Γράφει ο Ενορίτης- Ομοθυμαδόν

Ο Οικουµενισµος, ως θεολογική έννοια, ως οργανωµένο κοινωνικό κίνηµα και ως θρησκευτική πράξη, είναι και αποτελεί την μεγαλύτερη αίρεση των αιώνων και τήν περιεκτικότερη παναίρεση είναι αίρεση αιρέσεων και παναίρεση παναιρέσεων· είναι η αμνήστευση όλων των αιρέσεων, πραγματικά και αληθινά παναίρεση·

είναι ο πλέον ύπουλος αντίπαλος των κατά τόπους ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως και ο περισσότερο επικίνδυνος εχθρός της εν Χριστώ σωτηρίας του ανθρώπου, εφ᾿ όσον μέσα στο συγκρητιστικό του πλαίσιο αδυνατούν να υπάρξουν με αδιάσπαστη σωτηριολογική ενότητα η εν Χριστώ Αλήθεια και Ζωή.

Ο Οικουμενισμός προέρχεται από τον προτεσταντικό κόσμο και εμφανίσθηκε κατά τον 19ο αι. Καλλιεργεί την σχετικοποίηση της εν Χριστώ Αληθείας, Ζωής και Σωτηρίας, και (έτσι)αρνείται κατ᾿ ουσίαν την καθολικότητα και μοναδικότητα της Εκκλησίας, εφ᾿ όσον στην βάση του ευρίσκεται (αφ᾿ ενός μεν) η πλανεμένη θεωρία περί «Αοράτου Εκκλησίας» με ασαφή όρια, μέλη της οποίας δήθεν είναι δυνατόν να ανήκουν σε διάφορες «Ομολογίες», (αφ᾿ ετέρου δε) η παραλλαγή της, δηλαδή η λεγομένη «Θεωρία των Κλάδων», κατά την οποία οι διάφορες χριστιανικές «Ομολογίες» είναι δήθεν κλάδοι του ίδιου δένδρου της Εκκλησίας, και κάθε κλάδος κατέχει μέρος της Αληθείας και έτσι (όλοι οι κλάδοι μαζί) απαρτίζουν δήθεν το όλον της Εκκλησίας.

Παρά την ποικιλία των θεωριών, τις οποίες παρήγαγε ο Οικουμενισμός, ο βασικός στόχος του είναι η καλλιέργεια μιάς συγκρητιστικής συνυπάρξεως και συνεργασίας, αλλά και περαιτέρω μιάς συγχωνεύσεως αρχικά όλων των χριστιανικών κοινοτήτων (διαχριστιανικός Οικουμενισμός), και στη συνέχεια όλων των θρησκειών (διαθρησκειακός Οικουμενισμός), δηλαδή η καλλιέργεια μιάς αντι-ευαγγελικής διαδικασίας, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάδειξη ενός σώματος των “πιστευόντων”, μιάς τρόπον τινά Πανθρησκείας, η οποία θα προλειάνει το έδαφος για την έλευση του πειρασμού των Εσχάτων, δηλαδή της εποχής του Αντιχρίστου.

Επειδή έχει συγκρητιστικό χαρακτήρα, ο Οικουμενισμός συγγενεύει στενά με τον Ελευθεροτεκτονισμό (Μασωνία), ο οποίος με το να αυτοδιαφημίζεται ως ανεξίθρησκος, συγχρωτιστικός και ανεκτικός έναντι των αιρέσεων και θρησκειών, έχει αναδειχθεί στην πράξη σε θρησκεία και υπερθρησκεία, η οποία συμβάλλει αμέσως και εμμέσως στην προώθηση του οικουμενιστικού οράματος, δηλαδή στην δημιουργία μιάς (ιδεολογικής) βάσεως, η οποία θα περιλαμβάνει μαζί όλα τα δόγματα και τις θρησκείες, στην οποία (βάση) η Αλήθεια που έχει αποκαλυφθεί διά του Κυρίου Ιησού Χριστού θα έχει πλήρως σχετικοποιηθεί και εξισωθεί με κάθε ανθρώπινη και δαιμονική πλάνη και δοξασία.

Ο Οικουμενισμός άρχισε να προσβάλλει την Ορθόδοξη Εκκλησία στο τέλος του ΙΘ’ αιώνα, και με το Συνοδικό Διάγγελμα «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού» του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως το έτος 1920, το οποίο αποτελεί ομολογουμένως τον«Καταστατικό Χάρτη του Οικουμενισμού». Πρόκειται για κείμενο που αιρετίζει διότι χαρακτηρίζει τις αιρέσεις της Δύσεως και όλου του κόσμου, ως δήθεν «σεβάσμιες Χριστιανικές Εκκλησίες», όχιπλέον «ως ξένες και αλλότριες», αλλ᾿ ως «συγγενείς και οικείες εν Χριστώ και “συγκληρονόμους και συσσώμους της επαγγελίας του Θεού εν Χριστώ”», και μάλιστα προτείνει ως πρώτο μέτρο της εφαρμογής του την χρήση κοινού ημερολογίου, για τον ταυτόχρονο συνεορτασμό ορθοδόξων και ετεροδόξων. Ακριβώς σε εφαρμογή αυτού του οικουμενιστικού επιβλήθηκε, χωρίς συνοδική απόφαση, το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο το έτος 1924 στην Εκκλησία της Ελλάδος, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και την Εκκλησία της Ρουμανίας, και έπειτα σταδιακά και σε άλλες τοπικές Εκκλησίες.

Οι εξ ορθοδόξων Οικουμενιστές, και μάλιστα οι περισσότερο ακραίοι από αυτούς, επειδή έχουν υποστεί τα ολέθρια αποτελέσματα του διαβρωτικού συγκρητισμού, φρονούν ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού έχει δήθεν απολέσει την καθολικότητά της, εξ αιτίας θεολογικών και πολιτισμικών διαμαχών και διαιρέσεων· γι᾿ αυτό, προτείνουν και επιδιώκουν την δήθεν ανασυγκρότησή Της, μέσω μιάς συμβατικής ενώσεως των διεστώτων, ορθοδόξων και αιρετικών, η οποία δήθεν θα αποκαταστήσει την ευχαριστιακή κοινωνία, χωρίς βεβαίως κοινή Ομολογία Πίστεως, προφανώς σύμφωνα με τα πρότυπα της Ουνίας· άλλοι, περισσότερο μετριοπαθείς Οικουμενιστές, αρκούνται στην συναρίθμηση των ετεροδόξων με τους ορθοδόξους, και ομιλούν «υπέρ του όλου της Εκκλησίας σώματος», επειδή δήθεν ευρίσκονται αυτοί (οι ετερόδοξοι) μέσα στα όρια της Εκκλησίας, διότι αυτοί δεν ταυτίζουν τα χαρισματικά και τα κανονικά όρια της Εκκλησίας, ως υποστηρικτές της «Διευρυμένης Εκκλησίας» η της «Εκκλησίας εν διευρυμένη η ευρυτάτη εννοία», εφ᾿ όσον ανακαλύπτουν η αναγνωρίζουν την ύπαρξη «Εκκλησιών» και «Θείας Χάριτος»/«Σωτηρίας» και εκτός των ορίων της αληθείας και της αληθινής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η συμμετοχή των εξ ορθοδόξων Οικουμενιστών στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών» (1948 κ.ε.), καθώς και σε άλλους Οικουμενιστικούς Οργανισμούς, αποτελεί μία έμπρακτη άρνηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ως πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και σωτηρίας, εφ᾿ όσον βασική προϋπόθεση οργανικής συμμετοχής σε τέτοια διομολογιακά σώματα είναι ουσιαστικά η έστω και σιωπηλή άρνηση της υπάρξεως αυθεντικής εκκλησιαστικής καθολικότητας σήμερα, καθώς και η αίσθηση της ανάγκης ανα-συγκροτήσεως μιάς δήθεν αυθεντικής καθολικότητας, δηλαδή της ανάγκης μιάς δήθεν επανιδρύσεως της Εκκλησίας.

Στη βάση των αντορθόδοξων και πλήρως νεοφανών αυτών αντιλήψεων, ευρίσκονται η λεγομένη «βαπτισματική θεολογία», ο δογματικός συγκρητισμός, η κατάργηση των «ορίων» της Εκκλησίας, η αίσθηση της «οικουμενικής αδελφοσύνης», η θεωρία των «αδελφών εκκλησιών», η λεγομένη «θεολογία των δύο πνευμόνων», η θεωρία της «Μιάς και διηρημένης Εκκλησίας», η «υπέρβασις της παλαιάς αιρεσιολογίας», καθώς και άλλες ποικίλες κακοδοξίες, οι οποίες έχουν οδηγήσει σταδιακά τους εξ ορθοδόξων Οικουμενιστές στην άρνηση της εκκλησιολογικής και σωτηριολογικής αποκλειστικότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και μάλιστα στη συνοδική αναγνώριση των ετεροδόξων κοινοτήτων και των μυστηρίων τους, στην συμπροσευχή με αυτούς και ιδίως σε επίπεδο κορυφής, στην παροχή μυστηρίων σε αυτούς, στην συνυπογραφή κοινών δηλώσεων και διακηρύξεων για κοινή δήθεν μαρτυρία μαζί τους, όπως επίσης και στην αίσθηση του χρέους της συνδιακονίας του κόσμου, επειδή δήθεν είναι συνυπεύθυνοι (Ορθοδοξία και αίρεση) για τη σωτηρία του.

Με όλα αυτά, έχει διαστρεβλωθεί πλήρως η έννοια της ευαγγελικής αγάπης, η οποία ασκείται μαζί με την αλήθεια και διά μέσου της αληθείας· έχει παγιωθεί ένας βαθύς και ολοένα εμβαθυνόμενος συγκρητιστικός συγχρωτισμός· τηρείται, εν ονόματι μιάς νοθευμένης οικονομίας, μία στάση περιεκτική και περιχωρητική έναντι της ετεροδοξίας· έχει προέλθει μία άμεικτη μείξη· και έχει αναδυθεί μία πραγματικά υφισταμένη ένωση μεταξύ των πάσης προελεύσεως Οικουμενιστών, ενός σώματος πιστευόντων, όχι βεβαίως στη βάση της μοναδικής αληθείας της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, αλλά στη βάση ενός νεφελώδουςανθρωπιστικού οράματος, χωρίς ιεραποστολική διάσταση και κλήση αυτών που έχουν πλανηθεί να επιστρέψουν με μετάνοια στον Οίκο του Πατρός, δηλαδή στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Νταλιάρης Γιώργος

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.