Ήταν προπαραμονή του Δεκαπενταύγουστου. Εγώ και ο Τσάντος (= Αλέξανδρος) Χρυσικόπουλος που είναι σήμερα καθηγητής Θεολογίας, πήγαμε στο μοναστήρι να βοηθήσουμε τις καλόγρηες για τη γιορτή της Παναγίας και να μας πουν πού θα πηγαίναμε την παραμονή το μεσημέρι να ζητήσουμε λουλούδια για τα βάζα της Εκκλησίας και τον Επιτάφιο.

Ήταν περίπου 4 το απόγευμα και μόλις φθάσαμε μας αγκάλιασε και τους δύο και έδωσε εντολή στην αδελφή Νίκη να φέρη σύκα και κρύο νερό από το πηγάδι. Η Γερόντισσα μαδούσε κλωνάρια δάφνης τα οποία θα σκορπούσε μέσα στην Εκκλησία και σε όλη την αυλή της Μονής και την είσοδο.

Ήταν πολύ στενοχωρημένη και μουρμούριζε συνεχώς: «Εσείς που αινείτε, Εσείς που ψάλλετε το Αλληλούια, Εσείς που με τις στρατιές Σας δοξολογείτε τον Κύριο και την Κυρά μου, Εσείς να κρατάτε τα καντήλια της αναμμένα, τα λουλούδια της φρέσκα και τα φύλλα της δάφνης της πράσινα και μυρωδάτα».

Και συνεχώς μουρμούριζε το ίδιο και ξανά πάλι και δάκρυζε πικραμένη. Όταν έφθασε η αδελφή Νίκη με τα κεράσματα είπε στη Γερόντισσα: «Γιατί κάνεις έτσι Γερόντισσα εδώ και μια εβδομάδα; για ποια ξηρασία και ποιο σκοτάδι μιλάς; σε ποιους απευθύνεσαι; γιατί κλαις διαρκώς;».

Η Γερόντισσα σήκωσε το βλέμμα της και της είπε ατάραχη: «Εσείς να ετοιμάσετε όλα τα πράγματα και να τα βάλετε στη θέση τους διότι θα έλθη πολύς κόσμος και δεν θα μπορέσετε να τον εξυπηρετήσετε όλον». Άφησε τα δαφνόφυλλα κατάχαμα και πηγαίνοντας προς το ναό είπε: «Δώστε μας τη δύναμη να αποδεχδούμε το θέλημά Σας και να εκτελέσουμε τη διαταγή Σας. Προστατέψτε τις από την αδυναμία και τη στενοχώρια. Σε όλη την περίοδο του σκότους να φέγγετε τον οίκο της Κυράς μου». Αμέσως μπήκε στην Εκκλησία, κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

Την άλλη μέρα το απόγευμα ο κόσμος ήταν πάρα πολύς. Η Εκκλησία ήταν γεμάτη όπως και η αυλή της Μονής. Στη λιτανεία του Επιταφίου της Παναγίας ο κόσμος ήταν μέχρι τις εληές του Τζουρούνη. Ένα ανεξήγητα μεγάλο πλήθος παρέμεινε στην παννυχίδα και ανήμερα της εορτής τα πάντα ήταν γεμάτα από κόσμο. Σε όλους η Γερόντισσα μοίρασε άρτους και σπερνά (= κόλλυβα) της Παναγίας.

Έδωσε την ευχή της και είπε σ” όλους ένα καλό λόγο. Ήταν κατάκοπη και εξασθενημένη και δεν έκανε την καθιερωμένη ομιλία. Μόλις τελείωσε ο εσπερινός βγήκε και στάθηκε στο πεζούλι της αποθήκης και μοίραζε άρτους για να ευχαριστήση όλον τον κόσμο.

Όταν άδειασε η Εκκλησία οι επίτροποι έκλεισαν τις πόρτες και χωρίς να σβήσουν ούτε τα καντήλια ούτε να παραδώσουν τα κλειδιά στις καλόγρηες όπως έκαναν πάντα, έφυγαν σαν τους κλέφτες. Μήνυσαν μάλιστα στη Γερόντισσα με την Αγγέλω του Νταματούλη ότι τα κλειδιά της Εκκλησίας θα τα κρατάνε αυτοί από δω και στο εξής και ότι τα έσοδα θα πρέπει να τους παραδίδονται γιατί η Εκκλησία της Μονής ανήκει στην ενορία της Παναγίας.

Σαν άκουσαν το νέο οι καλόγρηες ταράχτηκαν, όμως η Γερόντισσα τους είπε: «Μην στενοχωριέστε παιδιά μου· όλα θα διορθωθούν. Οι Άγγελοι της Κυράς μου θα την εξυπηρετούν όλες τις μέρες που δε θα μπαίνουμε στο σπίτι της!».

Ήταν περασμένα μεσάνυκτα όταν έφυγε και ο τελευταίος προσκυνητής. Οι καλόγρηες αποσύρθηκαν και η Γερόντισσα με το κομποσκοινάκι της στο χέρι, επιδόθηκε στην αγαπημένη της εργασία, την προσευχή…

Πέρασαν 40 ήμερες αγωνίας και μαρτυρίου για την Γερόντισσα. Πήγε και στον Δεσπότη, μα τίποτε δεν έπραξε. Οι επίτροποι απαιτούσαν απειλητικά τα έσοδα της Μονής. Φθονούσαν τον κόπο της Γερόντισσας και ζητούσαν να σταματήσουν τα έργα της Μονής. Αγνοούσαν ότι η πάμφτωχη Γερόντισσα τις οικονομίες της τις έβαζε για τη συντήρηση της Μονής και τα υπόλοιπα τα μοίραζε σε φτωχούς οικογενειάρχες και πλήθος αναγκεμένων.

Η Γερόντισσα βέβαια δεν το έβαζε κάτω. Καθημερινά πήγαινε στην πόρτα της Εκκλησίας και προσευχόταν. Μετά έλεγε γελαστή στις καλόγρηες: «Έβαλαν καθαρό νερό στα βάζα και γέμισαν τα καντήλια με λάδι. Η Κυρά μας είναι φωτισμένη και καθαρή!». Με τα δάχτυλα της χάιδευε την πόρτα και με ένα παράξενο μουρμούρισμα και ακαταλαβίστικο για τους άλλους την έβλεπες συνέχεια έξω από την πόρτα της Εκκλησίας να μιλάη μόνη της. Νερό δεν έβαζε στα χείλη της, τόση εγκράτεια έκανε· και παρόλη την κακοπάθειά της όλους τους καλοδεχόταν και τους βοηθούσε.

Ύστερα από 40 και πλέον ήμερες, ήλθε ένα πρωί κάποιος επίτροπος να ανοίξη την Εκκλησία. Έτυχε τότε στο μοναστήρι να βρίσκονται καμμιά δεκαριά προσκυνητές. Μόλις άνοιξε την πόρτα ένα άρωμα αποπνικτικό από δάφνη φρεσκοκομένη και μαντζουράνα πλημμύρισαν την Εκκλησία και την αυλή της Μονής. Τα καντήλια ήταν αναμμένα και τα λουλούδια στα βάζα ολόφρεσκα! Όλοι γονάτισαν και πήραν μαζί τους δαφνόφυλλα από το πάτωμα για φυλακτό. Η Γερόντισσα δακρυσμένη, με πρόσωπο ολόλαμπρο από τη χαρά σταυροκοπήθηκε και φώναξε ενώπιον όλων: «Κυρά των Αγγέλων, συγχώρεσε όλους τους αδύναμους ανθρώπους και δυνάμωσε την πίστη τους».

Τελειώνοντας αυτά τα φτωχά λόγια για τη μνήμη της αγαπημένης μου πνευματικής μητέρας, θα σας πω και το εξής:

Μετά την κοίμηση της πολλοί συνάδελφοι μου γιατροί, φίλοι μου, δικηγόροι, πολιτικοί και άλλοι από διάφορα μέρη της γης πέρασαν από το μοναστήρι για να επισκεφτούν τον τάφο της Γερόντισσας και να πάρουν τρία χαλικάκια υποσχόμενοι ότι θα τα επιστρέψουν όταν πραγματοποιηθούν τα αιτήματα τους. Η πραγματοποίηση των αιτημάτων τους είναι βέβαιη. Η πεποίθηση μου είναι ότι η Γερόντισσα παρακαλεί γονατιστή την Κυρά των Αγγέλων για όλα της τα πνευματικά παιδιά…

Ιερομονάχου Δημητρίου Καββαδία, Βίος και Πολιτεία της Ασκήτριας Αναστασίας της Ιεράς Μονής «Κυρά των Αγγέλων» Κερκύρας, 1910-1979, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλης»

Γερόντισσα Αναστασία

Η Γερόντισσα Αναστασία, η τελευταία κτίτωρ και ανακαινιστής της Μονής της Κυράς, εγεννήθη το έτος 1910 εις τον συνοικισμό Βλαχάτικα του χωρίου Αγίων Θεοδώρων Λευκίμμης.

Η Γερόντισσα, έζησε με το ράσο της δοκίμου μοναχής από του έτους 1924, όταν κατετάγηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Μελικίων. Από του έτους 1933 εγκατεβίωσε στην Κυράν και επί 46 συναπτά έτη. Την τελευταία εβδομάδα της επί γης ζωής της και συγκεκριμένα την Τετάρτη 19η Σεπτεμβρίου 1979 εκάρη μεγαλόσχημος από τον μακαριστό Μητροπολίτη Κερκύρας Πολύκαρπον Βαγενά εις στενότατο κύκλο και εντός του κελλίου της λαβούσα το μοναστικό όνομα «Αμβροσία».

Εκοιμήθη εν Κυρίω μετά τρεις ημέρας το Σάββατον 22 Σεπτεμβρίου 1979 και περί ώραν 13.30 μ.μ. και ετάφη την επομένη, Κυριακήν 23 Σεπτεμβρίου 1979, εις την Μονή παρά του ενάρετου Εφημερίου της Μονής ιερέως Νικόλαου Βούλγαρη.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.