– δύο Ιουστινίται τιμώνται με το επισκοπικό δακτυλίδιον του Πάπα –
– υπερήφανοι διότι ούτως ανεγνωρίσθησαν από τον Πάπα ως κανονικοί επίσκοποι της «εκκλησίας» του Χριστού –

Μία περίεργη αντίληψη αιωρείται εδώ και δεκαετίες εις την Ελλάδα για τον χαρακτήρα και το ειδοποιό γνώρισμα των μαθητών του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Θεωρείται δηλαδή ότι είναι πατερικοί θεολόγοι, ότι πιστά ακολουθούν την οδό των Αγίων Πατέρων, ότι είναι βαθυνούστατοι γνώστες της πατερικής θεολογίας και ότι έχουν παραδοσιακό και πατερικό φρόνημα.

Είναι μία εικόνα που επιμελώς χτίστηκε εδώ στην Ελλάδα -και δεν θα είναι λάθος να ειπωθεί, και με σκοπιμότητα (βλ. π.χ. την δεκαετία του ΄70 έκδοση του βιβλίου «Η Ορθόδοξος Εκκλησία και ο οικουμενισμός» του γέροντός τους Ιουστίνου Πόποβιτς· που είναι μια άλλη και ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά την αφήνουμε τώρα)- ενώ στο έδαφος της δικαιοδοσίας της Σερβικής Εκκλησίας έχουνε ήδη από την δεκαετία του ’70 (ως καθηγητές πλέον της Θεολογικής Σχολής του Βελιγραδίου) αρχίσει την συμμετοχή τους στην οικουμενική κίνηση, με τους αδελφούς παπικούς από την Κροατία και Σλοβενία (πράξη που εγκαινιάστηκε με την δική τους εισέλευσι στην Θεολογική Σχολή του Βελιγραδιου).

Άλλο ζήτημα που τίθεται είναι το εξής ερώτημα· πώς έτυχαν διορισμού ως καθηγητές της Θεολογικής Σχολής, ενώ ήσαν μαθητές του γέροντος Ιουστίνου, ο οποίος ως γνωστόν βρισκόταν για δεκαετίες υπό περιορισμό στη μονή των Αρχαγγέλων του Τσέλιε, χωρίς να έχει διόλου καλές σχέσεις με τον τότε πανίσχυρο Πατριάρχη Γερμανό, γνωστό συνεργάτη και υποστηριχτή του κομμουνιστικού καθεστώτος του Τίτο, του οποίου και ήταν επιλογή για τον πατριαρχικό θρόνο· και δεν άργησε να τους ανταποδόσει την άνοδό του στον θρόνο, δημιουργώντας σύντομα το «Μακεδονικό» σχίσμα, ύστερα και το «Αμερικάνικο», κατά την απαίτηση του κομμουνιστικού καθεστώτος, και άλλα πολλά (για αυτό και απέκτησε την προσωνυμία «κόκκινος» πατριάρχης).

Επιπλέον δε «έτυχαν» φιλοξενίας στο Πατριαρχικό μέγαρο του Βελιγραδίου – μένοντας ούτως για πολλά χρόνια κάτω υπό την ίδια στέγη μαζί με τον Πατριάρχη Γερμανό. Εκεί, ήταν μόνημα εγκαταστημένοι έως της εις Επίσκοπον προαγωγής τους, η οποία είχε αρχίσει σταδιακά ήδη από την εποχή του ακόμα σκληρού κομμουνισμού και επί πατριαρχείας του Πατριάρχου Γερμανού, ο οποίος ο ίδιος άρχισε να τους προάγει εις το επισκοπικό αξίωμα.

Αλλά δεδομένου ότι πρότερον είχανε περάσει από Σχολές είτε παπικές στη Ρώμη είτε κατά παράδοση και ακραιφνώς νεορθόδοξες ως Ινστιτούτο του αγίου Σεργίου στο Παρίσι (όπου πέρασαν και οι τρείς, Αμφιλόχιος, Ειρηναίος Μπούλοβιτς και Αθ. Γιέφτιτς)- κάποια πράγματα από την σταδιοδρομία τους δεν πρέπει να μας εκπλήττουν. Μόνο με την πάροδο του χρόνου άρχισε να ισχναίνει το επιμελώς δημιουργημένο προσωπείο και να αναδύεται το πραγματικό τους πρόσωπο.

Εδώ θα παρουσιαστούν μερικά στοιχεία που προέρχονται από τους ιδίους τους πρωταγωνιστάς και μαρτυρούν την στενότατη και μακροχρόνια σχέση τους με το Βατικανό, σχέση αλληλοσεβασμού, έως της τρυφερής αγάπης…, και συνεργασίας.

Πρόκειται κατ’ αρχάς για μία ομιλία την οποία εκφώνησε ο επίσκοπος Μπάτσκας Ειρηναίος Μπούλοβιτς σε πανηγυρική επέτειο για τα 25 χρόνια της παποσύνης του πάπα Ιωάννη Παύλου του Β’. Η ομιλία πραγματοποιήθηκε σε παπικό ναό του Βελιγραδίου και δημοσιεύτηκε στον ημερήσιο τύπο. Η ομιλία του διακρίνεται από μεγάλη τρυφερότητα πρός το πρόσωπο του πάπα, σεβασμό που μετατρέπεται σε θαυμασμό, και καύχηση για την εμπειρία της προσωπικής γνωριμίας μαζύ του.

Εκεί, στην ροή του λόγου και επάνω στον ενθουσιασμό που τον συνέπαιρνε μιλώντας για τον ποντίφικα, απεκάλυψε την τιμή που τους έκανε ο ποντίφικας -δωρίζοντάς τους τον επισκοπικό σταυρό και το δαχτυλιδί, το ίδιο δαχτυλίδι που δίδει και στους ρωμαιοκαθολικούς επισκόπους ως διακριτικό γνώρισμα του επισκοπικού αξιώματος, και την συγκίνηση από την οποία ενεφορούντο ένεκεν αυτής της πράξεως του πάπα.

Δεν τους συγκίνησε όμως η ανάμειξη του πάπα Ιωάννου Παύλου του Β΄στην κρίση της Γιουγκοσλαβίας, ούτε η αφ’ ενός μεν εχθρική του στάση εναντίον τον Σέρβων, αφ’ ετέρου δε προστατευτική και ευνοϊκή προς τους Μουσουλμάνους και τους Κροάτες. Δεν τους συγκίνησε η ανοιχτή τότε απαίτηση του πάπα Ιωάννου Παύλου Β’ «αφοπλίστε τους Σέρβους και εξοπλίστε τους Μουσουλμάνους». Δεν τους συγκίνησε το γεγονός ότι το Βατικανό υπό του πάπα Ιωάννου Παύλου Β’ ήτο το πρώτο κράτος παγκοσμίως που αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Κροατίας και την νομημότητα εξόδου του από την Ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας.

Δεν τους συγκίνησε η τραγικότητα της πραγματικότητας που χιλιάδες Σέρβοι εκείνη την εποχή -και όχι μόνο, διότι αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα, όπως και προηγείτο στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην μεταπολεμική εποχή- αναγκάστηκαν και αλλαξοπίστησαν δεχόμενοι τον ρωμαιοκαθολικισμό, γενόμενοι ούτως φανατικότεροι και από τους ιδίους τους Κροάτες με το μίσος τους εναντίον των Σέρβων. Και ο ίδιος τότε ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Γ. Ρωμαίος μαρτυρεί ότι «απροκάλυπτα το Βατικανό συνεισφέρει την πολιτικο-οικονομική του δύναμη στον κοινό σκοπό, τη συρρίκνωση και εθασθένηση της Ορθόδοξης Σερβίας, ώστε να ενισχυθεί ο δικός του ρόλος στη «Νέα Τάξη» που σχεδιάζεται στα Βαλκάνια» (Το Βήμα, 31-1-1993).

Επίσης, σύμφωνα με τον π. Θεόδωρο Ζήση «με τις ευλογίες του πάπα [Ιωάννου Παύλου Β’] διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία στις ημέρες μας». Άς μη γυρίσουμε πιο πίσω στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο τότε Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας, το κράτος των Ουστάσι, στην κρατικά οργανωμένη γενοκτονία των Ορθοδόξων (σχισματικών κατ’ αυτούς) Σέρβων, με ενεργό και πρωταγωνιστικό ρόλο του ρωμαιοκαθολικού κλήρου σε σφαγές του αμάχου Σερβικού πληθυσμού (είναι πλέον ιστορικά αποδεδειγμένα αυτά τα στοιχεία).

Η γενοκτονία γινόταν μέσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως το Γιασένοβατς, με τουλάχιστον 700.000 θύματα των αμάχων μόνο σ’ αυτό το στρατόπεδο- πολλούς από τους οποίους αναβάπτιζαν πριν από την εκτέλεση για να σώσουν τις ψυχές τους (!), «ταις ευλογίαις» του Βατικανού, το οποίο είχε το ρόλο του ηθικού αυτουργού όλου αυτού του οργανωμένου εγκλήματος, με αποτέλεσμα το μεθεπόμενο χρονικό διάστημα να αρχίσει ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ την διαδικασία της «αγιοποιήσεως» του καρδιναλίου Στέπινατς, ανακηρύσσοντάς τον ήδη «μακάριο» (beatus) το 1998, ευλογώντας και επιβραβεύοντας τα προηγούμενα, δείχνοντας εμμέσως πλην σαφώς και τον δρόμο για τα μελλοντικά.

Και λογικό είναι να μην τους συγκινούν όλα αυτά την στιγμή που τους συγκίνησε πολύ το δώρο του πάπα -το δαχτυλίδι και ο επισκοπικός σταυρός- με τα οποία τους έδειξε ότι σε αυτούς τους δύο «βλέπει νομίμους επισκόπους της Εκκλησίας του Χριστού, ως βλέπει και σε δικούς του επισκόπους». Επίσης, τους συγκινεί, όπως θα δούμε από την ομιλία του, το ενδιαφέρον εκ μέρους του πάπα Ιωάννου Παύλου για αυτούς τους δύο.

Σε αυτή τη φάση τι να πούμε για τα δόγματα και την διδασκαλία της Εκκλησίας, τα οποία ασφαλώς και υπερτερούν απέναντι σε όλα εκείνα που εκθέσαμε προηγουμένως, την στιγμή που η Εκκλησία μας με όλη την Παράδοση και με όλους τους Πατέρες και Αγίους της μαρτυρεί και βοά ότι ο παπισμός είναι αίρεση, δεν είναι Εκκλησία, και ο πάπας είναι αιρεσιάρχης; Και τι μπορεί να σκεφτεί κανείς, εφόσον για λογαριασμό τίνος θα λειτουργούν αυτοί οι άνθρωποι, τίνος συμφέροντα θα υπηρετούν;

Εκείνου που τους συγκινεί -με τα πολύτιμα δώρα που τους κάνει, ώστε να υπερηφανεύονται για την προσωπική γνωριμία μαζί του, και που τους αναγνωρίζει και «προάγει» σε αληθινούς επισκόπους της Εκκλησίας του Χριστού, ισότιμους πλέον με τους δικούς του, παπικούς επισκόπους, ή εκείνων που τους είναι αδιάφοροι; Ο νοών νοείτω.

Ας δούμε, όμως, τώρα την ομιλία που εκφωνήθηκε στο παπικό ναό του Βελιγραδίου, μέσα σε μια θρησκευτική τελετή.

«Πρώτα θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου εξ ονόματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την πρόσκληση … και για την ευκαιρία να συμμεριστώ απόψε μαζί σας τις ταπεινές μου σκέψεις, εντυπώσεις και αισθήματα, σ’ αυτή την επίσημη στιγμή που όλη η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία σ’ όλο τον κόσμο, με τη συμμετοχή και άλλων χριστιανών και όλων των ανθρώπων της καλής θελήσεως, πανηγυρίζει την αργυρή επέτειο του ποντιφικάτου, της αρχιποιμαντικής διακονίας του Παναγιοτάτου επισκόπου Ρώμης, της καλουμένης αιώνιας πόλης, του ηγέτη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ή ως εμείς οι Ορθόδοξοι λέμε με τη δική μας ορολογία – του πατριάρχου όλης της χριστιανικής Δύσεως. Η αργυρή επέτειος είναι γεγονός, αφορμή για όλους μας να συλλογιστούμε επάνω σε παράδειγμα και μήνυμα του προσώπου του.

+ + +

Πιστεύοντας, λοιπόν -πριν από όλα όλοι οι ρωμαιοκαθολικοί πιστοί- σε κάθε επίσκοπο, και ιδιαίτερα σε πρώτο μεταξύ των επισκόπων του, εκείνου που επί μία σειρά αιώνων, σε ολόκληρα 1000 χρόνια, ήταν και πρώτος επίσκοπος όλης της χριστιανικής οικουμένης, την εποχή που υπήρχε μια και ενιαία χριστιανική οικουμένη, ελπίζουμε και δεόμεθα στο Άγιο Πνεύμα να έλθει πάλι ο χρόνος για αποκατάσταση μιας ενιαίας χριστιανικής οικουμένης, όταν, εάν αυτό πραγματοποιηθεί μέσα σε ιστορία -όπως ελπίζουμε και δεόμεθα- ο επίσκοπος της πόλεως Ρώμης, σύμφωνα με την αρχαία κανονική τάξη, θα γίνει πρώτος επίσκοπος της χριστιανικής οικουμένης.

Ομιλώντας, λοιπόν, για αυτό το πρωτείο, έχω την εντύπωση, και επιτρέψτε μου να το μοιραστώ μαζί σας, ότι ο σημερινός πάπας Ρώμης, η Αυτού Αγιότητα Ιωάννης Παύλος Β’, και προσωπικά βίωνε και ενώπιον όλου του κόσμου μαρτύρησε την διακονία του και το πρωτείο του, πριν από όλα ακριβώς ως διακονία εις το όνομα της αγάπης του Χριστού. Όχι πρωταρχικά ως εξάσκηση της εξουσίας και δικαιοδοσίας του, αλλά ως γεγονός της νέας κεχαριτωμένης εν Χριστῴ ζωής μας, ζωής ως καινής κτίσεως εν Χριστῴ, αναγεγεννημένων και Πνεύματι Αγίῴ τεθεραπευμένων προσωπικοτήτων, βεβαπτισμένων, κεχρισμένων και κοινωνών των αγιασμάτων του Σώματος και Αίματος του Χριστού.

Εδώ πρέπει να υπογραμμιστεί αυτή η βαρύτητα της διακονίας, και όχι της εξουσίας. Η προσωπικότητα του Ιωάννου Παύλου Β’ όντως εκπληροί τον ρόλο και του άλλου τιμητικού του τίτλου, του τίτλου του ποντίφικα, κατασκευαστή γεφυρών, διακονώντας όλους, πριν από όλα την Εκκλησία του και την ενότητα της, και μετά διακονώντας όσο καλύτερα είναι δυνατόν την ενότητα όλων. Με αυτόν τον τρόπο πράγματι κατασκευάζει γέφυρες και δείχνει τον εαυτό του ως γνήσιο κατασκευαστή γεφυρών πνευματικότητος, τον ποντίφικα.

Δεν πρέπει να αποσιωπήσω ότι ένας εκ των μεγάλων Αγίων Πατέρων και διδασκάλων, του οποίου και εγώ ο ανάξιος έχω το μοναχικό μου όνομα Ειρηναίος -άλλωστε Έλληνας τῴ γένει από τη Μικρά Ασία και έμμεσα μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, αποστόλου της αγάπης ο οποίος πρώτος στην Εκκλησία έλαβε τον τίτλο του θεολόγου- άνθρωπος ο οποίος με τη ζωή του και την προσωπικότητά του συνέδεε εις τον εαυτό του την ενότητα της αγάπης, την χριστιανική Ανατολή με την Δύση, τ.ε. την οικουμένη, ως να ήταν επίσης παράδειγμα και πρόδρομος του σημερινού πάπα Ρώμης Ιωάννου Παύλου Β’, ο οποίος με τη ζωή και τη διακονία του, καταγόμενος από την Ανατολική Ευρώπη, από τον σλαβικό μας κόσμο, και ζώντας εις την Εκκλησία της Πολωνίας έως το 1978, μέχρι την εκλογή εις τον θρόνο του Πέτρου στην Ρώμη [sic!], από κοντά και σε επαφή με την Ορθόδοξη Εκκλησία και διακονώντας ύστερα και μέχρι του νυν … με αυτόν τον τρόπο ενώνει την Ανατολή και την Δύση, θέλοντας να δημιουργεί, και δημιουργεί γέφυρες μεταξύ τους.

Διατί μνημόνευσα τον άγιο Ειρηναίο Λυώνος; Διότι αυτός κάποτε, στις αρχές του τρίτου αιώνος μετά την γέννηση του Χριστού, ως μεγάλος θεολόγος της όλης Εκκλησίας Ανατολής και Δύσεως, αναφερόμενος στο πρωτείο της Εκκλησίας της Ρώμης εις τον τότε χριστιανικό κόσμο, απεκάλεσε την Εκκλησία αυτή ως «Εκκλησία προεδρεύουσα εν αγάπη».

Αυτή είναι η ουσιώδης διάσταση και εγώ πιστεύω ότι αυτό που λέω εκφράζει όχι μόνο εμένα και την ορθόδοξη θεώρηση αλλά και όλους εσάς, και ότι εκφράζει την γνήσια θεώρηση των καθολικών χριστιανών, συμπεριλαμβανομένης και της Αυτού Αγιότητος πάπα Ιωάννη Παύλο Β’. Η ουσία της διακονίας του, της ευθύνης του, της θέσης του στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, συνίσταται εις το να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συμβάλει στη διακονία, στη σωτηρία όλων … εις το όνομα της αγάπης, δια τη σωτηρία όλων.

Αυτό είναι εξάλλου το περιεχόμενο κάθε πρωτείου, του επισκοπικού, του ιερατικού, και μεταξύ πιστών, και μεταξύ μεγαλύτερων και νεότερων κτλ. Κάπως, εμείς οι Ορθόδοξοι στην θεολογική θεώρηση των προβλημάτων αυτών, δεν θα θέλαμε τις εποχές του ιστορικού υπερτονισμού του πρωτείου αυτού της διακονίας και της προεδρίας εν αγάπῃ -όπως και όχι πάντα πετυχημένης έκφρασής του κατά την διάρκεια των αιώνων- να διορθώνουμε ζητώντας ως άλλη λύση, άλλη προοπτική την κατάργηση ή την ατονία της κάθε μιας τέτοιας διακονίας εις την Εκκλησία. Εξ αντιθέτου θεωρούμε ότι η σύνθεση και αμοιβαία περιχώρηση των δύο θεμελιωδών αρχών στην οργάνωση της Εκκλησίας: αρχής της sobornost, όπως τον καλούμε εμείς, τ.ε. συνοδικότητας -αρχής που η Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος επίσης τόνισε και σ’ αυτό το σημείο συναντήθηκε με την Ορθόδοξη Εκκλησία και όλη την Εκκλησία όλων των αιώνων- αλλά και της αρχής ότι αυτή η κοινωνία εν Χριστῴ δεν δύναται να είναι ακέφαλη, ως και η Εκκλησία δεν είναι ακέφαλη, αλλά είναι σώμα Χριστού, και ο Χριστός είναι κεφαλή της Εκκλησίας.

+ + +

Νομίζω ότι την βαθιά πεποίθησή του εις την σπουδαιότητα της διακονίας του … και την αφοσίωσή του στην εκτέλεση της μέχρι τέλους, μέχρι ιδρώτος και αίματος, καθώς το απαιτεί το Ευαγγέλιο, δεν μπορεί να του αρνηθεί κανείς.

Εγώ είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά και τον προκάτοχό του, του οποίου το όνομα συμπεριελήφθη και εις το όνομά του, της μακαρίας μνήμης πάπα Παύλο ΣΤ’. Αυτός ήταν άλλος χαρακτήρας, όμως το ίδιο επιβλητικός εις την απλότητά του, ταπείνωση και αφοσίωση στην διακονία.

Τον σημερινό πάπα την Αυτού Αγιότητα Ιωάννη Παύλο Β΄ συνάντησα, όσο μπορώ να θυμηθώ, τέσσερις φορές τουλάχιστον. Τρις φορές μαζί με τον αδελφό μου τον Μητροπολήτη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιο, και μία φορά με άλλους τρεις επισκόπους, χωρίς τον αναφερθέντα Μητροπολήτη. Αυτό ήταν πρόσφατα κατά την ώρα της πανηγυρικής ποντιφικής λειτουργίας στο Osijek [της Κροατίας].

Κάθε φορά -τόσο πριν από δέκα χρόνια που πρώτη φορά μιλήσαμε με την Αυτού Αγιότητα, όσο και τον περασμένο Φεβρουάριο που δύο φορές, μια φορά σύμφωνα με το επίσημο πρωτόκολλο και άλλη φορά σε κατ’ ιδίαν γεύμα έξω από κάθε πρωτόκολλο κατόπιν προσκλήσεως της Αυτού Αγιότητος, συζητήσαμε- η συζήτηση πάντα ήταν εγκάρδια και ειληκρινής, μέσα σε ατμόσφαιρα αγάπης και ενδιαφέροντος για μας, για τα προβλήματα και δυσκολίες μας, για τον σταυρό μας, επιθυμώντας να μας βοηθήσει όσο είναι δυνατόν περισσότερο. Εμάς μας έκανε κατά τις συζητήσεις αυτές, θέλω να το τονίσω, μεγάλη εντύπωση η καλή ενημέρωση που είχε η Αυτού Αγιότητα για μας και η επιθυμία του να παρακολουθεί σε λεπτομέρειες την ζωή και τα προβλήματα της Εκκλησίας μας όπως και των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Από τις ερωτήσεις που μας έκανε αυτό ήταν ορατό και αισθητό. Οι απαντήσεις μας βεβαίως ήταν ανάλογες και εμείς με την συγκίνηση στην ψυχή μας διαπιστώσαμε ακριβώς αυτό, ότι δεν μας βλέπει σαν ξένους, σαν χριστιανούς δευτέρας κατηγορίας.

Αυτό έδειξε και χαρίζοντάς μας τον επισκοπικό σταυρό το οποίο δίδει στους ρωμαιοκαθολικούς επισκόπους, και ένας από τους στενούς συνεργάτες του μας είπε αργότερα, ειλικρινά, αδελφικά, με αγάπη: «Μη νομίζετε ότι αυτό είναι μόνο τυπικά. Εάν ήτο τυπικά θα είχατε λάβει κάτι άλλο ως δώρο, ίσως βιβλίο ή κάτι ανάλογο. Αλλά με το να λάβετε σταυρό και δαχτυλίδι, αυτό είναι μήνυμα ότι Σας βλέπει ως κανονικούς επισκόπους της Εκκλησίας του Χριστού, όπως βλέπει και τους δικούς του επισκόπους». Εμάς αυτή η πράξη μας συγκίνησε ακόμη περισσότερο.

Έχω ήδη παραβεί τον λόγο που έδωσα πως δεν θα μακρηγορήσω. Ζητώ συγγνώμη άλλα ήθελα με λίγα λόγια να μεταφέρω όλη την εντύπωση που έχει ο άνθρωπος σε συνάντηση με πρόσωπο που θα είχε όλο το δικαίωμα να ζει πιο απομακρυσμένα από τον κόσμο απ’ ότι ζούσε οποιοσδήποτε άλλος επίσκοπος στην ιστορία, μόνο αν ήθελε να επικαλεστεί την κατάσταση της υγείας του και την ηλικία του. Αλλά παρόλο τον σταυρό του … απολύτως περιφρονώντας τον εαυτό του και την φυσική, ανθρώπινη ανάγκη για ανάπαυση, ξεκούραση, θεραπεία, για προσωπική ζωή, αυτός προσπαθεί συνεχώς να βρει τον χρόνο και για στοχασμό, διαλογισμό [meditation], για θεολογικά κείμενα, ακόμα και για την ποίηση καθώς ακούσαμε.

Αυτή η πολύ ισχυρή θέληση και η προθυμία του για ολοκληρωτική αυτοθυσία μαρτυρεί ότι πρόκειται για πολύ έντονη εσωτερική πνευματική και η εν προσευχή ζωή, και εκφράζει πνευματική δύναμη που σήμερα, ίσως και σε άλλες εποχές, ιδιαίτερα όμως σήμερα, πολύ σπάνια συναντάται. Γι’ αυτό και σε εκείνους που δεν συμμερίζονται όλο το περιεχόμενο της πίστεως με τους αδελφούς ρωμαιοκαθολικούς -χριστιανούς και μη- η προσωπικότητά του επιδρά με εξαιρετική δύναμη. Δεν ξέρω κατά πόσο δύναμαι να το εκφράσω αυτό.

Έτσι από τις δικές μου -όχι τόσο σπάνιες, όχι τόσο συχνές- εμπειρίες ενός απλού επισκόπου μιας μικρής Εκκλησίας, όπως είναι η Εκκλησία που υπηρετώ, μπορώ εντούτοις να ισχυριστώ ότι ένιωσα την παρουσία ενός όντως εξαιρετικού και με τον τρόπο του χαρισματικού προσώπου στα όρια αλλαγής χιλιετίας.

+ + +

Εγώ τον επισκέφτηκα και πρόσφατα και μπορώ να πω ότι και σε τόσο πλήθος υποχρεώσεων και στενοχωριών, με τον υπάρχοντα σταυρό του βιοτικό και ποιμαντικό, πάλι, όπως με πληροφόρησαν, έβρισκε τον χρόνο να ρωτήσει: «Που είναι εκείνοι οι βέστσοβοι Σέρβοι [vescovi = επίσκοποι στα ιταλικά]», που τον επισκέφτηκαν; Αυτό ήταν επίσης πολύ συγκινητικό για τον δεσπότη Αμφιλόχιο και για μένα».

Δύο χρόνια αργότερα (7-12-2005) ο επίσκοπος Μπάτσκας έκανε μία διάλεξη στη Ρωμαιοκαθολική Αρχιεπισκοπή του Ζάγκρεμπ με θέμα: «Ορθόδοξη θεώρηση των καθολικό-ορθοδόξων σχέσεων 40 χρόνια μετά την άρση αναθεμάτων του 1054». Τον επίσκοπο Μπούλοβιτς προσφώνησαν πρώτα ο καρδινάλιος του Ζάγκρεμπ Josip Bozanic, ύστερα ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επισκοπικής Συνελεύσεως της Κροατίας για Οικουμενισμό και διάλογο βοηθός επίσκοπος του Ζάγκρεμπ Vlado Kosic, και μετά τον παρουσίασε στο ακροατήριο ο πρόεδρος του τμήματος της οικουμενιστικής θεολογίας της Ρωμαιοκαθολικής θεολογικής Σχολής του Ζάγκρεμπ καθηγητής Jure Zecevic.

Στο ακροατήριο ήσαν παρόντες οι καθηγητές και φοιτητές της παπικής Θεολογικής Σχολής του Ζάγκρεμπ, παπικοί «ιερείς, μοναχοί, και μοναχές», αντιπρόσωποι των άλλων χριστιανικών δογμάτων στη Κροατία και τα ΜΜΕ. Είναι σαφές ότι υπήρξε οργανωμένη προσέλευση στη διάλεξη του επισκόπου Μπάτσκας στο Ζάγκρεμπ -συγκεντρώθηκε η αφρόκρεμα της παπικής αιρέσεως στη Κροατία να τον ακούσουν- και ότι εδόθη μεγάλη σημασία και τιμή εκ μέρους της παπικής ηγεσίας της Κροατίας στον ομιλητή. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήττει, διότι πρόκειται πλέον για έναν επίσκοπο ισότιμο με τους παπικούς -γεγονός αποδεδειγμένο από τον πάπα- ο οποίος απλώς υπηρετεί σε μία Ορθόδοξη Εκκλησία. Ας δούμε μερικά σημεία της διαλέξεως.

Αμέσως στην αρχή διετάθη ότι τα κείμενα των αναθεμάτων του 16 Ιουλίου 1054 ιστορικά δεν δημιούργησαν de facto το σχίσμα, ως συνήθως θεωρείται, αλλά δημιούργησαν μόνο μια από τις προϋποθέσεις για να ακολουθήσει το σχίσμα. Τόνισε επίσης ότι σήμερα λογικά μπορεί να υποστηριχτεί πως τα αναθέματα ήταν ad hominem, τ.ε. αφορούσαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Δια τούτο, όσον αφορά τα αναθέματα, μάλλον δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι έγινε πλήρης, οριστικός και γενικός αφορισμός των Εκκλησιών -της μιας από την άλλη- από την ενότητα των Εκκλησιών του Θεού, εφόσον επρόκειτο για διένεξη συγκεκριμένων προσώπων, καρδιναλίου Ουμβέρτου και πατριάρχου Κυρουλαρίου.

Στη συνέχεια εξέφρασε τη γνώμη ότι ο ίδιος δεν πιστεύει πως οι δύο πρωταγωνιστές, ο καρδινάλιος και ο πατριάρχης, είχαν συνειδητοποιήσει ότι δημιουργούν μόνιμο σχίσμα των δύο Εκκλησιών, πολύ περισσότερο ολόκληρης της Χριστιανικής Ανατολής από τη Δύση. Επιβάλλεται επίσης να τεθεί το ερώτημα της νομιμότητας των αποφάσεών τους, διότι ουδείς από τους δύο δεν συμβουλεύθηκε την Εκκλησία του πριν λάβει οριστική απόφαση, τα υπόλοιπα Πατριαρχεία αφενός, και τον ίδιον τον Πάπα αφετέρου. Αυτές οι πράξεις όμως των συγκεκριμένων ιστορικών προσώπων -που βρέθηκαν σε διένεξη- εκ των υστέρων εξαπλώθησαν στις δύο Εκκλησίες της «Παλαιάς» και της «Νέας» Ρώμης, και με την σιωπηλή υποδοχή κατέληξαν γενικώς αποδεκτό γεγονός. Πρέπει όμως να τονιστεί, κατά τον επίσκοπο Μπάτσκας, ότι η ενότητα των Εκκλησιών με αυτή την πράξη δεν είχε οριστικά διακοπεί, αλλά συνεχίστηκε έτσι για αρκετό καιρό. Ώστε το 1054 δεν σημάδεψε το τέλος της ευχαριστιακής και κανονικής κοινωνίας, διότι υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες οι οποίες μαρτυρούν και για τις μετέπειτα περιπτώσεις ευχαριστιακής κοινωνίας, εάν είναι κάν δυνατόν να μιλάμε για οριστική διακοπή ενότητας. Επρόκειτο για μια μακροχρόνια εξέλιξη η οποία τις έφερε σε οριστικό μεταξύ αλλήλων χάσμα.

Είναι όμως αναμφίβολο ότι η άρση αναθεμάτων -παρ’ όλες τις αμφισβητήσεις- μαρτυρεί τη συνεχή δράση του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία.

Την οικουμενιστική ομήγυρη στο τέλος της διαλέξεως χαιρέτησε και ο κοσμήτωρ της Ρωμαιοκαθολικής θεολογικής σχολής του Ζάγκρεμπ Τensek, διακρίνοντας στη σκέψη του επισκόπου Μπάτσκας πνεύμα του «μάρτυρα του Χριστού», και υπενθυμίζοντας την περίοδο 1974-1990 που διεξάγονταν οικουμενιστικά Συνέδρια με τη συμμετοχή και των τριών θεολογικών σχολών, του Βελιγραδίου, του Ζάγκρεμπ και της Λιουμπλιάνας [Σλοβενίας], πορεία που διεκόπη με τις πολεμικές πράξεις που άρχισαν το 1991. Η διάλεξη ολοκληρώθηκε με την συμπροσευχή για την ενότητα των Χριστιανών.

Το ερώτημα που τίθεται ευθύς αμέσως είναι πώς αυτή η αγαστή οικουμενιστική συνεργασία και οι συμπροσευχές των Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών της πρώην Γιουγκοσλαβίας -η οποία όπως βλέπουμε αναπτύχτηκε με την ανάληψη των πανεπιστημιακών θέσεων εκ μέρους των Ιουστινιτών και συνεχίστηκε με ενεργή συμμετοχή τους- δεν έφερε την ειρήνη, την ενότητα, την αγάπη, για τα οποία εκόπτοντο τόσο πολύ υποτίθεται οι συμμετέχοντες, αλλά κατέληξε σε φρικτό πόλεμο μεταξύ Κροατών και Σέρβων, συνέχεια στην ουσία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, με τον οποίο ολοκληρώθηκε διωγμός και εκκαθάριση των Σέρβων από τα μέρη της σημερινής Κροατίας (του πρώην Ανεξάρτητου Κράτους της Κροατίας των Ουστάσι επί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου), διεπράχθησαν πάλι αποτρόπαια εγκλήματα εις βάρος του Σερβικού λαού και διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία; Αυτά είναι τα αποτελέσματα. Την οικουμενιστική πορεία όμως την συνεχίζουνε, σαν να μην συνέβη τίποτα. Υπάρχει μήπως καμμία δέσμευση;

Ο άλλος κάτοχος του παπικού δακτυλιδίου, μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος, δεν υπολείπεται σε φιλοπαπικό φρόνημα. Ας δούμε μερικές από τις δηλώσεις του.

Μετά την παραίτηση του πάπα Βενέδικτου το Φεβρουάριο του 2013 (και πριν από την εκλογή του νυν πάπα Φραγκίσκου) προσκεκλημένος σε μία τηλεοπτική εκπομπή μίλησε για τις σχέσεις του και γνωριμίες με διάφορους πάπες.

«Τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση προς το πρόσωπο του νυν πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄.

Γνωρίζω και άλλους δύο πάπες. Τον πάπα Παύλο ΣΤ’, τον επισκέφτηκα το 1965».

Ας φωτίσουμε λίγο περισσότερο αυτό το γεγονός, το ότι έγινε δεκτός από τον πάπα Παύλο ΣΤ’ το 1965. Πρόκειται τότε για έναν νεαρό φοιτητή, λαϊκό, ηλικίας μόλις 27 ετών (ο Αμφιλόχιος γεννήθηκε το 1938), ξένο, ο οποίος βρέθηκε στη Ρώμη για μεταπτυχιακές του σπουδές. Τι ισχυρές διασυνδέσεις πρέπει να έχει κανείς για να γίνει δεκτός από τον πάπα, έχοντας αυτή την ιδιότητα! Μέσῴ κρατικής πρεσβείας βέβαια αυτό μπορεί να γίνει εφικτό. Ο νεαρός, λοιπόν, τότε Ρίστο Ράντοβιτς έφθασε το 1963 (σε ηλικία 25 ετών) στη Ρώμη για σπουδές του στο Παπικό Ανατολικό Ινστιτούτο (Pontifical Oriental Institute, Pontificium Institutum Orientalium), το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Εταιρείας του Ιησού, δηλαδή του γνωστού παπικού τάγματος των Ιησουιτών (ποιος του παρείχε την υποτροφία; Είναι άλλο εδνιαφέρον ζήτημα…).

Εκεί έκανε την μεταπτυχιακή του εργασία με θέμα «Η εκκλησιολογία εις ορθοδόξους Σέρβους», θέμα καθαρά εκκλησιολογικό (=οικουμενιστικό), που ως γνωστόν βρίσκεται στο κέντρο ενδιαφέροντος της ρωμαιοκαθολικής θεολογίας του 20ου αιώνα και ειδικά της Β’ Βατικανής Συνόδου. To ενδιαφέρον της υπόθεσης βρίσκεται στο ότι εκείνη την εποχή -την εποχή του σκληρού κομμουνισμού- για απλό πολίτη της Γιουγκοσλαβίας ήταν αδύνατο να βγει έξω από τη χώρα και να πάει στο εξωτερικό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι κομμουνιστές μετά την ανάληψη της εξουσίας είχανε κλείσει τα σύνορα και οι πολίτες δεν είχαν τη δυνατότητα ούτε το διαβατήριο να αποκτήσουν (παρόμοια κατάσταση ίσχυε και σε άλλες κομμουνιστικές χώρες – Ρωσία, Αλβανία, κ.ο.κ).

Ακόμα πιο δύσκολη έξοδος από τη Γιουγκοσλαβία σ’ όλη την περίοδο του κομμουνισμού ήταν για εκείνους που δεν τελείωσαν την στρατιωτική τους θητεία -που ήταν άκρως υποχρεωτική και αναπόφευκτη την περίοδο αυτή- και ο νυν Μητροπολίτης Μαυροβουνίου δεν την έκανε ποτέ. Το διαβατήριο τότε αποκτάτο με την άδεια του κομμουνιστικού κόμματος και στο εξωτερικό ταξίδευαν μόνο οι επιλεγμένοι. Ο γέροντας Ιουστίνος βρισκόταν στη Μονή Τσέλιε υπό περιορισμό και παρακολούθηση εκ μέρους του κομμουνιστικού κόμματος, και η γνωριμία μαζί του δεν θα μπορούσε να βοηθήσει σε μία τέτοια υπόθεση, μάλλον το αντίθετο.

Την ίδια εποχή (από το 1963) και στο ίδιο εκπαιδευτικό ίδρυμα (The Pontifical Oriental Institute) βρισκόταν για τις σπουδές του και ο νυν πατριάρχης Βαρθολομαίος, εξ ού και η γνωριμία των δύο σήμερα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών, η αρχή της οποίας προέρχεται από τη Ρώμη. Είναι ταυτοχρόνως και η εποχή της διεξαγωγής της Β’ Βατικανής Συνόδου. Το πρώτο λοιπόν στάδιο της εξειδίκευσης στη θεολογική επιστήμη του νυν Μητροπολίτου Αμφιλοχίου – μετά την ολοκλήρωση των προπτυχιακών σπουδών του στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου- που επιμελώς αποσιωπάται, παραγκωνίζεται και παραμένει σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό, ήταν στο Ιησουιτικό Ινστιτούτο στη Ρώμη. Από εκεί ήλθε μετά στην Αθήνα.

«Τον Ιωάννη Παύλο Β’», συνεχίζει ο Μητροπόλιτης Αμφιλόχιος τον λόγο του στην προαναφερθείσα εκπομπή, «τον επισκέφτηκα το 2003… Έχω εισέλθει και στον προσωπικό του χώρο. Υπάρχει παρεκκλήσιον το οποίο έκανε ένας Σλοβένος, και εκεί βρίσκονται κομματάκια του λειψάνου του Αποστόλου Πέτρου, ο οποίος εθεμελίωσε… Αυτά βρέθηκαν σε 3-4ο στρώμα του σημερινού επιβλητικού ναού του Αγίου Πέτρου. Προσκύνησα τα λείψανα, και επιθύμησα να μου δώσει ο πάπας ένα κομματάκι. Ακόμα και σήμερα λυπάμαι, πρώτη φορά το ομολογώ, που δεν ζήτησα, σίγουρα θα μου το έδινε». Παραλίγο, βλέπουμε, να εκστομίσει ολόκληρη την παπική κακοδοξία ότι ο Απόστολος Πέτρος εθεμελίωσε την Εκκλησία της Ρώμης! Συγκρατήθηκε τελευταία στιγμή. Σ’ αυτή τη συνάντηση ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ τους έδώσε -ήταν και αυτή τη φορά μαζί με τον επίσκοπο Μπάτσκας Ειρηναίο- μια επιταγή των 100.000 ευρώ.

Της συνάντησης του 2003 προηγήθηκε το πρώτο από κοινού ταξίδι του Μητροπολίτου Αμφιλοχίου και του Επισκόπου Μπάτσκας Ειρηναίου στο Βατικανό και επίσκεψή τους στον πάπα Ιωάννη Παύλο Β’ το 1993. Η επίσκεψή τους αυτή έγινε λαθραίως και χωρίς την προηγούμενη γνώμη και γνώση και συναίνεση της Ιεραρχίας της Σερβικής Εκκλησίας. Ιδού πως την περιγράφει αργότερα ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος· «Η συνάντηση με τον πάπα έγινε με μεγάλη επισημότητα. Μιλήσαμε πάνω από μία ώρα. Ο πάπας είπε ότι πρόκειται για ιστορική συνάντηση, και όντως είναι, διότι είναι πρώτη φορά που δύο ορθόδοξοι επίσκοποι Σέρβοι γίνονται δεκτοί από τον πάπα, ακόμα από τον καιρό του Αγίου Σάββα». Σε μία επίσκεψη που κράτησε μία ολόκληρη εβδομάδα είχαν πολλές συναντήσεις με καρδιναλίους και άλλα επίσημα πρόσωπα του Βατικανού, επισκέψεις σε ιδρύματα, συμπροσευχές, ενώ στην βασιλική Santa Maria in Trastavere όπου ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος έκανε το κήρυγμα, «ήταν μία από τις σπάνιες περιπτώσεις που είχα τόσο προσεκτικούς ακροατάς», όπως διαβεβαίωνε αργότερα. Αυτή η επίσκεψη του 1993 έγινε όμως μερικούς μόνο μήνες μετά την αναγνώριση της Κροατίας, Σλοβενίας και Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ως ανεξαρτήτων κρατών εκ μέρους του Βατικανού.

Το Βατικανό ήταν πρώτο που ανεγνώρισε την ανεξαρτησία των αποσπασθεισών τότε μερών της πρώην Γιουγκοσλαβίας, και αυτό εκτόξευσε σε ύψος τις βιαιότητες, τα εγκλήματα και την αιματοχυσία. O Milan Bulajic στο βιβλίο του «Διάλυση του κράτους της Γιουγκοσλαβίας 1989/1992 – έγκλημα κατά της ειρήνης» γράφει· «Την απόφαση για οριστική διάλυση του κράτους της Γιουγκοσλαβίας την εκκίνησε το Βατικανό…· αυτό συμφωνήθηκε στη συνάντηση του πάπα Ιωάννου Παύλου Β’ με τον ΥΠΕΞ της Γερμανίας Γκένσερ στο Βατικανό στις 29-11-2001».

Για τον Βενέδικτο ΙΣΤ’ συνεχίζει ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος στην ίδια εκπομπή· «Διαβάζω τις μελέτες του, είναι ένας βαθυνούστατος θεολόγος, από τους λίγους στη σύγχρονη Ευρώπη, με το θεολογικό του νου να βρίσκεται πολύ κοντά στην Ορθόδοξη Ανατολή, παραπέμπει συχνά και στους Ορθοδόξους Πατέρες, και στα θεμέλιά τους… [δεν ολοκλήρωσε εδώ την σκέψη του, σ.σ] ειδικά όταν γράφει για τον Ιησού από το Ναζαρέτ -πρόκειται για το καινούργιο του βιβλίο, πολύ ενδιαφέρον- ο Βενέδικτος ΙΣΤ’ λοιπόν θεώρησε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του, και αυτό τον τιμά».

Στο τέλος διηγήθηκε ένα στιγμιότυπο από τη συνάντηση με τον πάπα Ιωάννη Παύλο Β’· «Να σας πω κάτι από τη συζήτηση με τον μακαρίας μνήμης πάπα Ιωάννη Παύλο Β’, στο γεύμα στο σπίτι του. Ήσαν παρόντες δύο καρδινάλιοι, ήμασταν εμείς οι δύο ορθόδοξοι επίσκοποι, και ένας σύμβουλός του Πολωνός, επίσκοπος. Και έτσι καθόμαστε και συζητάμε, και θα πω εγώ – ενώ μου είχε πει νωρίτερα ο αδελφός Μπάτσκας κάτι παρόμοιο, και τους λέω. Παναγιώτατε, αυτός ο αδελφός μου Μπάτσκας Ειρηναίος λέει ότι θα ήταν πολύ επικίνδυνο ένας Μαυροβούνιος να γίνει πάπας Ρώμης. Γιατί, απαντάει ο πάπας. Λόγῴ της υπερηφανείας Παναγιώτατε, του λέω [θεωρείται κοινώς ότι οι Μαυροβούνιοι διακρίνονται για την υπερηφάνειά τους, σ.σ]. Βλέπετε ότι συζητήσαμε και για αυτό το ζήτημα… [γελώντας]».

Ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος συναντήθηκε και με τον νυν πάπα Φραγκίσκο τρείς φορές στο Βατικανό. Πρώτη φορά κατά την ενθρόνισή του τον Μάρτιο του 2013, δεύτερη φορά τον επισκέφτηκε μαζί με τον αδελφό Μπάτσκας Ειρηναίο τον Ιανουάριο του 2016, και τρίτη φορά τον Ιούλιο του 2016, που ήταν πάλι παρόν και ο αδελφός Μπάτσκας Ειρηναίος. Σύνολο βλέπουμε ότι ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος είχε (τουλάχιστον) οκτώ συναντήσεις με διάφορους πάπες στο Βατικανό (Παύλο ΣΤ’ – Ιωάννη Παύλο Β’ – Βενέδικτο ΙΣΤ’ – Φραγκίσκο), κατά το διάστημα 1965-2016. Το ίδιο μπορεί να ισχυριστεί και για τον επίσκοπο Μπάτσκας Ειρηναίο, και αυτός είχε (τουλάχιστον) οκτώ συναντήσεις με διάφορους πάπες (Παύλο ΣΤ’ – Ιωάννη Παύλο Β’ – Βενέδικτο ΙΣΤ’ – Φραγκίσκο).

Ο γραμματεύς της μητροπόλεως Μαυροβουνίου πρωτοπρεσβύτερος Obren Jovanovic σε επιστολή του πρός την παπική Θεολογική Σχολή του Ζάγκρεμπ το 2012 γράφει· «Έχοντας υπόψη την συνεργασία των ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών θεολόγων των Θεολογικών Σχολών Λιουμπλιάνας, Ζάγκρεμπ και Βελιγραδίου, η οποία καθιερώθηκε την δεκαετία του ’70 και ’80 του 20ου αιώνος, μέσα στην οποία εξέχουσα θέση είχε ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος, σας στέλνουμε…».

Ακόμα μία φορά επιβεβαιώνεται η συμμετοχή των καθηγητών της Θεολογικής Σχολής του Βελιγραδίου στις οικουμενιστικές συναντήσεις και Συνέδρια με εξέχουσα θέση να κατέχουν οι Ιουστινίται. Αυτό άλλωστε διαπιστώνεται και από τα τεύχη του επίσημου περιοδικού του Σερβικού Πατριαρχείου της εποχής εκείνης, όπου υπάρχουν ειδήσεις από τις συναντήσεις αυτές, με φωτογραφίες -στις οποίες διακρίνονται οι Ιουστινίται, π.χ. ο πρώην Ερτζεγοβίνης Αθ. Γιέφτιτς- και τις ανάλογες περιγραφές των δραστηριοτήτων και πορισμάτων τους. Την ίδια εποχή που στην Ελλάδα επιμελούνται και κυκλοφορούν το βιβλίο «Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός»! Αλλά, αυτή είναι μια άλλη ιστορία στην οποία, όπως είπαμε, δεν θα επεκταθούμε εδώ.

Είναι πλέον γνωστός ο λόγος του γέροντος Παϊσίου για τον νυν Μαυροβουνίου Αμφιλόχιο Ράντοβιτς, που είπε σε μερικούς επισκέπτες του, και δημοσιεύεται στο βιβλίο «Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης – Μαρτυρίες προσκυνητών», τ. Β’, έκδ. Αγιοτόκος Καπαδοκία 2012· «και τότε ο Γέροντας είπε κάτι ανατριχιαστικό για εμάς, τους ανυποψίαστους: «Αυτός που λες, είναι φίδι κολοβό!». Τότε απορήσαμε όλοι· τώρα πια όμως, με τις εξελίξεις στην Σερβική Εκκλησία, αναγνωρίζουμε την σημασία και την αλήθεια των λόγων του».

Ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος έχει ζήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα μαζί με τον γέροντα Παΐσιο στο κελί του στο Άγιον Όρος, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ελλάδα -γεγονός άλλωστε πολύ γνωστό στην Σερβική Εκκλησία, το οποίο ανέβασε στα ύψη την υπόληψή του και δημιούργησε μία αύρα μυστικότητας γύρω από το πρόσωπό του- και σε κάποιες εκπομπές και ομιλίες του έχει μεταφέρει σто σερβικό κοινό τις εμπειρίες του από αυτήν την περίοδο, για π.χ. μία λεπτομερέστατη περιγραφή εμφανίσεως του Χριστού στον Γέροντα, όπως του διηγιόταν τότε, λέει, ο ίδιος ο Γέροντας Παϊσιος.

Αρχιμ. Συμεών (Βιλόφσκυ)

Ορθόδοξος Τύπος, αρ. φύλλου 2175 (27-8-2107)

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.