας.

Για μας ο Γέροντας ήταν το ΙΝ­ΔΑΛΜΑ. Ήταν η εικόνα του καλού ποιμένος με ένα λόγο. Ο π. Αυγουστίνος δεν ζούσε για τον εαυτό του, ζούσε για την Εκκλησία και τον πονούσε ό,τι ζημίωνε την υπόθεση της Εκκλησίας. Γι’ αυτό πήρε αυτή τη θέσι και δεν μπορούσε να γίνη αλλιώς. Και ο Χριστός μας πήρε βούρδουλα επανειλημμένως και ανέτρεψε και τα τραπέζια στο ναό του Σολομώντος, διότι θιγόταν η ιερότης του χώρου. Έχουμε λοιπόν το παράδειγμα αγιογραφικά θεμελιωμένο και δεν θα μπορούσε εκείνος να ζήση και να ενεργήση διαφορετικά.

Σαν διδάσκαλος χρησιμοποιούσε και την επιείκειά του και την αυστηρότητά του. Πιστεύω, ότι τον π. Αυγουστίνο ο Θεός τον έδωσε ως δώρο και στην μητρόπολι αυτή και σε όλη την Ορθοδοξία. Γι’ αυτό και τον άφησε να ζήση 104 χρόνια. Ο Θεός έδωσε αυτήν την εκκλησιαστική προσωπικότητα ως δώρο εις τον λαό του. Να τον παρακαλούμε να προσεύχεται για όλους μας εκεί κοντά στον θρόνο του Θε­ού, που από τώρα και στο εξής θα βρίσκεται.

Ο κ. Ν. Σωτηρόπουλος για τον π. Αυγουστίνο

Σε ηλικία 104 ετών αναχώρησε για την αιωνιότητα ο π. Αυγουστίνος Καντιώτης, πρώην Μητροπολίτης Φλωρίνης. Πρόσωπο καταπλημμυρι­σμένο από τη χάρι του Θεού. Ανα­φέρουμε μερικά μόνο από τα πολλά και μεγάλα προσόντα του.

Συναρπαστικός Ιεροκήρυξ, ο συναρπαστικώτερος όλων των ιερο­κηρύκων των ημερών μας. Μιλούσε από την καρδιά του, που περιέκλειε Χριστό και Ελλάδα, και συγκινούσε και συγκλόνιζε τις καρδιές των ακροατών του και των αναγνωστών του.

Είχε ζήλο για το Θεό και την Εκ­κλησία του Θεού, ζήλο που υπενθύμιζε τον ζήλο Ηλιού του προφήτου. Ζηλών εζήλωκε Κυρίω Παντοκράτορι.

Είχε πάρα πολύ δυνατή θέλησι. Κοπιούσε και μοχθούσε υπερανθρώπως, θα λέγαμε. Ήταν αγωνιστής πρώτης τάξεως. Ελεγκτής των ισχυρών του κόσμου. Ασυμβίβαστος σε θέματα αρχών. Ούτε μία φορά δεν συμβιβάστηκε με τον κόσμο και με τους ισχυρούς του κόσμου. Ούτε μία ημέρα δεν έζησε με σκοπιμότητα, αλλά πάντο­τε με ανώτερο σκοπό.

Ατρόμητος απέναντι Ιταλών, Γερμανών, ανταρτών, Επισκόπων, Αρχιεπισκόπων, Πατριαρχών, Συν­όδων, βασιλέων, δικτατόρων, κακο­ποιών στοιχείων. Πολλές φορές έπαιξε τη ζωή του, κατά το κοινώς λεγόμενο, κορώνα-γράμματα. Και επειδή ήταν αγνός αγωνιστής, ο Θεός πάντοτε τον προστάτευε και του χάρισε μακρότητα ημερών.

Ως Επίσκοπος δημιούργησε υποδειγματική Μητρόπολη και κα­τέστησε την μικρή ακριτική πόλι Φλώρινα γνωστή πανορθοδόξως. Ανεδείχθη ο καλύτερος Επίσκοπος των ημερών μας. Τώρα που απήλθε απ’ αυτό τον κόσμο και δεν θα προσκρούσωμε πλέον στη μετριο­φροσύνη του, λέγουμε με μία λέξι, ότι ο Αυγουστίνος υπήρξε άγιος. Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Χριστό­δουλος, όταν ήταν Μητροπολίτης Δημητριάδος, είπε στον υποφαινόμενο: «Εμείς οι άλλοι Επίσκοποι, όταν πεθάνωμε, θα σβήσωμε. Αλλ’ ο Γέροντάς σου Αυγουστίνος θ’ ανακηρυχθή άγιος».

Βεβαίως, λέγουμε εμείς, και άλλοι Επίσκοποι είνε ενάρετοι και άγιοι. Αλλ’ ο Επίσκοπος Αυγουστίνος υπέρκειται όλων, είνε ο με­γαλύτερος Επίσκοπος των ημερών μας, πρώτος στη συνείδησι των πι­στών ανά την οικουμένη, σύγχρο­νος Πατήρ της Εκκλησίας.

O αείμνηστος Αρχιμανδρίτης Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος συνέταξε ύμνον δια το Ιωβηλαίον (50 έτη Ιερωσύνης) του π. Αυγουστίνου. Ο ύμνος δεν εδημοσιεύθη άλλοτε, αλλά δημοσιεύεται τώρα, οπότε και ο συντάκτης του ύμνου και ο εξυμνούμε­νος ευρίσκονται εις την αιωνιότητα και η δημοσίευσις του ύμνου δεν προσκρούει εις την μετριοφροσύνην των.

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΩ ΕΠΙΣΚΟΠΩ ΑΡΧΙΘΥΤΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΦΛΩΡΙΝΑΝ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΕΠΙ ΤΩ ΕΥΦΡΟΣΥΝΩ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΑΥΤΟΥ ΙΩΒΗΛΑΙΩ

(Δεν ψάλλεται κατά το «Χαίροις ασκητικών αληθώς»)

Χαίροις η ιερά κεφαλή, της Ορθοδόξου Εκκλησίας το σέμνωμα, αστήρ σελαγίζων και καταυγάζων ψυχάς.

Φρουρός ο ακοίμητος Ποίμνης Χριστού της αγίας και των πιστών τροφοδότης αέναος.

Κηρύκων ο πρύτανις, Επισκόπων ευπρέπεια, λύκων, Θηρών τε άγριων ελατήρ ισχυρότατος.

Φύλαξ ο δυσμαχώτατος, πατρώων θεσμών τε και ιερών παραδόσεων.

Χαίροις, πολυπαθέστατε, εν διωγμοίς καρτερήσας, πολυποικίλοις τε θλίψεσι.

Βλεφάροις ουκ έδωκας νυσταγμόν ουδεπώποτε και τοις κροτάφοις ελαχίστην ανάπαυσιν, κόποις πολλοίς τε και μόχθοις βίον ανύσας σον άπαντα. Κινδύνους ηγάπησας, εν παρρησία ηρίστευσας, την δε ψυχήν σου τιμίαν ουκ ελογίσω παντάπασιν.

Ει δε μικρόν που ή μέγα ηστόχησας ή σφάλμα τι πέπραχας, ουδένα λανθάνει ότι ταύτα τη ανθρωπίνη φύσει συνέπονται.

Και νυν, ω θεσπέσιε, ανδρίζου και ίσχυε και αιωνόβιος γίνου εις Εκκλησίας ωφέλειαν.

Διδότω σοι ο Φιλάνθρωπος αλκήν έως τέλους σου, διακονίαν πληρούν σε, ην εκ χειρών Αυτού είληφας– ώστ’ εν ημέρα μεγάλη λαβείν σε το στέφος, ο επηγγείλατο.

+ Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος ο ευτελής πρεσβύτερος

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.