Άγιος Αθανάσιος ο Νεομάρτυρας: Είχε δύναμη πίστης και δεν ήταν αξιοθρήνητος δειλός... Του π. Ηλία Μάκου. Μέσα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, περί τα τέλη του 17ου αι. ο άγιος Αθανάσιος ο νεομάρτυρας, που τη μνήμη του η Εκκλησία εορτάζει στις 7 Ιανουαρίου, ο οποίος κατάγονταν από την Αττάλεια, αλλά ζούσε στη Σμύρνη, χωρίς κανένα φόβο, χωρίς καμία επιφύλαξη, αλλά με σθένος, διακήρυττε την πίστη του στο Χριστό.
Δεν φοβόταν, διότι ήξερε ότι ο ισχυρότερος απ’ όλους ήταν ο Χριστός. Μόνο αγωνιζόταν με την αρετή.
Αφορμή να οδηγηθεί στο μαρτύριο ήταν ότι μια μέρα δοξολόγησε το Θεό με την ευχή «λάι λαλά», όπως λεγόταν στη διάλεκτο, που μιλούσε, και οι Μουσουλμάνοι τον κατηγόρησαν ψευδώς ότι αποδέχθηκε τη θρησκεία τους, αλλά την αρνήθηκε στη συνέχεια, και προσπάθησαν να τον πείσουν να γίνει Μωαμεθανός.
Ο Αθανάσιος σταθερά εξηγούσε, παρά τους ραβδισμούς και άλλα βασανιστήρια, ότι πιστεύει ολόψυχα στον Χριστό και ενεργεί κατά το θέλημά Του.
Τελικά αποκεφαλίστηκε και τάφηκε στο ναό της Αγίας Παρασκευής Σμύρνης. Και μέσα από το μαρτύριό του αποδείχθηκε δυνατός και νικητής, καθώς αντιστάθηκε στις μεθοδείες των εχθρών.
Τη δύναμη αυτή τη χαρίζει ο Κύριος στους πιστούς του. Και με αυτή τους αξιώνει να στεφανώνονται με το στεφάνι της νίκης.
Μεγάλη αρετή είναι πραγματικά η πίστη. Μεγάλος ατίμητος θησαυρός. Όποιος την κατέχει κερδίζει όχι μόνο την πρόσκαιρη αυτή ζωή, αλλά την αιωνιότητα.
Διότι, φάνηκε στην περίπτωση του νεομάρτυρα Αθανασίου, δεν είναι «κάλαμος υπό ανέμου σαλευόμενος», δεν είναι ένας αξιοθρήνητος δειλός, ένας κλυδωνιζόμενος και άστατος τύπος.
Αντίθετα είναι ισχυρός και θαρραλέος, αγωνιστής της ζωής, χάρις στον Παντοδύναμο Κύριο, στον οποίο στηρίζει το παρόν και το μέλλον του.
Ο νεομάρτυρας Αθανάσιος είχε μια ακλόνητη πεποίθηση στην χάρη του Θεού, γι’ αυτό συνέχεια κατέφευγε σ’ Αυτόν. Δεν αμφιταλαντευόταν και δεν βασανιζόταν από τα «μήπως…» και τα «άραγε…» της ολιγοπιστίας, παρότι το περιβάλλον ήταν μουσουλμανικό. Αυτά δεν έβρισκαν θέση στην ψυχή του. Ήταν βέβαιος εκατό τοις εκατό για την πίστη του, γι’ αυτό άλλωστε και δεν λύγισε.
Σήμερα, πώς είναι δυνατόν, να λεγόμαστε πιστοί και όμως να μην καταφεύγουμε στο Θεό, αλλά να δειλιάζουμε, να αγωνιούμε και να ταρασσόμαστε;
Ας κάνουμε ό,τι επιβάλλεται ανθρωπίνως. Αλλά, κυρίως, του Θεού την πόρτα να χτυπάμε. Και να είμαστε βέβαιοι ότι θα ευοδώνει τις προσπάθειές μας και θα μας ενδυναμώνει για να στεκόμαστε ανθεκτικοί.




































