Κυριακή Ζ’ Λουκά: «Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται». Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ο Άγιος Ευαγγελιστής Λουκάς μας αναφέρει δυο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το ένα είναι η θεραπεία μιας αιμορροούσης γυναικός και το δεύτερο ακόμη πιο καταπληκτικό η ανάσταση της θυγατέρας του Ιάειρου.

Δύο περιπτώσεις ξεχωριστές, δύο θαύματα ξεχωριστά. Ο ένας ήταν άρχοντας και δεν δίστασε να αφήσει στην άκρη την ιδιότητά του, να εγκαταλείψει το αξίωμά του, να ταπεινωθεί ενώπιον του Χριστού, αλλά και των ανθρώπων και να πέσει στα γόνατα αναζητώντας το θαύμα. Από την άλλη, µία γυναίκα του λαού, που διστάζει να πλησιάσει το Χριστό και έχει πίστη βαθύτατη, ότι απλά αγγίζοντάς Τον θα βιώσει κι εκείνη το θαύμα.

Ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος φορτωμένος με το σταυρό της αγωνίας για την ζωή του παιδιού του, πλησιάζει τον Χριστό. Πρόωρος και αιφνίδιος ήταν ο θάνατος της κόρης του αρχισυναγώγου. Γι’ αυτό και βύθισε σε βαρύ πένθος όχι μόνο την οικογένειά του, αλλά όλη την Καπερναούμ «ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν[1]». Είναι γεγονός ότι η βαρύτητα του σταυρού μας δεν μας εμποδίζει να πλησιάσουμε τον Εσταυρωμένο Θεό.

Αρκετές φορές αναζητούμε στήριγμα, ψάχνουμε κάποιον Κυρηναίο ανάμεσα στους ανθρώπους, ξεχνώντας τον θεό που πρώτος ανέβηκε στο Γολγοθά και εκουσίως σταυρώθηκε. Έτσι έγινε συνοδοιπόρος με κάθε σταυρωμένη ύπαρξη. Ο άνθρωπος αυτός με αγωνία γονατίζει μπροστά στο Χριστό και του ζητά μια χάρη. Να πάει στο σπίτι του για να θεραπεύσει το άρρωστο και ετοιμοθάνατο παιδί του. Ο Χριστός μας δέχεται την πρόσκληση του Ιαείρου, αλλά πριν ξεκινήσει για την οικία του πονεμένου αυτού ανθρώπου, ένα άλλο γεγονός εξελίσσεται ενώπιον του.

Μια γυναίκα, η οποία για δώδεκα συναπτά χρόνια ήταν άρρωστη και αιμορραγούσε, πλησιάζει μυστικά τον Ιησού, απλώνει το χέρι της και αγγίζει την άκρη του εξωτερικού ενδύματός Του, και αμέσως γίνεται καλά. Μια γυναίκα που για δώδεκα ολόκληρα χρόνια ήταν άρρωστη από αιμορραγίες, πλησιάζει κρυφά και μυστικά τον Ιησού, απλώνει το χέρι της και αγγίζει την άκρη του εξωτερικού ενδύματος Του και αμέσως γίνεται καλά. Με το άγγιγμα αυτό συμπεραίνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «καὶ ἀνέστη παραχρῆμα».

Ο Ιησούς όμως την καταλαβαίνει, και λέει αμέσως ότι ένιωσε κάποιος να τον έχει αγγίξει, γιατί αισθάνθηκε να βγαίνει δύναμη από πάνω του. Τότε η θεραπευμένη γυναίκα φανερώνεται ενώπιον του Κυρίου και Εκείνος βλέπει ποια είναι και την παρουσιάζει στον κόσμο για να φανερωθεί η μεγάλη της πίστη, η υπομονή και κυρίως η μεγάλη της ευλάβεια.

Βλέπουμε ότι ενώ από τον Ιάειρο και την σύζυγό του «παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός», στην περίπτωση της αιμορροούσης «ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ». Διαπιστώνουμε μια αντιφατικότητα ανάμεσα στα δύο θαύματα, η οποία κρύβει την πανσοφία και την αγάπη του Κυρίου.

Η ασθένεια και ο θάνατος υπάρχουν και σήμερα στη ζωή του ανθρώπου και θα υπάρχουν έως της Δευτέρας του Χριστού παρουσίας. Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας δεν έχουν καταφέρει να απαλείψουν τα δύο αυτά δεινά, διότι είναι συνυφασμένα με την πεπτωκυία φύση του. Και για μας σήμερα, όμως, υπάρχει ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος με τον δικό του θάνατο καταπάτησε τον θάνατο «Ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός, ὁ τὸν θάνατον καταπατήσας[2]».

Εάν Τον πιστεύουμε και του εναποθέτουμε τα βάσανά μας, τότε βγαίνουμε νικητές από τις θλίψεις μας και τις δύσκολες καταστάσεις. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο χρειάζεται η κατάλληλη προετοιμασία και προπαρασκευή, δηλαδή ταπείνωση, μετάνοια, εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία.

Όταν ομιλούμε για τον θάνατο, με αφορμή τον θάνατο της θυγατέρας του Ιαείρου, λέμε ότι είναι φυσικό πράγμα. Ο θάνατος όμως, δεν απορρέει από την φύση του ανθρώπου. Ο Θεός έπλασε και δημιούργησε τον άνθρωπο για να παραμείνει αιώνιος και άφθαρτος. Ο θάνατος ήλθε στην ανθρώπινη φύση από φθόνο του διαβόλου μετά την πτώση των πρωτοπλάστων «φθόνω δὲ διαβόλου ἀπατηθείς[3]». Έτσι, έγινε εχθρός του ανθρώπου ο θάνατος, σύμφωνα με τον Παύλειο λόγο:

ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος [4].

Με την ενσάρκωση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Κυρίου Ιησού, πήρε μια καινούρια μορφή ο θάνατος. Το γεγονός του θανάτου έγινε, σύμφωνα με τον πολυίστορα Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη «τέλος μέν ών τών άθλων, άρχή δέ τών έπάθλων[5]». Αντιστράφηκαν οι όροι «Πρὸ τοῦ τιμίου Σταυροῦ σου, φοβερὸς ὁ θάνατος τοῖς ἀνθρώποις, μετὰ τὸ ἔνδοξον πάθος, φοβερὸς ὁ ἄνθρωπος τῷ θανάτῳ[6]».

Μή φοβοῦ· μόνον πίστευε

Η βάση και των δύο θαυμάτων είναι η πίστη. Η πίστη είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει κανείς μέτοχος του θαύματος και άρα της Βασιλείας του Θεού. Η πίστη είναι η ανθρώπινη δύναμη που κινητοποιεί την προστατευτική ενέργεια του Θεού. Ο Θεός ζητάει την πίστη μας, για να ενεργήσει. Η πίστη μας είναι η κατάθεση της ελευθερίας μας στα πόδια του Θεού. Αιτία της θαυματουργικής επεμβάσεως του Ιησού η πίστη. Δυστυχώς στις ημέρες μας αυξήθηκε σε μέγιστο βαθμό η απιστία των ανθρώπων.

Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη στην προσευχή μας να παρακαλούμε τον Θεό να μας προσθέσει πίστη, να μας κάνει πιο ένθερμους μαθητές του, αληθινούς χριστιανούς και όχι φαινομενικούς για το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Να εμπιστευθούμε και να πιστέψουμε αληθινά τον Χριστό. «Μή φοβοῦ· μόνον πίστευε». Αυτό να έχουμε στο μυαλό μας και να το εφαρμόζουμε στην ζωή μας.

Αμήν.

Ιεροδιάκονος Ραφαήλ Χ. Μισιαούλης, θεολόγος

Διαβάστε το σχετικό Ευαγγέλιο Κυριακής 27 Οκτωβρίου 2019.

Παραπομπές – Επεξηγήσεις

[1] Λουκά 8, 52.
[2] Ευχή από την εξόδιο ακολουθία.
[3] Ιδιόμελο από την εξόδιο ακολουθία.
[4] Α΄ Κορινθίους 15, 26.
[5] PG 78, Ισιδώρου του Πηλουσιώτου, Επιστολών Βιβλίο Γ΄, ΙΒ΄ Θεοκτίστω, 737Α.
[6] Δοξαστικό Εσπερινού 27ης Σεπτεμβρίου.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.