Το ηδύ εντρύφημα και η δια βίου διδαχή του Γέροντος είναι η μοναχική ζωή. Σ’ αυτή τη ζωή εκλήθη υπό του Θεού, την πόθησε παιδιόθεν, την βίωσε βαθύτατα -θεωρητικά και πρακτικά- από την πρώτη νεότητά του, την αγάπησε «εις τέλος» [493], διετράνωσε και φανέρωσε την αξία της , απεκάλυψε τα μυστικά βάθη της με τρόπο μυσταγωγικό, πρόβαλε την αγιότητα ως πεμπτουσία της. Μίλησε για το κάλλος , την αποκαλυπτικότητα και τη βίωση της μοναχικής πολιτείας.

Ο π. Αιμιλιανός , κατά θέλημα, ευδοκία και πρόκριση Θεού ανέλαβε το ρόλο του χειραγωγού ψυχών, του κατηχητού και του αναδόχου στην απόταξη και σύνταξη με το Χριστό πολλών ανθρώπων που προτίμησαν να αποδεχθούν τη θεία κλήση σε μια εποχή που η υψουμένη θάλασσα του βίου[494] φάνταζε μεν δελεαστική ήταν όμως απογοητευτικά ρηχή.

φωτο: μ. Γαβριήλ Φιλοθεΐτης
φωτο: μ. Γαβριήλ Φιλοθεΐτης

Πρότυπα και οδοδείκτες αυτής της προσωπικής και κατόπιν κοινοβιαρχικής[495] του πορείας είναι τα ασκητικά η οργανωτικά κείμενα μεγάλων πατέρων – θεμελιωτών της μοναχικής πολιτείας (Μ. Αντώνιος , Μ. Βασίλειος, Μ. Παχώμιος κ. α.) , οι κτητορικές διατυπώσεις αγίων ηγουμένων ( όπως οι άγιοι Σάββας, Θεοδόσιος, Θεόδωρος Στουδίτης, Αθανάσιος Άθωνίτης, Αθανάσιος Μετεωρίτης, Γρηγόριος Παλαμάς , Βησσαρίων Λαρίσης κ.α) [496], η παράλληλη μελέτη τυπικών μεγάλων βυζαντινών μονών [497], η μελέτη κι ερμηνεία των ασκητικοπατερικών αποφθεγμάτων , επιστολών η έργων σχετικά με τη μοναχική ζωή (Αββάς Μακάριος, Ησαίας, Ησύχιος Πρεσβύτερος κ.α.) , η παρουσίαση εν εκτάσει βίων αγνώστων μεγάλων αγίων μοναστών (π.χ. Νείλος Καλαβρός[498] κ.ά.), η παράλληλη πορεία με ανανεωτικές μορφές του σύγχρονου μοναστικού ρεύματος. Όλα αυτά για να αναδείξει την αναγωγική έλξη στον ησυχαστικό πόθο και να οδηγήσει ψυχές επί τα ίχνη «…των την ουράνιον πολιτείαν, εθελόντων κατορθούν και την εις βασιλείαν των ουρανών άγουσαν βουλομένων οδεύειν οδόν» [499]. Στις κουρές των μοναχών του είτε στο Μετέωρο είτε στους αγίους Θεοδώρους , είτε στην Σιμωνόπετρα είτε στην Ορμύλια , απεκάλυπτε ένα αλλοιωμένο υπό της χάριτος , πάσχοντα τα θεία , αγγελοπρεπή εαυτό[500] που ήταν πυρ πνέων , και προκαλούσε «τον έλεον και τον φόβον» για να οδηγεί στην κάθαρση[501]. Οι μοναχικές του κουρές ήταν μια ευκαιρία για να αναθεωρεί κανείς την προσωπική του ζωή , τη σχέση του με την Εκκλησία και την αγιότητα : «…Κανένας μας δεν γεννήθηκε για οποιονδήποτε άλλο λόγο , παρά για να εξαγγέλλει την αγάπη και τη μεγαλειότητα του Θεού. Λαμβάνοντες κουρά… αποκαθιστάμεθα εις έναν έτερον κόσμο και όχι στον ορώμενο. Ως μοναχοί στον κόσμον αυτόν είμεθα ξένα οράματα. Θα πρέπει οι ενέργειές μας να είναι απόρροιες του Θεού, να είναι θεοειδείς ενέργειες , οι οποίες φθάνουν εις ένα βάθος, εις ένα ύψος, εις μίαν δύναμι, εις μίαν ζωηρότητα, εις μίαν απολυτότητα…» [502].

α. Μοναστική κλήση.

Η θεμελίωση της μοναστικής κλήσης βρίσκεται στο λόγο του Κυρίου «ου πάντες χωρούσιν τον λόγον τούτον αλλ οἷς δέδοται…» (Ματ. 19.11). Οι πάντες είναι κεκλημένοι στη ζωή του Αγίου Πνεύματος [503], τη ζωή της τελειότητας και της ελευθερίας, αλλά δεν το κατανοούν. Υπάρχουν όμως εκείνοι , που δέχονται την προσωπική κλήση του Θεού εν τόπω και χρόνω ως «πάσχα» δηλ. μετάβαση από το ψυχικό στο πνευματικό σώμα[504]. Κατόπιν ακολουθούν το πρότυπο της ησυχαστικής ζωής του ίδιου του Κυρίου[505]. Η κλήση αυτή έχει κόστος και οφείλει να χαρακτηρίζεται από εκφαντορική – αποκαλυπτική των θείων ενεργειών διάθεση , μαρτυρικό – θυσιαστικό φρόνημα , φιλοαναχωρητική διάθεση [506], προφητική και αποστολική αυταπάρνηση. Παραβάλλει ο Γέροντας τη φυγή του μοναχού στην έρημο με τη συμβολική εκείνη εικόνα της αποκαλύψεως κατά την οποία η παρθένος (που προτυπώνει την Εκκλησία)[507] καταφεύγει στην έρημο για να σωθεί από τον αλάστορα. Η οργάνωση της μοναχικής πολιτείας είναι μια προσπάθεια να διασωθεί το αμιγές του εκκλησιαστικού πληρώματος και να μεταλαμπαδευθεί το φως της σωτηρίας στους αιώνες. Δεν είναι ένα ευκαιριακό σύμπτωμα , μία φυγή στην προσωπική ευσέβεια , μία αντίδραση στην Εκκλησία και την κοινωνική ζωή , αλλά μία υπέρβαση και ταυτόχρονα αποδοχή για να τηρηθεί ανόθευτη αυτή η ζωή · μία πλήρης κατάφαση των βαθύτερων εφέσεων, δικαιωμάτων, αναγκών, ανατάσεων της ανθρώπινης ψυχής , μία έκφραση αγάπης προς την Εκκλησία, τη ζωή της οποίας ο του κόσμου κεχωρισμένος ποθεί και διεκδικεί εν πληρότητι[508].

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.