Η ιστορία ενός ανθρώπου που κόντρα στη θέλησή του απαρνείται τη Χάρη του Θεού και οδηγείται σε σκοτεινά μονοπάτια. Η Μαρίκα ζούσε σε ένα όμορφο ορεινό χωριό της Ελλάδας. Από μικρή είχε γαλουχηθεί με τις αρχές της Πίστης και της οικογένειας.

Την είχαν μεγαλώσει με πολλή αγάπη δύο υπέροχοι γονείς μαζί με τις άλλες δύο αδερφές της. Άνθρωποι πιστοί, γεμάτοι, ευτυχισμένοι. Όλη η οικογένεια αποτελούσε παράδειγμα για την τοπική κοινωνία.

Ήταν εναρμονισμένοι με τον εαυτό τους, αυτάρκεις, σίγουροι για το τί θέλουν και τί όχι στη ζωή.

Η Μαρίκα έφτασε στην εφηβεία και τα πρώτα νεανικά σκιρτήματα άρχισαν να της διαταράσσουν το είναι. Είχε διδαχθεί ότι η αγάπη είναι κάτι το αγνό, δώρο του Θεού, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορέσουν να βρουν την επίγεια ευτυχία.

Γνώρισε σε μια σχολική εξόρμηση ένα αγόρι. Το Μηνά. Ο Μηνάς χωριατόπαιδο, φτωχό παιδί αλλά εργατικό, βοηθούσε τον πατέρα του στα κτήματα και είχε όνειρα από μικρός να βρει τον έρωτα και την ευτυχία σε μια καλή όμορφη κοπέλα με την οποία θα είχαν τους ίδιους στόχους, τα ίδια ιδανικά. Του άρεσε η ιδέα να κάνει και αυτός με τη σειρά του οικογένεια με το πρόσωπο που αγαπούσε.

Η αγάπη για αυτόν ήταν κάτι το αθώο, χωρίς συμφέρον, άδολο και καθαρό.

Στην πρώτη συνάντησή τους, η Μαρίκα και ο Μηνάς ήταν αμήχανοι και αγχωμένοι. Αντάμωσαν στα σκαλιά της εκκλησίας του χωριού και άρχισαν να μιλούν για ώρες.

Λέγανε τα θέλω τους, τα όνειρά τους, τα λάθη τους, τα σωστά τους και δειλά δειλά προσπαθούσε το χέρι του ενός να αγγίξει το χέρι του άλλου.

Αυτό το άγγιγμα ήταν μια συσσώρευση από χιλιάδες συναισθήματα που ήταν αδύνατον να εκφραστούν από δύο νέους για πρώτη φορά.

Η σχέση τους παρέμεινε σε αυτό το στάδιο για κάμποσο καιρό. Συναντιόντουσαν στο προαύλιο της εκκλησίας κάθε τόσο, ίσως γιατί ένιωθαν την ανάγκη ενδόμυχα ο Κύριος να δει και να ευλογήσει την ευτυχία τους.

Η Μαρίκα γνώρισε κάποιες κοπέλες από την πόλη και άρχισαν να κάνουν παρέα. Οι κοπέλες αυτές ήσαν πολύ διαφορετικά μαθημένες από την Μαρίκα. Άλλαζαν συνεχώς συντρόφους, προσπαθούσαν να προκαλούν με την εμφάνισή τους, σαν να ήθελαν κάτι να αποδείξουν. Σαν να ήταν λειψές από προσοχή και αγάπη και έπρεπε δια μέσω της πρόκλησης να κερδίσουν τον αυτοσεβασμό και την αυτοκυριαρχία τους.

Επειδή ως γνωστόν η μόδα είναι το πιο δυνατό μέσο χειραγώγησης των ανθρώπων, η Μαρίκα άρχισε να επηρεάζεται από τον τρόπο ζωής των άλλων κοριτσιών.

Άρχισε να βάφεται έντονα, να ντύνεται προκλητικά και όλο και λιγόστευαν οι φορές που αντάμωνε το Μηνά στο εκκλησάκι.

Ξέχασε την οικογένειά της, τις αξίες της και αντιγράφοντας πλήρως τα κατευθυνόμενα πρότυπα, ξεκίνησε να συναναστρέφεται άλλους άνδρες αμφιβόλου ποιότητας και αισθητικής.

Ο Μηνάς διαπίστωσε την αλλαγή και προσπάθησε μάταια να της θυμίσει τα όμορφα συναισθήματα τα οποία είχαν μοιραστεί. Μάταια. Η Μαρίκα είχε αλλάξει πλέον τελείως τον τρόπο σκέψης της και τη στάση της απέναντί του.

Τον αντίκρυζε με εμπαιγμό και αδιαφορία.

Επιδόθηκε λοιπόν σε έναν τρόπο ζωής που είχε ως αρχή τα ξενύχτια, τη συχνή αλλαγή ερωτικών συντρόφων, την παντελή απουσία ονείρων και στόχων συναισθημάτων και ιδανικών.

Φαινομενικά ήταν πάντοτε πλαισιωμένη από τόσο κόσμο αλλά μέσα στην καρδούλα της ένιωθε τόσο μόνη. Μια μέρα κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και τρόμαξε να αναγνωρίσει το είδωλό της. Τόσο πολύ είχε αλλάξει?

Δεν θυμόταν πλέον ποια είναι, τί θέλει, που θέλει να πάει. Τί επιθυμεί και τί όχι.

Επέστρεψε στο χωριό της και πέρασε ασυναίσθητα από το σπίτι του Μηνά. Εκεί αντίκρυσε το Μηνά με τη γυναίκα του και τα παιδάκια τους, ευτυχισμένο και ξέγνοιαστο, να παίζουν στον κήπο με τα σκυλιά και να γελάνε γεμάτοι ευτυχία και ολοκλήρωση.

Εκείνος την πρόσεξε αλλά δεν την αναγνώριζε πλέον η ψυχή του.

«Γιατί έγινα έτσι»; σκέφτηκε η Μαρίκα. «Γιατί έπεσα στην παγίδα του αδηφάγου σύγχρονου κόσμου να καταστήσει τους ανθρώπους έρμαια, αφαιρώντας από αυτούς το αίσθημα της αγάπης του αγνού έρωτα της συντροφικότητας, μόνο και μόνο για να μας ελέγχουν καλύτερα και ευκολότερα»

Η αγνή αγάπη, το αγνό πάθος πυροδοτεί τη σκέψη την επανάσταση, την ιδέα.

Η Μαρίκα επέστρεψε στην μεγάλη απρόσωπη πόλη ανέκφραστη,

Ένιωθε τόσο μακρυά από το Θεό, τόσο μόνη και αβοήθητη.

Ένιωθε πως είχε μόνη της προκαλέσει όλα τα δεινά πάνω σε εκείνη και στους δικούς της.

Και θα κατέστρεφε από εδώ και στο εξής καθετί αγαπημένο, εκτώς και αν άλλαζε.

Αν δεχόταν την αγάπη του Θεού μέσα της και αποκήρυσσε το διάβολο.

 

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (4 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.