Το καθολικό της μονής χρονολογείται στον όψιμο 11ο αιώνα και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του οκταγωνικού σταυροειδούς ναού. Στον τύπο αυτό ο κεντρικός χώρος του κυρίως ναού διευρύνεται με την αντικατάσταση των τεσσάρων κιόνων που στηρίζουν τον τρούλο από οκτώ κίονες τοποθετημένους πλησιέστερα στους τοίχους.

Η Μονή Δαφνίου βρίσκεται στο Χαϊδάρι στις παρυφές του Ποικίλου Όρους, επί της Λεωφόρου Αθηνών, στο ρεύμα προς Αθήνα 11 χλμ. από το κέντρο της, και είναι κτισμένη στη θέση που υπήρχε το Ιερό του Απόλλωνα στο Δαφνί. Η εντυπωσιακή αρχιτεκτονική της και η ιδιαίτερη ψηφιδωτή διακόσμηση του ναού της μονής, την καθιστούν ένα από τα πλέον εξαιρετικά μνημεία της βυζαντινής τέχνης. Από το 1990 αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Στο σεισμό του 1999 υπέστη σοβαρές ζημιές.

Η μονή ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα πάνω στα ερείπια του ναού του Δαφναίου Απόλλωνα ο οποίος είχε καταστραφεί από τους Γότθους το 395. Κάποιοι κίονες ιωνικού ρυθμού του αρχαίου ναού χρησιμοποιήθηκαν και πάλι. Σήμερα έχει διασωθεί μόνο ένας, ενώ οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο από τον Λόρδο Έλγιν.

Το καθολικό της μονής χρονολογείται στον όψιμο 11ο αιώνα και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του οκταγωνικού σταυροειδούς ναού. Στον τύπο αυτό ο κεντρικός χώρος του κυρίως ναού διευρύνεται με την αντικατάσταση των τεσσάρων κιόνων που στηρίζουν τον τρούλο από οκτώ κίονες τοποθετημένους πλησιέστερα στους τοίχους. Η διάταξη των κιόνων που διαμορφώνει περίστωο γύρω από τον κεντρικό χώρο και διατηρεί τις σταυροειδώς διατεταγμένες καμάρες στην οροφή με την παρεμβολή ημιχωνίων ανάμεσά τους, χαρακτηρίζει ειδικότερα τον λεγόμενο σύνθετο οκταγωνικό (ή «ηπειρωτικό») τύπο της μεσοβυζαντινής ναοδομίας.

Στο καθολικό της μονής σώζονται ψηφιδωτά, τα καλύτερα διατηρημένα της πρώτης περιόδου (Δυναστεία Κομνηνών, 1100 περίπου) που αντιπροσωπεύεται από την αυστηρή και ιερατική απεικόνιση του Παντοκράτορα Χριστού στο εσωτερικό του τρούλου, κύριο χαρακτηριστικό της Μακεδονικής εποχής.

Μετά τη λεηλασία της μονής από τους Σταυροφόρους το 1205, ο Όθων ντε λα Ρος (Otto de la Roche), Δούκας των Αθηνών, την παραχώρησε στους Κιστερκιανούς μοναχούς. Οι Γάλλοι μοναχοί ανοικοδόμησαν τον εξωνάρθηκα, πρόσθεσαν έναν περίβολο γύρω από το μοναστήρι καθώς και άλλες αλλαγές μέχρι και την εκδίωξή τους από τους Τούρκους, όταν η μονή παραδόθηκε το 1458 και πάλι στους ορθόδοξους μοναχούς. Με το πέρασμα των αιώνων η μονή ερημώθηκε. Οι εργασίες αποκατάστασής της ξεκίνησαν μόλις το 1888.

Η ονομασία της μονής έχει συνδεθεί με το αρχαίο Ιερό του Δαφναίου Απόλλωνα, πάνω στο οποίο θεωρείται ότι έχει κτιστεί. Υπάρχουν όμως και άλλες εκδοχές. Μία από αυτές αναφέρει ότι πήρε το όνομά της από το πλήθος των δαφνών που υπήρχαν στην περιοχή και ίσως αυτός ήταν και ο λόγος ίδρυσης του αρχαίου Ιερού.

Μία άλλη εκδοχή την συσχετίζει με την Παναγία της Δάφνης στην Κωνσταντινούπολη. Μία παράδοση, την οποία διηγήθηκε η ηλικιωμένη μοναχή Μάρθα γύρω στο 1870 στον Γεώργιο Λαμπάκη, αναφέρει ότι η ονομασία καθώς και η ίδρυση του Δαφνίου σχετίζονται με τη βασιλοπούλα Δάφνη. Υπάρχουν ακόμη πολλές εκδοχές από παραδόσεις, μάλλον μυθοπλασίες , οι οποίες έχουν προκύψει από την λαϊκή πεποίθηση ότι το μοναστήρι ήταν ίδρυμα Βυζαντινού αυτοκράτορα. Μία από αυτές συνδέει την μονή με τον θρύλο της βασιλοπούλας Μαργαρώνας (Maquelone) και του ευγενούς Ιμπέριου, που ανάγεται στον 12ο αιώνα.

Η χρονολογία ίδρυσης της Μονής Δαφνίου δεν έχει διευκρινιστεί με απόλυτη βεβαιότητα. Οι περισσότεροι ερευνητές, ανάγουν την ίδρυση του μοναστηριού στον 6ο αιώνα, δηλαδή στα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Κατά τη διάρκεια του 5ου και του 6ου αιώνα στην Αθήνα χτίστηκαν πολλές εκκλησίες και πολλοί ειδωλολατρικοί ναοί μετατράπηκαν σε χριστιανικούς, λόγω της εξάπλωσης του χριστιανισμού, μετά την ανακήρυξή του σε επίσημη θρησκεία του βυζαντινού κράτους από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α’. Για να γίνει εξαγνισμός των αρχαίων ναών και ιερών, επιβλήθηκε η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες.

Οι χριστιανικοί ναοί ανήκαν στον αρχιτεκτονικό τύπο της βασιλικής. Ήταν επιμήκη ορθογώνια κτίρια με προσανατολισμό ανατολικά – δυτικά, με προσαρτημένη τη κόγχη του ιερού βήματος , στην στενή ανατολική πλευρά. Το εσωτερικό των ναών ήταν διαμορφωμένο σε τρία κλίτη (διαδρόμους), που χωρίζονταν από δύο κιονοστοιχίες παράλληλες με τον κατά μήκος άξονα του ναού (τρίκλιτες βασιλικές). Τέτοιου τύπου πιστεύεται πως ήταν και η εκκλησία που είχε χτιστεί στο Δαφνί κατά τον 6ο αιώνα, στη θέση του ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα, το οποίο καταστράφηκε κατά την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου το 395 μ.Χ.

Υπάρχει μία εκδοχή, την οποία υποστήριξε πρόσφατα ο καθηγητής Χαράλαμπος Μπούρας, που αναφέρει ότι χρονολογικά η ίδρυση της μονής έγινε τον 11ο αιώνα.[εκκρεμεί παραπομπή] Αυτό προκύπτει από την εξέταση των ευρημάτων, τα οποία χρονολογούνται όλα μετά τον 11ο αιώνα. Η απουσία μοναστηριών στην περιοχή νοτίως του Ολύμπου πριν από το τέλος της Εικονομαχίας, δηλαδή τις αρχές του 9ου αιώνα, ενισχύει την εκδοχή αυτή.

Η χρονολόγηση στον 6ο αιώνα είχε αποδοθεί βάσει των γλυπτών που υπήρχαν στο χώρο, τα οποία όμως μετά την μελέτη τους από αρχαιολόγους ανάγονται στη Μέση Βυζαντινή περίοδο (843-1204). Στην πρώιμη αυτή περίοδο αποδίδονταν και κάποια μοναστικά κελιά, καθώς και ο οχυρωματικός περίβολος.

Η βασιλική του 6ου αιώνα προφανώς κατεδαφίστηκε και τη θέση της πήρε ο σταυροειδής οκταγωνικός ναός του 11ου αιώνα. Οι περιορισμένες ανασκαφές που έχουν γίνει για να εντοπιστεί η βασιλική του 6ου αιώνα, δεν είχαν κάποιο αποτέλεσμα, μέχρι σήμερα.

Η ίδρυση της Μονής Δαφνίου, κατά πάσα πιθανότητα γύρω στο 1080, έγινε με χορηγία άγνωστου δωρητή, καθώς δεν υπάρχει κάποια αφιερωματική επιγραφή. Η κωνσταντινουπολίτικη επίδραση που παρατηρείται τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στην ψηφιδωτή διακόσμηση του καθολικού της μονής, έχει οδηγήσει τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο δωρητής ήταν κάποιος υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος ή κάποιος αυτοκράτορας, που πιθανόν κάλεσε τεχνίτες από την Πόλη.

Πολλοί ερευνητές συνέδεαν το Δαφνί με τον Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο (976-1025), λόγω του θαυμασμού του για την πανάρχαια πόλη των Αθηνών. Η μελέτη όμως της αρχιτεκτονικής και της διακόσμησης του καθολικού έχει οδηγήσει τους αρχαιολόγους στο συμπέρασμα ότι ο ναός χτίστηκε στα χρόνια γύρω στο 1080. Έτσι απλά μπορούμε να αποδώσουμε τη χορηγία σε κάποιο από τους διαδόχους του.

Η μονή Δαφνίου αποτελείται από το καθολικό, τον περίβολο, τα κελιά των μοναχών, την τράπεζα, το μαγειρείο, τον λουτρώνα, την κινστέρνα και μία ορθογώνια αίθουσα.

Το καθολικό του Δαφνίου, δεσπόζει στο μέσον της σχεδόν τετράγωνης μεγάλης αυλής. Το μέγεθός του είναι εντυπωσιακό, ο αρχιτεκτονικός του τύπος περίπλοκος και η τοιχοδομία του εξαιρετικής ποιότητας. Ο ναός ανήκει στον σύνθετο οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο – αποτελεί μάλιστα ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα του τύπου αυτού στον ελλαδικό χώρο. Εξωτερικά θα μπορούσε να τον παρομοιάσει κανείς με μεγάλο κύβο, που υποστηρίζει έναν πλατύ και υψηλό τρούλο. Εσωτερικά, ο τρούλος βαστάζεται σε οκτώ τετράπλευρα στηρίγματα (πεσσούς), τέσσερα ελεύθερα και τέσσερα ενσωματωμένα στους τοίχους. Ο χαρακτηρισμός οκταγωνικός προκύπτει λόγω της οκταπλής στήριξης του τρούλου. Οι πεσσοί διαταγμένοι ανά ζεύγη σχηματίζουν τέσσερις γωνιακές κόγχες (ημιχώνια), οι οποίες γεφυρώνουν τις γωνίες του τετραγώνου της βάσης και το μετατρέπουν σε οκτάγωνο. Σε αυτό στηρίζεται ο τρούλος μέσω οκτώ μικρών σφαιρικών τριγώνων που σχηματίζονται μεταξύ των τόξων που συνδέουν τα οκτώ στηρίγματα. Οι οκταγωνικοί ναοί διακρίνονται σε απλούς και σύνθετους. Στους πρώτους τα οκτώ στηρίγματα του τρούλου είναι ενσωματωμένα στους τοίχους (παραστάδες), αφήνοντας εντελώς ελεύθερο τον εσωτερικό χώρο του ναού. Στους σύνθετους οκταγωνικούς ναούς τα στηρίγματα του τρούλου βρίσκονται σε κάποια απόσταση από τους εξωτερικούς τοίχους. Έτσι, δημιουργούνται μικρότερα διαμερίσματα γύρω από τον κεντρικό χώρο. Οι σύνθετοι οκταγωνικοί ναοί είναι σταυροειδείς εγγεγραμμένοι με διευρυμένο τον χώρο κάτω από τον τρούλο. Αντίθετα από τους απλούς οκταγωνικούς, ο σταυρός διαγράφεται με αρκετή σαφήνεια τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του ναού. Οι οκταγωνικοί τύποι διαδόθηκαν στον ελλαδικό χώρο μέσω της Κωνσταντινούπολης. Ο χώρος κάτω από τον τρούλο είναι ανοικτός και ενιαίος και μάλιστα στο Δαφνί, πλημμυρίζεται από φως που διαχέεται από τα δεκαέξι μονόλοβα παράθυρα του τρούλου.

Εξωτερικά, το κτίριο υψώνεται πυραμιδωτά μέχρι την κορυφή του τρούλου. Είναι χτισμένο κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Δεν υπάρχουν κουφικά διακοσμητικά στοιχεία, ενώ συχνά παραλείπεται και η απλή κατακόρυφη πλίνθος. Στα τύμπανα του νότιου και του δυτικού τοίχου έχει εντοπιστεί ψευδοκουφικός διάκοσμος. Γενικά, ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι αρκετά λιτός και αποτελείται κυρίως από οδοντωτές ταινίες γύρω από τα τόξα των παραθύρων. Περιορισμένος αλλά εξαιρετικά καλοφτιαγμένος ήταν και ο γλυπτός διάκοσμος στο εσωτερικό και το εξωτερικό του ναού. Το κάτω μέρος των τοίχων ήταν εσωτερικά καλυμμένο με μαρμάρινες πλάκες (ορθομαρμάρωση). Εξωτερικά, κάτω από τις ποδιές των παραθύρων μεγάλοι δόμοι σχηματίζουν σταυρούς.

Στη δυτική πλευρά του ναού υπήρχε νάρθηκας, όπου προσαρτήθηκε και εξωνάρθηκας με μορφή ανοικτής στοάς με όροφο κατά τον 12ο αιώνα. Εκεί πρέπει να βρίσκονταν τα διαμερίσματα του ηγούμενου και η βιβλιοθήκη. Στον εξωνάρθηκα έχουν εντοπιστεί ίχνη τοιχογραφιών του 12ου και του 13ου αιώνα, ενώ στον ναό έχουν βρεθεί μεταβυζαντινές τοιχογραφίες (17ος αιώνας).

Το τείχος που έχει διασωθεί από τον περίβολο της Μονής Δαφνίου

Η μονή προστατευόταν από ισχυρό περίβολο τετράγωνου σχήματος με πλευρά περίπου 97 μέτρα. Ο περίβολος είχε οχυρωματικό χαρακτήρα και μορφολογία, η οποία είναι ευδιάκριτη στη βόρεια πλευρά, όπου το τείχος σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση. Είχε ύψος 8 μέτρα με περίδρομο πλάτους 1,6 μέτρα, δηλαδή εσωτερικό διάδρομο που επέτρεπε την κίνηση κατά μήκος του τείχους, στο ύψος των 6 μέτρων. Ο περίδρομος υποστηριζόταν από τυφλή τοξοστοιχία. Το τείχος επιστεφόταν σε ολόκληρο το μήκος του από επάλξεις, ενώ η πορεία του διακοπτόταν κατά τακτά διαστήματα από πύργους τετράγωνης κάτοψης. Τρεις από αυτούς έχουν σωθεί μέχρι σήμερα και βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του περιβόλου. Στην κατασκευή του τείχους είχαν χρησιμοποιηθεί κροκαλοπαγείς λίθοι κομμένοι σε μεγάλα ορθογώνια κομμάτια μήκους 1,6 μ. και ύψους 0,4-0,6 μ. και συνδεδεμένοι με κονίαμα, ενώ συχνά παρατηρούνται στρώσεις πηλοπλίνθων.

Η κύρια πύλη του μοναστηριού βρισκόταν στο μέσον της δυτικής πλευράς του περιβόλου, απέναντι από την είσοδο του καθολικού. Προστατευόταν από οχυρωματικό πύργο, ο οποίος υψωνόταν από πάνω της και ενισχυόταν και από δύο πλευρικούς προμαχώνες. Έτσι, για να εισέλθει κανείς στην αυλή της μονής έπρεπε να περάσει από το διαβατικό, καμαροσκέπαστο διάδρομο μήκους 6 μ. που ανοιγόταν κάτω από τον πύργο. Μικρότερη πύλη υπήρχε και στο μέσο της ανατολικής πλευράς του περιβόλου. Αυτή είναι και η είσοδος που χρησιμοποιείται σήμερα για το μοναστήρι. Ο λόγος ύπαρξης του περιβόλου για τα απομακρυσμένα μοναστήρια ήταν φυσικά η οχύρωσή τους από εισβολείς, ενώ για τα μοναστήρια εντός πόλεων ήταν η προστασία των μοναχών από τους πειρασμούς της κοσμικής ζωής. Η οχύρωση της μονής Δαφνίου, που ήταν χτισμένη σε απόσταση 10 χλμ. από την Αθήνα, σε κατάφυτη ημιορεινή περιοχή, αλλά εξαιρετικά πολυσύχναστη από ταξιδιώτες, εμπόρους και μικροπωλητές, στρατιώτες αλλά και ληστές και άρπαγες, φαίνεται πως εξυπηρετούσε και τους δύο παραπάνω σκοπούς.

Τα κελιά όπου ξεκουράζονταν οι μοναχοί κατασκευάζονταν συνήθως προσκολλημένα στην εσωτερική πλευρά του περιβόλου, για να εξοικονομηθεί χώρος αλλά και να ενισχυθεί ο αμυντικός χαρακτήρας του. Συνήθως αποτελούνταν από δύο ορόφους, αλλά αρκετές φορές είχαν ακόμη και τέσσερις. Οι χαμηλές πόρτες των κελιών άνοιγαν κατά κανόνα σε σκεπαστές στοές, τους ηλιακούς ή έμβολους. Εσωτερικά, τα μοναστικά κελιά είχαν τις κλίνες και μικρές κόγχες για τα ρούχα, τα βιβλία και τα προσωπικά αντικείμενα των μοναχών.

Στο βόρειο τείχος του μοναστηριού του Δαφνίου έχουν εντοπιστεί ίχνη που προδίδουν τη ύπαρξη κελιών: υποδοχές για τα δοκάρια που στήριζαν το ξύλινο δάπεδο του άνω ορόφου και κόγχες για τα προσωπικά είδη των μοναχών. Στη δυτική πλευρά του περιβόλου τα κελιά δεν ήταν προσκολλημένα στον περίβολο, αλλά βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από αυτόν, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ένας στενός διάδρομος. Στα νότια του καθολικού υπάρχει ομάδα κελιών με στοές, τα οποία είναι χτισμένα γύρω από μικρή τετράγωνη αυλή. Αυτά τα κατασκεύασαν οι Κιστερκιανοί μοναχοί και τα αναδιαμόρφωσαν οι ορθόδοξοι κατά τον 16ο αιώνα.

Οι τράπεζες είναι ευρύχωρες ορθογώνιες αίθουσες με αψιδωτή απόληξη στη μία από τις δύο στενές πλευρές. Εκεί οι μοναχοί κάθονταν σε στενόμακρα κτιστά τραπέζια ή πάγκους τοποθετημένους σε παράλληλες σειρές κατά μήκος των τοίχων, ενώ ο ηγούμενος έτρωγε σε ξεχωριστό τραπέζι στην κόγχη.

Στο Δαφνί ο χώρος αυτός εντοπίζεται σε μακρόστενο αψιδωτό οικοδόμημα μήκους 28,7 μ. στα βόρεια του καθολικού. Ο προσανατολισμός του ήταν ίδιος με αυτόν του καθολικού. Οι τοίχοι, που σώζονταν σε ύψος περίπου 1,7 μ., είχαν χτιστεί με τρόπο και υλικά ανάλογα με αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί στην ανέγερση του καθολικού, γεγονός που τοποθετεί την ανοικοδόμηση της τράπεζας στον 11ο αιώνα.

Οι μοναχοί έμπαιναν στον χώρο από τρεις διπλές θύρες στη δυτική πλευρά του. Η ανατολική πλευρά καταλαμβανόταν από αψίδα, ημικυκλική εσωτερικά και ημιεξαγωνική εξωτερικά. Η αίθουσα στεγαζόταν από καμαροσκεπή, που στηριζόταν σε ενισχυτικά τόξα κατά μήκος των μακρών πλευρών. Όσο υπήρχε φως, ο χώρος φωτιζόταν από φυσικό φως που έμπαινε από σειρές παραθύρων που είχαν ανοιχτεί στις μακρές πλευρές της αίθουσας, ενώ το βράδυ άναβαν λύχνους.

Το κυκλικό κτίσμα που έχει εντοπιστεί προσκολλημένο στη βόρεια πλευρά της τράπεζας ήταν κατά πάσα πιθανότητα το μαγειρείο της μονής. Τα μοναστηριακά μαγειρεία είχαν κεντρική εστία με εσχάρα για το μαγείρεμα και στεγάζονταν από χαμηλούς θόλους με κεντρικό οπαίο-καπνοδόχο. Στους τοίχους ανοίγονταν κόγχες ποικίλων μεγεθών και σχημάτων για την τοποθέτηση των διαφόρων σκευών.

Η ύπαρξη λουτρικού συγκροτήματος σε ένα μοναστήρι δεν ήταν σύνηθες φαινόμενο για αυτό όταν υπήρχε δήλωνε ακμή και ευημερία. Αν και ο αριθμός των μοναστηριακών λουτρών που έχουν διασωθεί είναι αρκετά περιορισμένος, η αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση, όσο και η τεχνολογία θέρμανσης και κυκλοφορίας του νερού ήταν ανάλογες με αυτές των λουτρών των λαϊκών, που συνέχιζαν τις ρωμαϊκές παραδόσεις. Έτσι, τα λουτρά στις μονές αποτελούνταν από τέσσερις αίθουσες. Η πρώτη ήταν ο προθάλαμος, όπου οι λουόμενοι άφηναν τα ρούχα τους. Ακολουθούσαν οι δύο αίθουσες εφίδρωσης, το χλιαρόν ή χλιαροψύχριον και το θερμόν. Το λουτρό ολοκληρωνόταν στην τέταρτη αίθουσα, όπου υπήρχαν δεξαμενές-πισίνες για κολύμπι σε θερμό ή κρύο νερό. Το νερό στο θερμόν και τη ζεστή δεξαμενή ζεσταινόταν από θερμό αέρα, ο οποίος παραγόταν από φωτιά που έκαιγε κάτω από το δάπεδο, στο υπόκαυστο, και διαχεόταν μέσω εντοιχισμένων πήλινων αγωγών. Από τα λουτρά του Δαφνίου έχουν σωθεί μόνο τα υπόκαυστα, που εντοπίστηκαν στα νοτιοδυτικά του καθολικού. Η ανοδομή είναι πλήρως κατεδαφισμένη. Η είσοδος στον χώρο γινόταν από τα δυτικά.

Στα νοτιοδυτικά του καθολικού έχει εντοπιστεί ορθογώνια υπόγεια δεξαμενή με διαστάσεις 13,3×4,95 μ. για τη συλλογή του βρόχινου νερού. Βρίσκεται κάτω από τα κελιά του 16ου αιώνα, έχει προσανατολισμό νοτιοανατολικήα-βορειοδυτικά και βρίσκεται στη συμβολή (μισγάγκειαν) δύο κλιτύων. Η χωρητικότητά της έχει υπολογιστεί στα 300 κυβικά μέτρα, ενώ ο πυθμένας της βρίσκεται σε βάθος περίπου 7 μ. από το σημερινό δάπεδο της αυλής στα νότια του ναού. Το εσωτερικό ήταν χωρισμένο σε δύο καμαροσκεπή κλίτη που έβαιναν σε τρεις κίονες και οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με υδραυλικό κονίαμα. Η συλλογή του νερού γινόταν μέσω κυκλικών ανοιγμάτων με μαρμάρινη επένδυση στην κορυφή των καμαρών. Στο χαμηλότερο σημείο της άνω επιφάνειας της κινστέρνας είχε ανοιχτεί φρεάτιο καθαρισμού ορθογώνιας διατομής.

Στα νότια του καθολικού βρίσκονται τα ερείπια μιας στενόμακρης ορθογώνιας αίθουσας διαστάσεων 23×6,5 μ. με προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά, τυπική μεσοβυζαντινή τοιχοδομία και δάπεδο στρωμένο με πήλινες πλάκες. Κατά μήκος του βόρειου και του νότιου τοίχου υπήρχαν κίονες. Τα διαθέσιμα στοιχεία όμως, δεν επιτρέπουν τον καθορισμό της χρήσης της.

Μέσα στο δάσος που απλώνεται στα ανατολικά του περιβόλου της μονής Δαφνίου έχει εντοπιστεί το ερειπωμένο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου. Είχε χτιστεί την ίδια εποχή με το καθολικό και φαίνεται ότι αποτελούσε τον κοιμητηριακό ναό της μονής. Τα νεκροταφεία των μονών τοποθετούνταν κατά κανόνα εκτός του περιβόλου για λόγους υγιεινής. Ο Άγιος Νικόλαος είναι μια μικρή θολωτή βασιλική χτισμένη κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοδομίας. Κάτω από τον ναΐσκο εντοπίστηκε υπόγεια κρύπτη. Εκεί είχαν κατασκευαστεί γύρω από κεντρικό διάδρομο τρία τετράγωνα οστεοφυλάκια επιστεφόμενα με καμάρες (αρκοσόλια) και σκεπασμένα με λίθινες πλάκες. Ο ναός του Αγίου Νικολάου σώζεται σήμερα και βρίσκεται σε απόσταση 20 μέτρων από το κτίριο του Τουριστικού Περιπτέρου.

Η μονή Δαφνίου θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά βυζαντινά μνημεία, λόγω των λαμπρών ψηφιδωτών που κοσμούν τους τοίχους του καθολικού της. Πολλά από αυτά διατηρούνται μέχρι σήμερα, παρά τις ζημιές τόσο από σεισμούς όσο και από εργασίες που προκάλεσαν πολλές αλλοιώσεις. Οι αρχαιολόγοι, με τη βοήθεια των περιγραφών των περιηγητών, έχουν κατορθώσει να αποκαταστήσουν την εικόνα που είχε η ψηφιδωτή διακόσμηση του καθολικού της μονής Δαφνίου στις τελευταίες δεκαετίες του 11ου αιώνα.

Στα τέλη του 1204 η Αθήνα καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε, καθώς και τα περίχωρά της, από τους Φράγκους. Η Αττική παραχωρήθηκε ως φέουδο (δουκάτο) στον Βουργουνδό ευγενή Όθων ντε Λα Ρος, ο οποίος παραχώρησε την Μονή Δαφνίου το 1207 στους Κιστερσιανούς μοναχούς του Αββαείου Νοτρ-Νταμ ντε Μπελβώ (Bellevaux. Οι Γάλλοι μοναχοί ανακατασκεύασαν τον εξωνάρθηκα, ανείγηραν ένα αμυντικό τείχος περιμετρικά του μοναστηριού, ενώ προχώρησαν σε σειρά άλλων αλλαγών. Παρέμειναν στο Δαφνί επί δυόμισι αιώνες, μέχρι που καταλήφθηκε από τους Τούρκους του Μωάμεθ Β’ οπότε και εκδιώχθηκαν και το μοναστήρι παραχωρήθηκε και πάλι στους Ορθόδοξους.

Από διάφορα έγγραφα και τις επιγραφές προκύπτει ότι επί Φραγκοκρατίας το Δαφνί ήταν γνωστό ως μονή Delfino, Dauferins, Dalphino, Dalphineto ή Dalphinet και χρησίμευσε ως τόπος ταφής των δουκών της Αθήνας. Το μαυσωλείο των δουκών, πιστεύεται ότι βρισκόταν σε κρύπτη που εντοπίστηκε κάτω από το δάπεδο του νάρθηκα του καθολικού. Δύο μαρμάρινες λάρνακες που κατά τη διάρκεια του β’ ημίσεως του 19ου αιώνα βρέθηκαν στον νάρθηκα θεωρήθηκαν ότι σχετίζονται με τους de la Roche, βάσει του οικοσήμου της βουργουνδικής οικογένειας που αναγνωρίστηκε. Τα αρχαιολογικά δεδομένα όμως δεν είναι επαρκή για να στηριχτεί κάτι τέτοιο.

Οι Κιστερκιανοί έκαναν ελάχιστες αλλαγές και προσθήκες στους χώρους. Διατήρησαν το καθολικό ως είχε και γύρω στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 14ου αιώνα επισκεύασαν τον εξωνάρθηκα, που είχε υποστεί ζημιές από σεισμούς. Μετέτρεψαν τον όροφο του εξωνάρθηκα σε πολεμικό αμυντήριο, επιστεφόμενο από επάλξεις και έχτισαν μία ομάδα κελιών στα νότια του καθολικού, τα οποία αργότερα ξαναχτίστηκαν από τους ορθόδοξους.

Οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αθήνα τον Ιούνιο του 1458 και η μονή Δαφνίου αποδόθηκε σε ορθόδοξους μοναχούς, οι οποίοι επισκεύασαν διάφορα τμήματά της κυρίως τα κελιά. Όμως οι πειρατικές και ληστρικές επιδρομές κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα ήταν τόσο συχνές, ώστε πολλοί μοναχοί εγκατέλειψαν το Δαφνί και πιθανόν κατέφυγαν σε γύρω μοναστήρια.

Τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα το μοναστήρι επισκέφθηκε ο Λόρδος Έλγιν. Ο Άγγλος περιηγητής και αρχαιολόγος Edward Dodwell (1767-1832), που πέρασε από το Δαφνί το φθινόπωρο του 1805, αναφέρει ότι υπήρχαν μερικοί μικροί ιωνικοί κίονες με τα κιονόκρανά τους. Οι κίονες είχαν εν μέρει εντοιχιστεί. Ο λόρδος Έλγιν είχε αφαιρέσει τους κίονες, οι οποίοι πλέον βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο.

Η μονή Δαφνίου αλώθηκε από τους Τούρκους κατά την Επανάσταση του 1821, παρά τον ισχυρότατο οχυρωματικό του περίβολο. Η παράδοση αναφέρει ότι η εισβολή έγινε μέσω αβαθούς πηγαδιού που βρισκόταν έξω από τον περίβολο και συνδεόταν υπογείως με άλλα τρία πηγάδια εντός της μονής. Το μυστικό αυτό πέρασμα αποκάλυψε ο μοναχός Παΐσιος στους Τούρκους, οι οποίοι έκαψαν τη Μονή και στον προδότη Παΐσιο και τα απομεινάρια του πτώματός του σώζονταν πεταμένα σε μια γωνιά της αυλής μέχρι το 1854. Η ακριβής χρονολογία της άλωσης δεν έχει εξακριβωθεί. Θεωρείται πιο πιθανόν να έγινε στη διάρκεια της εκστρατείας του Ομέρ Βρυώνη στην Αττική το καλοκαίρι του 1821 και όχι στην εισβολή του Κιουταχή στην Αθήνα το 1826, τις σημαντικές μάχες που έλαβαν χώρα στο Χαϊδάρι τον Αύγουστο του 1826 και τη μικρότερη μάχη στο Δαφνί στις 21 Μαρτίου 1827. Οι κατακτητές της μονής Δαφνίου την εγκατέλειψαν έχοντας προκαλέσει σημαντικότατες φθορές.

Στη συνέχεια πιθανόν το ερειπωμένο πλέον μοναστήρι να λειτούργησε ως ορμητήριο κάποιων οπλαρχηγών, όπως ο Ιωάννης Γκούρας (1791-1827), επιστολή του οποίου φαίνεται πως εστάλη από το Δαφνί.

Μετά την επανάσταση η μονή είχε ερημωθεί πλήρως. Ο τελευταίος ηγούμενος, ήταν ο Αγαθάγγελος, από το 1815 έως το 1830 . Κατά την περίοδο 1838-1839 εγκαταστάθηκαν στον χώρο του Δαφνίου Βαυαροί στρατιώτες, για να ελέγχουν πέρασμα προς την Αθήνα, οι οποίοι μετέτρεψαν τα κελιά των μοναχών στα νότια του καθολικού, σε στάβλους. Από το 1840 το μοναστήρι φαίνεται έρημο.

Κατά τη διάρκεια της αγγλογαλλικής κατοχής του Πειραιά, εγκαταστάθηκε στη μονή γαλλικό τάγμα, για να προστατευτεί από τη φοβερή επιδημία χολέρας που είχε ξεσπάσει στην πόλη. Από αυτούς έγιναν κάποιες εργασίες καθαριότητας του χώρου καθώς και αρχαιολογικές ανασκαφές στον χώρο γύρω και στην Ιερά Οδό. Όταν οι Γάλλοι στρατιώτες έφυγαν από το Δαφνί, μια μικρή ομάδα από μοναχές εγκαταστάθηκαν εκεί.

Κατά το χρονικό διάστημα 1883-1885 η μονή Δαφνίου μετατράπηκε σε ψυχιατρείο. Τα κελιά των μοναχών επισκευάστηκαν και στην αυλή ανοικοδομήθηκαν διάφορα βοηθητικά κτίσματα που επιβάρυναν σημαντικά το μνημείο. Η υποβάθμιση της μονής έφτασε στο κατακόρυφο κατά το έτος 1887, όταν χρησιμοποιήθηκε ως ποιμνιοστάσιο, γεγονός που προκάλεσε γενική κατακραυγή. Αυτό, σε συνδυασμό με τις φθορές από ισχυρούς σεισμούς τα έτη 1886, 1889 και 1894, ώθησαν τους αρμόδιους στην ανάληψη δράσης για τη διάσωση, τη συντήρηση και την ανάδειξη του Δαφνιού.

Εξέλιξη αποφασιστικής σημασίας για τη διάσωση του μνημείου ήταν η ίδρυση της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1885 στην Αθήνα.

Τον Σεπτέμβριο του 1894 αποφασίστηκε ότι έπρεπε να κατεδαφιστεί και να αναστηλωθεί ο ετοιμόρροπος δυτικός τοίχος του νάρθηκα και να αφαιρεθούν οι μεταγενέστερες προσθήκες, κάτι που έγινε με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Κατά τα έτη 1936-1939 ο αρχαιολόγος Ιωάννης Τραυλός πραγματοποίησε συστηματική ανασκαφική έρευνα στον χώρο του μοναστηριού, για να μελετήσει τα κατάλοιπα του Ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα.

Κατά το β΄ ήμισυ της δεκαετίας του 1950 έγιναν εργασίες συντήρησης στον ναό από τη Διεύθυνση Αναστηλώσεως του Υπουργείου Πολιτισμού, ενώ το 1968 καθαρίστηκε η δυτική πύλη της μονής.

To 1990 η μονή Δαφνίου εγγράφηκε στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.