Ιεροθέου Κρητικού, Διακόνου.

1. Γενικά τινά.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ – Η συσχέτιση μετάνοιας και ψυχικής υγείας του ανθρώπου αποτελεί το κλειδί στην αντιμετώπιση των πολλών ψυχολογικών προβλημάτων, που αντιμετωπίζει πλήθος ανθρώπων στην εποχή μας.
Μάλιστα, δεν θα ήταν άτοπο και τολμηρό να τονισθεί η δραματική διαπίστωση της νοσώδους κατάστασης κάθε ανθρώπου, έξωθεν της υγιούς πνευματικής χριστιανικής ζωής. Αυτή η απόλυτη θέση ίσως να φανεί ακραία και να παρουσιάσει τον γράφοντα ως προκατειλημμένο και δογματιστή, παρά ταύτα δύναται να κατανοηθεί πλήρως μόνο εντός του πλαισίου της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης.

Προκειμένου, λοιπόν, να γίνει κατανοητή η πιο πάνω θέση, αλλά και να δοθεί η ευκαιρία διερεύνησης ύπαρξης σχέσης της μετάνοιας με την ψυχική υγεία του ανθρώπου είναι απαραίτητο να εκτεθούν αρχικά κάποια ανθρωπολογικά προλεγόμενα, που αφορούν στη φυσική και παρά φύση κατάσταση του ανθρώπου, και ύστερα να εξεταστεί η σχέση της μετάνοιας με την ψυχική ευεξία.

Η όλη μελέτη θα βασισθεί στη διδασκαλία του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, μια και όπως εύστοχα έχει σημειωθεί τα έργα του «…συνιστούν ανακεφαλαίωση όλης της πατερικής παραδόσεως»[2]. Ο άγιος Νικόδημος μέσω των θέσεών του, και κυρίως στο έργο του Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο, εισηγείται ένα σύστημα θεώρησης του ανθρώπου υπό το πρίσμα του σωτηριολογικού σχεδίου του Θεού. Φαίνεται ότι οι ψυχικές και σωματικές λειτουργίες του ανθρώπου, ενώ από τη φύση τους δεν έχουν γνώση του κακού, αλλοτριώνονται από τη φυσική τους κατάσταση, εξαιτίας της πτώσης του Αδάμ[3]. Η μετάνοια όμως και η εξομολόγηση καθαρίζουν την ψυχή του ανθρώπου, τον νού και την καρδιά, και ο πιστός πλησιάζει στην προ της πτώσης κατάσταση και στη θέωσή του, εγκαταλείποντας το παρά φύσιν και επανερχόμενος στο κατά φύσιν[4]. Κάθε διαταραχή, επομένως, στην ψυχική ή σωματική λειτουργία του ανθρώπου κάνει αυτόν να πάσχει και να δυσλειτουργεί[5].

2. Γενικά ανθρωπολογικά στοιχεία της νικοδημικής διδασκαλίας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η ανθρωπολογία της Παλαιάς Διαθήκης είναι συνδεδεμένη με τη δημιουργία του ανθρώπου και την πτώση του στην αμαρτία. Βεβαίως, ο Θεός δεν αφήνει το πλάσμα του, ύστερα από την πτώση, και έτσι γίνεται λόγος για αναδημιουργία. Εντός αυτής της βιβλικής κτισιολογίας τοποθετεί ο άγιος Νικόδημος τη διδασκαλία του. Η δημιουργία του ανθρώπου συμπεριλαμβάνεται εντός της εν γένει δημιουργίας. Βασική προϋπόθεση επί της οποίας κινείται η σκέψη του αγίου Νικοδήμου σε όλη την κτισιολογία του είναι η διάκριση κτιστού και ακτίστου. Μόνο δυό πράγματα υπάρχουν: η θεότητα και η κτίση, τα οποία διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους[6].

Ως κτίσμα ο άνθρωπος είναι ομόδουλος με την κτίση. Καθότι κάθε κτίση ορατή και αόρατη προέρχεται από τον Θεό, βρίσκεται άπαξ διά παντός σε πλήρη εξάρτηση από αυτόν, για το λόγο ότι η θεότητα αποτελεί την πηγή του είναι[7]. Ο πλάσας τα πάντα Θεός δεν θεωρείται μόνον ως η πηγή της ζωής, αλλά και η πηγή του αγιασμού, ως φύσει άγιος, στην οποία καλείται ο άνθρωπος να μετέχει[8].

Εντός μιάς αριστοτεχνικής παραγράφου, ο αγιορείτης πατέρας παρουσιάζει τον άνθρωπο ως ένα μεγαλόκοσμο εντός του μικρόκοσμου: «…τον αόρατον πρώτον Κόσμον, και τον ορατόν δεύτερον δημιουργήσας Θεός: ‘‘διά να δείξη σοφίας μείζονος γνώρισμα και της περί τας φύσεις πολυτελείας’’, ως είπεν η θεολόγος του Γρηγορίου φωνή, ύστερον πάντων δημιουργεί και τον άνθρωπον εκ ψυχής αοράτου, και σώματος ορατού. Όθεν…κατασταίνει τον άνθρωπον ο Θεός, ωσάν ένα Κόσμον μεγάλον μέσα εις τον μικρόν. Μεγάλον μεν Κόσμον, διά το πλήθος των δυνάμεων οπού περιέχει· και μάλιστα της λογιστικής, και νοεράς, και θελητικής· τας οποίας ο αισθητός και μέγας Κόσμος ουκ έχει· μέσα δε εις τον μικρόν Κόσμον, διά την αίσθησιν μόνον οπού αυτός περιέχει…»[9].

Η δημιουργία του ανθρώπου ανάγεται στον Τριαδικό Θεό[10], ο οποίος εκ του μη όντος φέρει τον άνθρωπο στην ύπαρξη[11], ελεύθερα και κινούμενος από άπειρη αγάπη και σοφία[12], προβάλλοντας τον άνθρωπο ως την κορωνίδα της δημιουργίας, δηλαδή το τελειότερο δημιούργημα επί της γης[13]. Με τη δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό, αυτομάτως, διακρίνεται και αντιδιαστέλλεται ο κτιστός άνθρωπος από τον άκτιστο Θεό, καθώς και από την προηγηθείσα από αυτόν -τον άνθρωπο- δημιουργία[14].

Ο άνθρωπος ευρισκόμενος στο μεταίχμιο μεταξύ πνευματικού και υλικού κόσμου[15] γνωρίζεται ως διφυής[16]. Είναι δηλαδή διπλός, «ο έξω άνθρωπος», που είναι ορατός, και «ο έσω», που είναι αόρατος, πνευματικός. Το διφυές του ανθρώπου επιμαρτυρείται εκ πλείστων χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης και επισφραγίζει τη διδασκαλία του οσίου. Ο Θεός κατασκευάζει τον άνθρωπο πλάθοντάς τον χούν από της γης, διαφοροποιώντας τον τρόπο δημιουργίας του από των λοιπών κτισμάτων[17]. Ο άνθρωπος πέραν του λόγου, μέσω του οποίου δημιουργήθηκαν τα λοιπά κτίσματα, είναι θεόπλαστος[18] .

Στο σώμα του ανθρώπου κατοικεί η ψυχή, που είναι και αυτή δημιούργημα του Θεού, συγκειμένου τοιουτοτρόπως του ανθρώπου από ύλη και πνεύμα. Η υλική και πνευματική φύση εναρμονίζονται πλήρως, αποτελώντας και συγκροτώντας μία ψυχοσωματική ενότητα, χωρίς η μία να αντίκειται στην άλλη, και αλληλοεπιδρώντας μεταξύ τους[19]. Ο τεχνίτης συνέδεσε τη δύναμη της ψυχής με το σώμα κατά τέτοιο έξοχο τρόπο, ώστε, φθάνοντας αυτή μέχρι τα πέρατά του, να οδηγεί σε σύμπνοια και κοινωνία τα διαφορετικά μέλη. Η πνευματική φύση με την οποία προικοδοτήθηκε ο άνθρωπος είναι αυτή, που ζωοποιεί την υλική[20].

Η ψυχή έχοντας χαρακτήρα ασώματο είναι αόρατη, δεν γίνεται αντιληπτή με τα σωματικά μάτια, και γνωρίζεται μόνο από τις ενέργειές της. Είναι λογική, πνευματική και αθάνατη και βρίσκεται «εν τω μεσαιτάτω της καρδίας»[21]. Η βαθύτερη ουσία της ψυχής παραμένει άγνωστη σε εμάς. Η ψυχή προικισμένη με μια αξιοθαύμαστη δύναμη παρά του Θεού, την αγαπητική, παρακινείται σε ώθηση προς τον Θεό και τον άνθρωπο. Η ψυχή διακρίνεται σε δύο μέρη, το άλογο παθητικό, που περιλαμβάνει το θυμοειδές και το επιθυμητικό, και το λογικό απαθές, αλλοτρόπως λεγόμενο λογιστικό ή ηγεμονικό[22] .

Η υπερέχουσα αξία της ψυχής έναντι του σώματος διαφαίνεται στη διδασκαλία του ιερού πατρός, όταν αυτός αποδίδει τον τελικό σκοπό όλου του μυστηρίου της θείας οικονομίας στη σωτηρία της[23]. Αλλά και από την άλλη αποδέχεται τη δυναμική φορά του ανθρώπινου όντος προς τον Θεό, ο οποίος αποτελεί όχι μόνον τον αποχρώντα λόγο της ύπαρξής του, αλλά και αυτόν τον προορισμό του· «ο Θεός είναι, όχι μόνον η πρώτη σου αρχή, αλλά και το υστερινόν σου τέλος. Διά τι σε έπλασε και σε διαφυλάττει διά αυτό μόνον το τέλος, διά να τον αγαπάς, διά να τον δοξάζεις, και απλώς διά να τον δουλεύης εις την παρούσαν ζωήν»[24].

Η προσωπική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό θεμελιώνεται στο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού. Ολοφάνερη είναι η ανωτερότητα του ανθρώπου έναντι της υπόλοιπης θείας τεχνουργίας χάριν αυτών των δυό ιδιοτήτων, που παρέχονται από τον Θεό[25]. Το «κατ’ εικόνα» αναφέρεται στη φύση του ανθρώπου και υποδηλώνει την πνευματική συγγένεια του ανθρώπου με τον Πλάστη του. Συμφωνώντας με την προγενέστερη πατερική παράδοση, ο άγιος Νικόδημος αποδίδει το κατ’ εικόνα στην ψυχή, στο λόγο, στον νού, στο αυτεξούσιο, στην εξουσιαστικότητα, πράγμα που φανερώνει ότι αυτός το αποδίδει στο σύνολο της ανθρώπινης φύσης[26]. Το κατ’ εικόνα αναμφισβήτητα κατά τον αγιορείτη πατέρα εντοπίζεται και στο τριμερές της ανθρώπινης φύσης (νούς-λόγος-πνεύμα), «με τα οποία εκοσμήθη εις εικόνα της Αγίας Τριάδος»[27].

3. Η υγεία του ανθρώπου πριν την πτώση.

Η αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου θεωρείται κατά φύσιν ζωή. Ο πρωτόπλαστος δημιουργήθηκε με έμφυτη την αγαθότητα· «ο νούς εκτίσθη υπό Θεού φύσει αγαθός, και έλαβεν οιονεί έμφυτον, και οικείαν παρά Θεού την αγαθότητα». Ο νούς ήταν τελείως «…απλούς, ανείδεος, ασχημάτιστος και χάρτης και πίναξ άγραφος»[28]. Ο νούς του ανθρώπου πλάσθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, για να είναι εικόνα και ομοίωση του απλού, χωρίς μορφή και σχήμα, δημιουργού του[29].

Ταυτόχρονα, ο νούς ήταν αυτεξούσιος, που είναι βασικό γνώρισμα του ανθρώπου. Ο Θεός δεν επέβαλε την αναμαρτησία και το καλό, αλλά έδωσε την ελευθερία επιλογής, ώστε ο άνθρωπος να μπορεί είτε να ενωθεί με το αρχέτυπο, εάν διατηρούσε το «απλούν, ανείδεον, και ασχημάτιστον» του νού του, είτε να διαφοροποιηθεί από αυτό μορφώνοντας το νού του με διάφορες ιδέες και φαντασιώδεις γνώσεις των φυσικών και ανθρώπινων πραγμάτων[30].

Σε αυτήν την προπτωτική κατάσταση η νοερή ενέργεια του νού βρισκόταν εντός του φυσικού οργάνου της, την καρδιά, και παρατηρούσε νοερά τον εσωτερικό άνθρωπο[31]. Η νοερή ενέργεια εκινείτο κυκλικά, προσευχόμενη εντός της καρδίας του ανθρώπου και με αυτήν την «κυκλική και απλανή κίνησι του νοός» ο νούς βρισκόταν ενωμένος με τον Θεό[32]. Δηλαδή, ο άνθρωπος ήταν υπαρκτικώς άνω, θεωρώντας το καλό και τα νοητά. Ολόκληρη η ψυχοσωματική οντότητα του ανθρώπου βρισκόταν σε κοινωνία με τον Θεό και κατ’ επέκταση σε κατάσταση αρετής και αγιότητας. Η φυσική ηδονή του νού ήταν τα νοητά κάλη[33] και το φυσικό γνώρισμά του η ενασχόληση με τα συγγενή νοητά «καθ’ ο νούς, εις τα συγγενή νοητά· καθ’ ο άυλος, εις τα άυλα· καθ’ ο αθάνατος, εις τα αθάνατα…»[34]. Ο αδαμικός άνθρωπος, κατά τον θείο πατέρα, ανέβαινε από «τα αισθητά εις τα νοητά· από τα αιτιατά εις τα αίτια· και από τας εικόνας και τύπους, εις τα πρωτότυπα και εικονιζόμενα»[35], καθώς επίσης ανερχόταν άμεσα στους νοητούς λόγους των όντων, σε αντίθεση με τον μετά την πτώση άνθρωπο[36]. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο προπτωτικός άνθρωπος εστερείτο την φαντασία[37], όπως και ο νούς του νέου Αδάμ, του πλάσαντος και αναπλάσαντος την φύση του ανθρώπου, εστερείτο αυτήν, μια και «την φαντασίαν ου προσέλαβε»[38].

4. Ο ασθενής μετά την πτώση άνθρωπος.

Ο άνθρωπος μη στερούμενος της τρεπτότητας ως κτίσμα είχε τη δυνατότητα να τάσσεται προς τη μία ή την άλλη πλευρά και να προοδεύει αναλόγως στο αγαθό ή στο κακό. Η παραδείσια κατάσταση και κατά φύσιν ζωή βρισκόταν υπό αίρεση και γι’ αυτό δεν ήταν σταθερά και οριστική. Ο άνθρωπος ώφειλε να καταστεί απερίτρεπτος της αρετής και να τελειωθεί, όπως οι άγγελοι. Αυτός ήταν ικανός, έχοντας την εξουσία, δύναμη και γνώση, να διαφυλάξει την κατά φύσιν ζωή, μένοντας στη μακαριότητα του Θεού.

Όταν ο άνθρωπος κλήθηκε να χρησιμοποιήσει την ελευθερία του, βρέθηκε προ της αμφιταλαντεύσεως και του διλήμματος να παραμείνει υποκείμενος του Θεού, πορευόμενος προς τη θέωση σε εξάρτηση πάντοτε από τον Θεό, ή να χρησιμοποιήσει την από τον Θεό δοσμένη ελευθερία του και να ανυψωθεί σε Θεό, αντικείμενος του Θεού. Επειδή προτίμησε το δεύτερο, κατέστη αντίπαλος του Θεού, επιφέροντας τον θάνατο. Η ζηλοτυπία και η έχθρα του διαβόλου υπήρξαν αποτελεσματικές, ώστε να αλλοτριώσουν τον άνθρωπο από τον Θεό και την άλυπη ζωή.

Κατά τον άγιο Νικόδημο, η ιδέα του κακού εισήλθε στην ψυχή μέσω των αισθητηρίων[39]. Δηλαδή το κακό δεν προήλθε μέσα από τον άνθρωπο, αλλά είναι «παρά φύσιν», «επείσακτον, και ξένον της του νοός φύσεως» και «ουδαμόθεν άλλοθεν τούτο δύναται να εισέλθη εις τον νούν, ειμή διά των αισθήσεων έξωθεν»[40].

Βεβαίως, η καταστροφή της ευδαιμονίας του ανθρώπου στην προπτωτική κατάσταση αποδίδεται στο φθόνο του διαβόλου και στο αυτεξούσιο του ανθρώπου. Κύριο ρόλο στη μετάσταση από τη ζωή του παραδείσου και την κατά Θεό διαβίωση και κοινωνία στη μακράν του παραδείσου ζωή, την παρά φύσιν και την αποκεκομμένη από την κοινωνία με τον Θεό, επέχει το αυτεξούσιο του ανθρώπου. Λόγω της μοχθηρής του προαίρεσης, ο άνθρωπος αμάρτησε και πέθανε. Το αυτεξούσιο, στο οποίο υποτάσσεται ο νούς, και το οποίο είναι αξίωμα της ψυχής, από τον Θεό δοσμένο, για να υποτάσσει όλες τις δυνάμεις της και να υποτάσσεται μόνο στον Θεό, έχασε τον ορθό προσανατολισμό του και διέπραξε το κακό, παραβαίνοντας τον θείο νόμο[41]. Με την προπατορική παράβαση της θείας εντολής το αυτεξούσιο πλέον και η ανθρώπινη θέληση «εχωλάνθη και εκολοβώθη»[42].

Με τη σειρά τους τα αισθητήρια ενεργοποίησαν την κίνηση της φαντασίας, που θεωρείται «μεθόριον νού, και αισθήσεως» και «χάρτης του Βασιλέως νού…επάνω εις τον οποίον καταγράφονται» τα αιθητά[43]. Η φαντασία χρησιμοποιήθηκε ως όργανο του Διαβόλου, ο οποίος «τον Αδάμ επλάνησεν, εμβάσας εις τον νού του φαντασίαν ισοθείας»[44]. Ο άνθρωπος, επειδή προσδώκησε τα μεγαλύτερα και έσπευσε να αρπάξει το ανέφικτον, έχασε και το κατεχόμενο. Η θεόσδοτη τάξη παραγκωνίσθηκε, υπερέβη, και επήλθε η διατάραξη της μακαρίας κατάστασης, εξαιτίας της μη τήρησης των οφθαλμών των προπατόρων, καθότι «αν ήθελον φυλάξωσι τους οφθαλμούς των και οι προπάτορες, δεν ήθελαν εξορισθούν μακράν του Θεού, και του Παραδείσου»[45]. Προς τη θέωση εκινείτο η φύση του ανθρώπου και αυτή αποτελούσε και αποτελεί τον προορισμό του, αλλά πάντοτε υπό τα όρια της αμφίδρομης σχέσης Θεού και ανθρώπου, εναρμόνισης θείας και ανθρώπινης θέλησης και συνέργειας. Αντιθέτως, ο Διάβολος εισηγείται φενάκη ισοθεία άνευ των προαναφερθέντων προαπαιτουμένων.

Η εσωτερική όψη του επεισοδίου της πτώσης είναι ότι η αμαρτία σκότησε τον νού[46]. Η ηδονή πλέον του νού από τα νοητά αντικαταστάθηκε από την ηδονή των αισθητών και ο άνθρωπος άρχισε να αντιλαμβάνεται την αισθητή κτίση με «εμπάθεια», μια και «το ξύλον εκείνο το γνωστόν καλού και πονηρού, η εμπαθής αίσθησίς εστι της φαινομένης Κτίσεως»[47]. Το κατ’ εικόνα αμαυρώθηκε και η προσωπικότητα του ανθρώπου υπέστη διάσπαση και διατάραξη. Η πρότερη τέλεια ψυχοσωματική σχέση και ενότητα εντός του ανθρώπου και τα φρονήματα της σάρκας και του πνεύματος καθίστανται μαχόμενα προς άλληλα και αλληλοεχθρεύονται. Εξ αιτίας της αλλοίωσης των πνευματικών δυνάμεων, επικρατεί εσωτερική ταραχή και σύγχυση, που προέρχεται από τα πάθη. Ο νούς σκοτίζεται στερούμενος της φωτιστικής θείας ενέργειας και αδυνατεί να επιτύχει πάντοτε το καλό, αφού καθίσταται βραδύς στην αρετή· «τώρα θέλει να κινηθή εις το καλόν, και ου δύναται, αν δεν δυναμωθή η θέλησίς του από την προκαταρκτικήν καλουμένην του Θεού χάριν»[48].

Από την άλλη πλευρά, η εξωτερική όψη αφορά στη βιολογική μεταβολή του ανθρώπου και αλλοίωση. Το σώμα νωρίτερα, στην προπτωτική κατάσταση, εφέρετο σε απάθεια, αφθαρσία και αθανασία, όχι καθ’ εαυτό αλλά κατά την ενέργεια της ψυχής προς τη μετά του Θεού κοινωνία. Τώρα αναδεικνύεται η δύναμη της φθοράς, η οποία επιφέρει συνεχή τάση προς διάλυση και αποσύνθεση. Σε ένα χωρίο ο άγιος Νικόδημος περιγράφει όλη τη δραματική κατάσταση της πτώσης του ανθρώπου:

«Ευθύς δε οπού εμβήκεν η αμαρτία αυτή εις τον κόσμον, έσυρεν οπίσω της όλον το πλήθος των κακών. επειδή όλα τα κακά, και η στέρησις της καθόλου δικαιοσύνης και αρετής, και η διαφθορά της φύσεως, και η αντίστασις εις όλας τας αρετάς, και η κλίσις εις όλας τας κακίας, και τα πάθη, και οι πόλεμοι, και οι λοιμοί, και οι σεισμοί, και αι φθοραί, και οι κατακλυσμοί, και τελευταίον ο θάνατος…»[49].

Η αχρείωση του κατ’ εικόνα και η απώλεια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος ματαίωσε πρόσκαιρα τη μελλοντική απόκτηση του καθ’ ομοίωσιν. Ο άνθρωπος εξέπεσε του παραδείσου, του πραγματικού τρόπου ζωής και της προσεδρείας του Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η διαπροσωπική σχέση με τον Θεό διεταράχθηκε, αλλοτριούμενος ο άνθρωπος από τον Θεό και περιπίπτοντας κατ’ ανάγκη στην εξουσιαστικότητα του Διαβόλου, της αμαρτίας και του θανάτου.

Στη νοσούσα κατάσταση «υπάρχει βραχυκύκλωμα μεταξύ του πνεύματος του ανθρώπου (δηλαδή της κατά τους πατέρας νοεράς ενεργείας) και του εγκεφάλου». Ο άνθρωπος ελευθερώνει την ενέργεια του νού του στα εξωτερικά από αυτόν πράγματα και η νοερή ενέργεια δεν κινείται κυκλικά, όπως λέχθηκε για τη φυσιολογική κατάσταση[50], αλλά «ξεδιπλωμένη και ριζωμένη εις την καρδίαν κολάει στον εγκέφαλο και δημιουργεί βραχυκύκλωμα μεταξύ εγκεφάλου και καρδίας. Έτσι τα νοήματα του εγκεφάλου, που είναι όλα από το περιβάλλον, γίνονται νοήματα της νοεράς ενεργείας ριζωμένη πάντα στην καρδίαν. Έτσι ο πάσχων γίνεται δούλος του περιβάλλοντός του»[51].

Ενώ ο Αδάμ και η Εύα ευθύνονται για την πτώση, οι συνέπειες αυτής μεταδίδονται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. «Με όλον τούτο το φαρμάκι εκείνης της αμαρτίας οπού εφαρμάκοσε την ρίζαν, ήτοι τον Αδάμ, φαρμακεύη και αυτόν αιωνίως»[52].

5. Η θεραπεία της νόσου.

Η θεραπεία της νόσου αρχίζει με την κάθαρση του πνεύματος του ανθρώπου, δηλαδή του έσω ανθρώπου ή της νοερής ενέργειας. Τότε το πνεύμα του ανθρώπου επιστρέφει στη φυσιολογική του λειτουργία, στην κυκλική κίνηση· ο νούς αποκαθίσταται από δούλος σε βασιλιάς της ψυχοσωματικής οντότητας· και το πνεύμα του ανθρώπου προσεύχεται αδιαλείπτως εντός της καρδίας.

Ο αγώνας για την κάθαρση αποτελεί θεμελιώδους σημασίας έργο του χριστιανού. Ο νούς του μεταπτωτικού ανθρώπου αδυνατεί να θεωρήσει την αλήθεια, εξαιτίας του σάρκινου πλέον χαρακτήρα του και του αλλότριου προς το θείο θέλημα φρονήματός του. Η κάθαρση της ψυχής είναι εκ των ων ουκ άνευ για την πορεία προς την τελείωση. Τα πάθη εκταράσσουν τον οφθαλμό της ψυχής και είναι αδύνατον ο τεθολωμένος οφθαλμός να αντιληφθεί ακριβώς τα αόρατα και να κατανοήσει την αλήθεια.

Πρωταρχικής σημασίας ρόλο στη θεραπεία της νόσου διαδραματίζει η μετάνοια[53], δηλαδή η πνευματική κατάσταση κατά την οποία ο αμαρτωλός εγκαταλείπει το παρά φύσιν, δηλαδή την κατάσταση της αμαρτίας, και επανέρχεται στο κατά φύσιν, που είναι η κατάσταση της ενάρετης ζωής και η πορεία προς το καθ’ ομοίωση[54] ή όπως εύστοχα τη χαρακτηρίζει ο ιερός πατέρας: «επαναστροφή από του διαβόλου προς τον Θεόν, η οποία γίνεται με πόνον και άσκησιν»[55]. Αυτή, μαζί με τα θερμά δάκρυα, αποτελεί τη μοναδική θεραπεία για την αμαρτία[56].

Η μετάνοια έγκειται στην αναγνώριση της αμαρτίας από τον άνθρωπο, στη συντριβή, ταπείνωση και εκζήτηση του θείου ελέους. Σπουδαία σημασία διαδραματίζει ο εσωτερικός έλεγχος της συνείδησης, διότι αυτός είναι ο κριτής που τέθηκε από τον Θεό εντός κάθε ανθρώπου προκειμένου να υποδεικνύει τις αμαρτίες και να τον ωθεί στη μετάνοια[57]. Η μετάνοια θα ολοκληρωθεί με την απόφαση του πιστού να διακόψει την αμαρτία και να ζήσει με βάση το θέλημα του Θεού. Όταν ο άνθρωπος αποφασίσει να αλλάξει μέσω της προσευχής και της χάρης του Θεού, συμβάλλοντας σε αυτό η αποφασιστική του θέληση, δέεται να διακόψει την αμαρτία και να οδηγηθεί στο δρόμο της αρετής[58].

Ο άγιος Νικόδημος τονίζει ότι η μετάνοια στη ζωή των χριστιανών δεν είναι περιστασιακή κατάσταση. Αυτή πρέπει να είναι μια διαρκής επιδίωξη του πιστού. Σκοπός του μυστηρίου της μετάνοιας εκτός από την άφεση των αμαρτιών είναι να δοθεί η δυνατότητα στον πιστό μιάς πιο σταθερής και κατ’ επίγνωση πορείας στον πνευματικό αγώνα. «Όπως οι πληγές με την διάγνωση και φροντίδα του γιατρού θεραπεύονται έτσι και οι αμαρτίες με την εξομολόγηση διορθώνονται και οι πιστοί απελευθερώνονται από τα πάθη και θεραπεύονται. Η συχνή εξομολόγηση είναι μεγάλη ευεργεσία, γιατί οι αμαρτίες δεν μπορούν να ριζώσουν στην καρδιά του πιστού που εξομολογείται συνέχεια»[59]. Διά του μυστηρίου της εξομολόγησης δίδεται η συγχώρεση και οι αμαρτωλές έξεις αντικαθίστανται από τις αγαθές με την συνέργεια της θείας χάριτος[60].

Το μυστήριο της μετάνοιας και εξομολόγησης παραλληλίζεται με το μυστήριο του βαπτίσματος. Σημειώνει συγκεκριμένα ο άγιος:

«Ο Θεός, καθώς εις την τάξιν της φύσεως δεν επρονόησε μόνον το να γεννώμεθα εις την ζωήν υγιείς· αλλ’ επρονόησεν ακόμη και το να αναλαμβάνωμεν πάλιν την υγείαν, όταν σωματικώς ασθενήσωμεν, με λουτρά και ιατρικά διάφορα· τοιουτοτρόπως και εις την τάξιν της χάριτος, δεν επρονόησε μόνον το να αναγεννώμεθα πνευματικώς υγιείς διά του αγίου βαπτίσματος· αλλ’ επρονόησε και το να ανακαλούμεν πάλιν την πνευματικήν υγείαν, όταν ψυχικώς ασθενήσωμεν, με ένα καθαρτικόν λουτρόν και ιατρικόν θαυμάσιον· και τούτο δεν είναι άλλο, πάρεξ το μυστήριον της ιεράς εξομολογήσεως»[61].

Η εξομολόγηση και μετάνοια οδηγεί από την παρά φύσιν ζωή στην κατά φύσιν, που είναι η επιστροφή στον Θεό και στην ενάρετη ζωή. Ο άνθρωπος, που μετανοεί, θεραπεύεται και καθαρίζεται από τα πάθη και την αμαρτία και το άγιο Πνεύμα αποκαθιστά αυτόν στη νέα ζωή της χάριτος. Ο σκοτισμένος και αμαυρωμένος νούς του ανθρώπου καθαρίζεται και επανέρχεται στην πρότερη κατάσταση της υγείας, με αποτέλεσμα να θεωρεί καθαρά και να κατανοεί τα υπερώου μυστήρια του Πνεύματος[62].

Η άσκηση μαζί με την μετάνοια παρουσιάζεται ως η μέθοδος που κατακτά την πνευματική ζωή και υπερνικά τα πάθη και τις αμαρτωλές έξεις. Όταν καθαρθεί η καρδιά από τα πάθη, που σκοτίζουν το νού και την ψυχή, και γίνει κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος, τότε αυτό θα χαρίσει στον άνθρωπο τη θεογνωσία και τη θεωρία. Ο άνθρωπος αγωνιζόμενος θα φθάσει στο υπέρ φύσιν και πνευματικό και θα αγιασθεί η ψυχή του. Θα καταξιωθεί του χαρίσματος της θεοπτίας[63] και η κάθαρση του κατ’ εικόνα από τα πονηρά έργα και τους λογισμούς διά των δακρύων και της μετάνοιας θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην προ της παρακοής του Αδάμ κατάσταση[64].

[1]. Ομιλία που εκφωνήθηκε σε ιερατική σύναξη της Ι.Μ. Κυθήρων & Αντικυθήρων κατά την 22 Μαρτίου 2024.

[2]. Πρωτ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 19892, σ. 107).

[3]. Βλ. Ι. ΜΑΝΘΟΥ, Η θέωση κατά το Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο του αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη, μ.δ., 2012, αναρτήθηκε από: https://ikee.lib.auth.gr/record/131214/files/GRI-2013-9987.pdf

[4]. Βλ. Α. ΓΚΡΕΚΑΣ, Η ησυχαστική πνευματικότητα στο έργο του Νικοδήμου του Αγιορείτη, δ.δ., 2015, αναρτήθηκε από: https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/36911.

[5]. Βλ. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ, Ψυχοσωματική φυσιολογία και παθολογία κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, εκδ. Ι. Κοινοβίου Οσίου Νικοδήμου, Πεντάλοφος Παιονίας 2019.

[6]. Ερμηνεύοντας την Β΄ Πετ. 1,4 σημειώνει: «Κανένας δε ακούοντας τον κορυφαίον να λέγη ότι εχαρίσθη εις τους Χριστιανούς το να γένουν κοινωνοί θείας φύσεως, ας μην απατηθή και νομίση πως λέγει ότι έχει να μεθέξη τινάς από την φύσιν και ούσίαν του Θεού. Άπαγε! Τούτο γαρ είναι αδύνατον εις κάθε λογικόν κτίσμα, τόσον αγγέλους όσον και ανθρώπους. Και τούτο είναι φρόνημα των αιρετικών Μασσαλιανών πρότερον και των Βαρλααμιτών και Ακινδυνιαστών ύστερον και των ακολούθων αυτοίς, επειδή η υπερούσιος εκείνη και άπειρος ουσία και φύσις του Θεού, όχι μόνον είναι αμέθεκτος από τα κτίσματα, αλλά και αόρατος και όχι μόνον αόρατος, αλλά και ακατάληπτος και πάντη ανεπινόητος και ανεξιχνίαστος. Το γαρ πεπερασμένον δεν ημπορεί να χωρήση το άπειρον. Η κοινωνία λοιπόν της θείας φύσεως οπού λέγει εδώ ο κορυφαίος είναι το να κοινωνήσουν και να μεθέξουν οι διά πίστεως και εναρέτου βίου καθαρθέντες και τελειωθέντες Χριστιανοί από τας του Θεού τελειότητας και ενεργείας και δυνάμεις και χάριτας και απλώς από τα προσόντα του Θεού, τα οποία ωνόμασε φύσιν Θεού ο κορυφαίος. διατί είναι ηνωμένα με την του Θεού φύσιν και από αυτήν είναι αχώριστα, και ακολούθως διατί είναι ουσιώδη και φυσικά του Θεού. Φύσις γαρ λέγονται και τα φυσικά. Και καθώς η θεία φύσις είναι αίδιος και άκτιστος, έτσι και αυτά είναι συναίδια τω Θεώ και άκτιστα. Τούτων λοιπόν των φυσικών τελειοτήτων του Θεού οι κεκαθαρμένοι κοινωνούντες θεούνται και θεοί γίνονται κατά χάριν» (Ερμηνεία εις τας επτά καθολικάς επιστολάς των αγίων αποστόλων, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 346).

[7]. Εγχειρίδιον Συμβουλευτικόν, εκδ. 1801, σ. 26.

[8]. Βλ. το ανωτέρω σχόλιο για την διάκριση κτιστού-ακτίστου.

[9]. Εγχειρίδιον Συμβουλευτικόν, ενθ’ ανωτ., σ. 26-27. Βλ. επίσης τη μελέτη του Πρωτ. Γ. ΜΑΡΝΕΛΛΟΥ, Ο “μεγαλόκοσμος” άνθρωπος κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη ως βάση της ελληνικής αγωγής και παιδείας, εκδ. Κέντρου Μελέτης Ορθοδόξου Πολιτισμού, Άγιος Νικόλαος Κρήτης 1990.

[10]. Αόρατος Πόλεμος, τύποις Καραμπίνη και Βαφά, Αθήναι 1853, σ. 73: «Ω Τριάς υπερούσιε, Πάτερ, Υιέ και Πνεύμα Άγιον· ας είσαι δεδοξασμένη εις τους αιώνας. Πόσον χρεωστώ να σε ευχαριστώ πάντοτε, όχι μόνον διότι με έπλασες από την γην…». Πρβλ. Εορτοδρόμιον, τ. Α΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 400.

[11]. Πνευματικά Γυμνάσαμτα, εκδ. Βενετίας 1800, σ. 11: «…πόσω μάλλον τώρα είσαι χρεώστης εις τον Θεόν οπού σε εμετάβαλεν, όχι από το σπειρί της άμμου, αλλά από το μηδαμή μηδαμώς μηδέν, εις ένα τέλειον ον;». Αυτόθι, σ. 2: «Διά την εδικήν σου σωτηρίαν εδημιούργησεν ο Θεός, εκ του μη όντος εις το είναι, όλον ετούτον τον αισθητόν κόσμον». Εγχειρίδιον Συμβουλευτικόν, ενθ’ ανωτ., σ. 199: «…τα κτίσματα…τα έφερεν εκ του μη όντος εις το είναι…αυτά ήτον μη όντα, και μηδέν, προ του να κτισθούν». Αυτόθι, σ. 226 κ. ε.

[12]. Πνευματικά Γυμνάσματα, ενθ’ ανωτ., σ. 160: «…η αγάπη του Θεού προς ημάς εστάθη αιώνιος ομού και άπειρος· αιώνιος, διά τι αυτός δεν ηγάπησε τον εαυτόν του, και το εδικόν του αγαθόν πρωτύτερα από εσένα αλλά καθώς ανάρχως και αιωνίως ηγάπησε τον εαυτό του, έτζι ανάρχως και αιωνίως ηγάπησε και εσένα, και επεθύμησεν από του αιώνος να σε κάμη κοινωνόν και μέτοχον του ιδίου του αγαθού, και της μακαριότητος…». Αυτόθι, σ. 11: «…εμεταχειρίσθη εις ωφέλειάν σου μίαν άπειρόν του δύναμιν, η οποία εχρειάζετο αναγκαίως, διά να νικήση το άπειρον διάστημα οπού ευρίσκεται ανάμεσα εις το ον, και εις το μη ον, και ούτω να σε δημιουργήςη; Και το περισσότερον, οπού εμεταχειρίσθη ο Θεός δι’ εσέ ακόμη, και μίαν αγάπην άπειρον». Αυτόθι, σ. 257. Εγχειρίδιον Συμβουλευτικόν, ενθ’ ανωτ., σ. 199.

[13]. Αυτόθι, σ. 3: «…σε εκατέστησε βασιλέα επάνω εις όλα του τα ποιήματα…».

[14]. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ.’ ανωτ., σ. 262 κ.ε.

[15]. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’, ανωτ., σ. 36: «Κόσμον, οπού συνδέει τα δύω άκρα του άνω και κάτω Κόσμου, και κάμνει να φαίνεται ένας ο τούτων Δημιουργός». Βλ. και αυτόθι, σ. 163. Πρβλ. και Αόρατος Πόλεμος, ενθ’ ανωτ., σ. 73: «…μόνος εσύ είσαι ορθοσχήμων και λογικός από όλα τα άλλα ζώα, και πως είσαι μία ένωσις, και ένας σύνδεσμος των αύλων και υλικών κτισμάτων».

[16]. Πνευματικά Γυμνάσματα, ενθ’ ανωτ., σ. 260.

[17]. Αυτόθι, σ. 12, υποσημ. 1.

[18]. Εορτοδρόμιον, τ. Α´, ενθ’ ανωτ., σ. 218: «Κυρίως μεν η πλάσις λέγεται επί του ανθρωπίνου σώματος, η δε ποίησις επί της ψυχής, κατά τον Δαβίδ λέγοντα· ‘Αι χείρες σου εποίησάν με (κατά την ψυχήν) και έπλασάν με (κατά το σώμα)’».

[19]. Πνευματικά Γυμνάσματα, ενθ’ ανωτ., σ. 38: «εις εκείνην την μακαρίαν διαγωγήν και αθωότητα ευρισκομένου του Αδάμ, η μεν ψυχή του, ήτον πάντη υποτεταγμένη με όλας της τας δυνάμεις εις τον Θεόν. Το δε σώμα του, ήτον υποτεταγμένον με όλας του τας δυνάμεις εις την ψυχήν. Όλα δε πάλιν τα Κτίσματα, και τα τέσσαρα στοιχεία, ήσαν υποτεταγμένα εις το σώμα του και καμμία εναντιότης και προσβολή δεν εγίνετο εις αυτό».

[20]. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 151 κ.ε.

[21]. Αυτόθι, σ. 151.

[22]. Αόρατος Πόλεμος, ενθ’ ανωτ., σ. 40, υποσημ. 1.

[23]. Χρηστοήθεια των Χριστιανών, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 289: «Τόσον πολύτιμον πράγμα είναι η ψυχή του ανθρώπου, και τόσον ακριβή είναι η σωτηρία της, ώστε όπου, μιάς ψυχής, δεν είναι όλος ο κόσμος αντάξιος, καθώς είπεν ο Κύριος (Μαρκ. 8,36). Διά την ψυχήν έγινεν όλη η κτίσις· διά την ψυχήν εδόθη νόμος, προφητείαι, Ευαγγέλια· διά την ψυχήν, αγγέλων διακονίαι, προπάτορες προφήται, απόστολοι, δίκαιοι, τα ενεστώτα, τα μέλλοντα. Και διά να ειπώ το μεγαλήτερον, διά την σωτηρίαν της ψυχής, αυτός ο Υιός του Θεού ήλθεν επί της γης και έγινεν άνθρωπος και εκοπίασε και επαίνασε και εδίψησε και έπαθε τόσα πάθη και εσταυρώθη, και έχυσεν όλον το αίμά του, και απέθανε και ετάφη». Σημειώνεται από τον ιερό συγγραφέρα ακόμη ότι ο Θεός «εδημιούργησε τα Κτίσματα πάντα, και όλον τον Κόσμον, διά την χρείαν των ανθρώπων» (Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 263).

[24]. Πνευματικά Γυμνάσματα, ενθ’ ανωτ., σ. 13.

[25]. Πνευματικά Γυμνάσματα, ενθ’ ανωτ., σ. 38: «Αυτός επλάσθη από τον Θεόν κατ’ εικόνα του και ομοίωσιν, και εβάλθη μέσα εις τον επίγειον Παράδεισον, πλουτισμένος από όλα τα χαρίσματα…δεσπότης όλων των επιγείων κτισμάτων».

[26]. Αυτόθι, σ. 38. Ερμηνεία εις τους εκατόν πεντήκοντα Ψαλμούς του προφητάνακτος και θεοπάτορος Δαβίδ, εκδ. Κωνσταντινουπόλεως 1819, σ. 54, 88, 237, 400. Παύλου του θείου και ενδόξου Αποστόλου αι ΙΔ΄ επιστολαί, τ. Α΄, Ενετίησιν 1819, σ. 308 κ.ε.

[27]. Εορτοδρόμιον, τ. Α´, ενθ’ ανωτ., σ. 153.

[28]. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ.126.

[29]. Πρβλ. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 127. Η κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού, βεβαίως, πλάση του νού συνίσταται επιπλέον στην κυριαρχική εξουσία του σε όλη την ορατή κτιστή πραγματικότητα και στη δυνατότητά του να δέχεται τη θεία μακαριότητα: «Διά τι μόνος ο νούς εκτίσθη κατ’ εικόνα, και καθ’ ομοίωσιν του ιδίου Κτίστου· διά τι ο νούς είναι Άρχων, και Βασιλεύς, όλης της παμμεγίστης ταύτης σφαίρας των επιγείων κτισμάτων· και διά τι ο νούς είναι δεκτικός και χωρητικός της αιδίου μακαριότητος».

[30]. Πρβλ. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 127: «…καθώς όλος ο αγών των εξωτερικών, και κατά Κόσμον φιλοσόφων είναι, το να μορφόνουν τον νούν τους με διαφόρους ιδέας, και φαντασιώδεις γνώσεις των φυσικών και ανθρωπίνων πραγμάτων…έτζι εκ του εναντίου όλος ο αγών, και η τελειότης των σπουδαίων και εναρέτων είναι, το να εξαλείψουν μεν από τον νούν τους κάθε σχήμα, και είδος, και νόημα οπού ετυπώθησαν εις αυτόν, να τον καταστήσουν δε απλούν, ανείδεον, ασχημάτιστον, και άμορφον· και ούτω διά της τοιαύτης απλότητος, και με τον Θεός να ενωθούν, και προς την πρώτην εκείνην και νηπιώδη κατάστασιν να επιστραφούν».

[31]. Πρβλ. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 157 – 158.

[32]. Βλ. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 158 – 160: «η κυκλική κίνησις του νοός, ήτις γίνεται διά της επιστροφής του νοός εις την καρδίαν, και της εν καρδία νοεράς προσευχής…είναι απλανής· διατί είναι η κυριωτέρα και υψηλοτέρα του νοός ενέργεια· διατί ενώνοι τον νούν με τον υπέρ πάντα Θεόν· και συντόμως ειπείν, η κυκλική αύτη κίνησις του νοός, περισσότερον καθαίρει, φωτίζει, και τελειοί τον νούν». Το ίδιο γράφει ως εξής ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Εις την φυσιολογικήν της κατάστασιν η νοερά ενέργεια κινείται κυκλικώς ωσάν στρόφαλος προσευχομένη εντός της καρδίας» και αναφερόμενος στη θεραπεία «της αναζητούσης την ευδαιμονίαν νόσου της ανθρωπότητος» σημειώνει ότι «η θεραπεία αυτή ήρχιζεν με την κάθαρσιν της καρδίας, έφθανεν εις την αποκατάστασιν της καρδίας εις την φυσικήν της κατάστασιν του φωτισμού και ετελειοποιείτο ο όλος άνθρωπος εις την υπέρ φύσιν κατάστασιν του δοξασμού, δηλαδή της θεώσεως» (Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α΄, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 20096, σ. 10 και 12).

[33]. Πρβλ. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 45.

[34]. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 29.

[35]. Αυτόθι, σ. 34.

[36]. Πρβλ. αυτόθι, σ. 35 κ.ε.

[37]. Πρβλ. αυτόθι, σ. 144.

[38]. Αυτόθι, σ. 144 κ. ε.

[39]. Βλ. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 128: «κάθε ιδέα κακού, και κάθε τύπος πάθους, διά της μεσιτείας και διακονίας των αισθητηρίων εις την ψυχήν εισέρχεται».

[40]. Αυτόθι, σ. 128.

[41]. Βλ. Πνευματικά Γυμνάσματα, ενθ’ ανωτ., σ. 480.

[42]. Αυτόθι, σ. 542. Πρβλ. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, σ. 29 – 30.

[43]. Αυτόθι, σ. 138.

[44]. Αυτόθι, σ. 144.

[45]. Αυτόθι, σ. 55-56.

[46]. Βλ. αυτόθι, σ. 237.

[47]. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 43. Πρβλ. και αυτόθι, σ. 28.

[48]. Πνευματικά Γυμνάσματα, ενθ’ ανωτ., σ. 542.

[49]. Αυτόθι, σ. 38.

[50]. Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, ενθ’ ανωτ., σ. 158 κ.ε.

[51]. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, ενθ’ ανωτ., σ. 10.

[52]. Πνευματικά Γυμνάσματα, ενθ’ ανωτ., σ. 39.

[53]. «Δύω είναι μοναχαίς αι στράταις του Παραδείσου, η αθωότης, και η μετάνοια· λοιπόν εγώ εφύλαξα έως τώρα την αθωότητα του Βαπτίσματος; όχι· διά τι την υστερήθην και την εμόλυνα με τόσας αμαρτίας…». Επομένως, εννοείται ότι απέμεινε η οδός της μετανοίας (Αυτόθι, σ. 437).

[54]. Βλ. Α. ΓΚΡΕΚΑΣ, ενθ’ ανωτ., σ. 84.

[55]. Εξομολογητάριον, εκ της ελληνικής τυπογραφίας του Φοίνικος 1893, σ. 175.

[56]. Πνευματικά Γυμνάσματα, ενθ’ ανωτ., σ. 54.

[57]. Νέα Κλίμαξ ήτοι ερμηνεία εις τους εβδομήκοντα πέντε αναβαθμούς της οκτωήχου. Βόλος: τυπογραφείο της Αγιορειτικής Βιλιοθήκης Σ. Σχοινά, σ. 78.

[58]. Εξομολογητάριον, ενθ’ ανωτ., σ. 88 κ.ε., 222.

[59]. Βλ. Α. ΓΚΡΕΚΑΣ, ενθ’ ανωτ., σ. 89.

[60]. Χρηστοήθεια των Χριστιανών, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 180.

[61]. Εξομολογητάριον, ενθ’ ανωτ., σ. 171.

[62]. Νέα Κλίμαξ, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 162.

[63]. Βλ. Νέα Κλίμαξ, ενθ’ ανωτ., σ. 188-189.

[64]. Βλ. αυτόθι, σ. 243, 246.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.