Άπό τό 1974 καί μέχρι τίς αρχές του 1979 υπηρετούσα ώς καθηγητής θεολόγος στην Άθωνιάδα Εκκλησιαστική Ακαδημία στίς Καρυές 'Αγίου Όρους. Ήταν περίοδος πού θά ύπέβαλα την παραίτησή μου άπό τήν εκπαίδευση, προκειμένου άπερίσπαστα, συν Θεώ καί των ευχών πνευματικών πατέρων, νά διακονήσω σέ εργο διαδόσεως του λόγου τού Θεού μέ τις εκδόσεις «Όρθόδοξος Κυψέλη» στην Θεσσαλονίκη.

Στό άκουσμα τής άποφάσεώς μου άρκετοί άπρόσκλητοι καλοθεληταί, κινούμενοι μέ τήν λογική την κοσμικην , συνηγόρησαν ύπέρ τής παραμονής μου για το καλό καί τής οικογένειας μου. Πλήν όμως ή έσωτερική μου έφεση έκλινε στό νά έμπιστευθώ εαυτόν καί τήν οικογένειά μου στήν παντοδύναμη καί φιλανθρωπη προστασία του Ούρανίου Πατρός, ό Όποιος μεριμνά ώς γνωστόν, καί γιά τά πετεινό του ουρανού. Καί ιδού τά σημεία πού παρουσίασε ό Κύριος προς ενθάρρυνση στό ξεκίνημα αύτοΰ του τολμηρού εγχειρήματος. Κατ’ εύδοκία Θεού πληροφορούμαι γιά τόν εντοπισμό ενός χειρογράφου Άνωνύμου Ήσυχαστού, μέ τήν ονομασία «ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ», πού βρισκόταν στήν Ιερά Μονή Ξενοφώντος.

Επισκέπτομαι τήν ‘Ιερά Μονή ένα απόγευμα καί ζητώ από τούς πατέρας νά τό διαβάσω. Μου το έδωσαν μέ εύχαρίστηση καί άρχισα μέ ιδιαίτερη προσοχή καί εύλάβεια νά τό διαβάζω. Σύντομα όμως μέ έφερε σέ κατάνυξη, σέ πνευματική αγαλλίαση καί εύφροσύνη. Έβίωσα όλη τήν νύκτα εύλογη μένες πρωτοφανείς καταστάσεις χάριτος, παρ’ όλη τήν άναξιότητά μου. Άνοιξε λίγο ό Θεός τά μάτι τής ψυχής μου καί κατανοούσα, όσον ήταν δυνατόν στήν δεκτικότητά μου, τίς έξαίσιες καί θείες έμπειρίες τού εύλογημένου αύτοϋ εργάτου τής νοερας προσευχής, τού Ανωνύμου Ήσυχαστοΰ.

Κατά τα ξημερώματα τό έτελείωσα ένδακρυς καί πλήρης χαράς άνεκφράστου.

Ή συγκίνησή μου, όμως, υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη όταν διάβασα τό θαυμαστό όραμα τού Ήσυχαστοΰ πού μέ κατέπληξε.
Παραθέτω στήν συνέχεια ένα μέρος μόνον αυτού.
Όραμα γλυκύτατον του συγγραφέως περί του βιβλίου τούτου, εάν έγράφη μέ τήν Χάριν τού Θεού.
…Εις δέ τήν Λειτουργίαν ό γέροντάς μου ήταν γεμάτος από άρρητον χαράν καί ή εύφροσύνη της καρδίας του έπλημμυροΰσεν έως εις τό πρόσωπον.

Έγώ όμως, άπό τήν αρχήν τής Λειτουργίας, μέ το νά έκινήθη ή καρδία μου εις κατάνυξιν, έκλαια όλον ένα έκ τής χαράς μου καί έκατανυγόμουν με άμετρον ήδύτητα τής ψυχής μου. Βλέποντας έμπροστά μου τόν γλυκόν μου Ιησού, τόν ύπέρ πάσης, γλυκύτητος έπέκεινα, μάλλον δέ καί καλλίτερα να είπώ, εκλαια χαίρων ομού καί θαυμάζων, διότι αξιώθηκα νά απολαύσω τήν γλυκυτάτην μου θέαν καί έμφάνειαν του Ιησού μου, του εμού Δεσπότου καί Θεού μου, τήν όποιαν πρό πολλού τήν εΐχεν επιθυμήσει ή ψυχή μου νά τήν άπολαύση καί έκαιεν φλόγα ή καρδία μου, όταν τήν μελετούσα μετά ροής δακρύων.

Όταν καί Τόν άσπάσθηκα εις τό πανάχραντον Αυτού καί πανακήρατον στήθος, έγροίκησα ένδονεν τοις έγκάτοις μου Πνεύμα Αγιον {«καί πνεύμα Ευθες έγκαίνισον εν τοϊς έγκάτοις μου» λέγει ό Δαβιδ τό όποιον μου έθέρμανε τό πνεύμα ομού και Την καρδίαν μάλλον καί μάλλον εις τόν έρωτα Αυτού τού Ιησού μου καί μέ έκαμε νά λυώσω ταύτην τήν ώραν ώσεί κηρός έκ τής πολλής μου τής κατανυξεως ή όποια ώς ζώσα πηγή πηδώσα ένδον έν τήκαρδιά μου έκαμε τούς οφθαλμούς μου νά χύνωσιν, γλυκύτατα ομού καί πολλότατα δάκρυα ενώπιον του Ιησοΰ μου, ώσάν δύο δροσερογλυκόρροαις βρύσαις.
Λαβών δέ έγώ τότε κάποιον θάρρος άπό όλα ταύτα άνοιξα τό εύτελέστατόν μου στόμα καί είπα ταπεινός πρός τόν Χριστόν μου ούτω δακρυρρωτιας- «Μνήσθητί μου, Κύριε έν τή βασιλεία Σου».

Καί ήκουσα άπό τήν γλυκοζαχαροστάλακτον καί μελίρρυτον γλώσσαν του Ιησού μου- «’Άς γένη ώς εϊρηκας» (ώ θείας! ώ φίλης! ώ γλυκύτατης Σο φωνής! όπού μου έλάλησε τό παναληθέστατόν Σου στόμα, άψευδέστατε Χριστέ μου!). Είπα πάλιν έγώ μετ’ εύλαβείας πρός τόν Δεσπότην μου Χριστόν

«Συγχώρησόν μοι, Κύριε, νά λαλήσω μικρόν ενώπιον Σου ολίγα τινά, τά όποια άπό πολύν καιρόν επιθυμούσα νά Σου τά ειπώ». Καί μού είπεν ό Σωτήρ’
«Λάλει με θάρρος, μηδέν φοβούμενος».

Τότε είπα έγώ μετά πολλής μου τής ταπεινώσεως καί συστολής- «Είπε μοι, Κύριε, εκείνο τό ταπεινόν μου βιβλιαράκιον, όπού έγραψα περί νοερής προσευχής, μέ την Χάριν Σου έγράφη ή όχι;». Και Αυτός μού είπε’ «Ναί! μέ την Χάριν μου έγράφη».

Τότε είπα πάλιν έγώ’ «Άπό πού νά καταλάβω, Κύριε, ότι έγράφη μέ την Χάριν Σου;».

Είπέ μοι ό Σωτήρ’ «Άπό την κατάνυξιν, όπού σου ήρχετο, όταν έγραφες».

Είπα πάλιν έγώ’ «Καί πώς είναι τούτο Κύριε;

Διότι μερικαϊς φοραΐς, όταν έγραφα, τόση κατάνυξις μού ήρχετο, όπού έτρεχαν ποταμηδόν τά δάκρυα έκ των οφθαλμών μου. Μερικαϊς φοραΐς δε πάλιν μού ήρχετο πολλά ολίγη κατάνυξις καί έδροσίζοντο μόνον ολίγον τι τά όμματόφλοιά μου από ταύτην».

Είπέ μοι ό Σωτήρ’ «Όταν γράφοντας έσύ έπλημμυρούσεν ή κατάνυξις καί έγινόσουν σύνδακρυς, τότε τό Πνεύμα μου τό Αγιον ή τον, όπού έλάλει εις έσένα. Όταν δέ γράφοντας έκατανυγόσουν ολίγον, τότε ή τον έπίσκεψις τής Χάριτός μου, ή οποία, όταν άνελαμβάνετο άπό σοΰ, έπαυεν ευθύς άπό σου και ή κατάνυξις. Διά τούτο δέν έδυνόσουν πλέον να γραφεις με έλευθερίαν τού νοός σου, μόλον όπού έπιθυμούσες , εί δέ καί έγραφες τίποτε, τό έγραφες διχως κατανυκτικήν ήδύτητα τής διανοίας σου, διό Και έπαυες».

Είπα πάλιν έγώ’ «Είπέ μοι έτι, Κύριε, διατί μερικαίς φοραίς έβλεπα νοερώς άναρίθμητα πνευματικά νοήματα, τά όποια βλέποντάς τα έγώ τά ώρεγόμουν διά νά τά γράψω όλα μέ πολλήν μου έπιθυμιαν καί έφεσιν, όμως δέν ή μπορούσα νά τά βαστάσουσα, άλλά μόνον πολλά ολίγα άπό ταύτα κρατούσα, τά όποια καί έσημείωνα τά δέ λοιπά, μόλον όπου τά έθεωρούσα νοερώς, δέν έδύνετο ό νούς μου να τά κρατήση καί νά τά παραστήση διά τού καλάμου καί διά τούτο είχα μεγάλην λύπην;».

Είπε μοι ό Σωτήρ’ «Δέν ήξεύρεις οτι, όταν έγώ σου έδειξα έν όράματι κάποια άναρίθμητα περιστέρια ολόλευκα ώσεί χιών, τά όποια ήταν ώσάν την άμμον τής θαλάσσης καί έπιανες έσύ άπό ταύτα πολλά ολίγα, μόνον έκείνα όπού έπέτουν ολόγυρά σου καί έχαιρες μέν εις όσα έπιανες, έλυπόσουν δε διατί δέν έδυνόσουν νά πιάσης περισσότερα. Από ταυτα δέ τά περιστέρια, όσα κρατούσες, τόσα ευδόκησα νά σημειώσης περί νοεράς προσευχής, όσα φύσις άνθρωπίνη μπορεί νά τά φέρη εις έργον. Τα δε λοιπά περιστέρια, όπού τά έθεωρούσες μόνον και δέν τά έπιανες, έφανέρωναν τά νοήματα εκείνα Όπου ευδόκησα νά μή σημειωθούν περί νοεράς προσευχής τά όποια μόνον τής θεωρίας καί τής προαιρίσεως τού άνθρώπου ίδιον είναι, ούχί δέ καί της πράξεως».

Είπα πάλιν έγώ «Καί διατί, Κύριε, μερικαϊς φοραϊς μερικά πολλά γλυκά νοήματα περιτριγυρίζουν μέν περί τόν νουν μου κοντά – κοντά, ώσάν περιτριγυρίζει άετός περί τινα τόπον πετώντας περί τούτον ολόγυρα θέλοντας νά καθήση, καί εν τω άμα, έκεϊ οπού μου φαίνονται ότι θέλουν κονεύσει εις τόν νουν μου, γίνονται ευθύς άφαντα άπό τόν νουν μου, καθώς καί ό άετός ένίοτε, έκεϊ όπού ετοιμάζεται νά καθίση, υψώνεται ευθύς εις τόν άέρα καί πέτα όπου θέλει;».

Είπε μοι ό Σωτήρ’ «Δέν ξεύρεις, όταν έθεωροισες εκείνα τά περιστέρια, ότι μερικά άπό ταύτα, άμα όπού έσίμωναν κοντά σου υψώνονταν ευθύς – ευθύς άνω εις τόν αιθέρα καί πλέον δέν τά έθεωρούσες ή δέν ή ξεύρεις ότι τά κρίματά μου είναι άβυσσος πολλή;».

Είπα πάλιν έγώ’ «Όταν, Κύριε, μου έδειξας έκεϊνα τά άναρίθμητα περιστέρια, έθεωρούσα και κάποιον ποταμόν, ό όποιος έφαίνετο ώσάν πώς έξήρχετο άπό τής γης τό κέντρο ν καί έτρεχεν άργά – άργά μέ κάποιαν άκραν θαυμαστήν γαλήνην, εις τόν όποιον ποταμόν μερικά περιστέρια πετώμενα έκτυποΰσαν έπάνω εις τά νερά τά πτερά των ώσάν να έχαίρονταν καί ώσάν νά έπαιζαν. Τί έφανέρωνε, Κύριε, εκείνος ό ποταμός καί έκείνο όπού έκαμναν τά περιστέρια;».
Είπε μοι ό Σωτήρ’ «Έκείνος ό ποταμός φανερώνει τήν άένναον κατάνυξιν, όπού βρύει έξ εκείνων των καρδιών, όπού φθάνουν εις τήν άγάπην μου. Εκείνο δέ όπού έκαμναν τά περιστέρια φανερώνει τήν χαράν, όπού χαίρεται ή Χάρις μου εις τήν συντετριμμένη καί κατανυκτικήν καρδΐαν».

Είπα πάλιν έγώ’ «Τί έστι τούτο, Κύριε; Μερικές φοραϊς γροικώ ότι άναβρύοντας εκ τής καρδίας μερικά νοήματα έβγαίνει συγχρόνως έκείθεν και κάποια ζωηρά παρηγοριά, ή όποια άρρήτως παρηγορεΐ τήν διάνοιάν μου, ώσάν πώς παρηγορεΐ τόν καυματισμένον οδοιπόρον τό θέρος έκείνος ό δροσερός άέρας, όπού βγαίνει άπό έκεϊ όπού άναβρύουσιν αί φλέβαι των ύδάτων».
Ειπέ μοι ό Σωτήρ’ «Τούτο είναι έκεΐνο όπού είπα εγώ εις τό Εύαγγέλιόν μου’ «ό πιστεύων εις εμέ, ποταμοί έκ τής κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζωντος».

Είπα πάλιν έγώ’ «Γιατί, Κύριε, ένίοτε όταν κοιμιώμαι γροικώ εις τήν καρδίαν μου βρασμόν καί αναβρασμόν, ποτέ μέν τού Σου θείου Όνόματος, διότι λέγει ή καρδία μου άπό λόγου της «Κύριε Ιησού Χριστέ , Υιέ τού Θεού, έλέησόν με», ποτέ δέ τού ύπερενδόξου όνόματος τής Παναχράντου Σου Μητρός, διότι λέγει πάλιν άπό λόγου της ή καρδία μου’

«Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ό Κύριος μετά σοΰ. Ευλογημένη σύ έν γυναιξί καί εύλογημένος ό καρπός τής κοιλίας σου, ότι Σωτήρα ετεκες των ψυχών ημών»;

Ειπέ μοι ό Σωτήρ’ «Όταν γροικάς οτι βράζει εις τόν ύπνον σου άπό λόγου της εις τήν καρδίαν σου καί εις τό στόμα σου ή νοερά προσευχή, ποτέ μεν τοΰ έμοϋ Όνόματος, ποτέ δέ τής παναχράντου μο Μητρός, γίνωσκε οτι ταύτην τήν ώραν μέλλει να σου άκολουθήση ή δική μου έπίσκεψις καί τής εμής Άχράντου Μητρός, ή πάλιν, κατ’ έκείνην την ώραν, έτοιμάζεται ό αποστάτης σατανάς νά όρμήση μέ τό στράτευμά του κατά τής καρδίας σου, διά να τήν κράτηση έκεΐνος καί νά τήν κάμη πόλιν και κατοικίαν έδικήν του. Καί ει μέν είναι νά σοΰ γένη έπίσκεψις έδική μου καί τής έμής Άχράντου Μητρός, τότε ή Χάρις μου, όπού φυλάγει τήν καρδίαν σου, κινεί ταύτην σου τήν καρδίαν πρός έτοιμασίαν καί υποδοχήν τής έμής έπισκέψεως καί τής Άχράντου μου Μητρός, …

Τότε είπα έγώ’ «Επειδή, Κύριε, άπό ολα ταυτα πληροφορήθηκα οτι τά σημειωμένα εις τούτο μου το ταπεινόν βιβλιαράκιον είναι άπό τήν Χάριν Σου, Σε παρακαλώ δέξαι το νά Σου τό άφιερώσω εις Εσένα ώς έδικόν Σου καί ει τι βούλεσαι ποίησον εις τούτο».
Εΐπέ μοι ό Σωτήρ’ «Άμερίμνησον εσύ περί τούτου, ήτοι κρϋψαί το τώρα εσύ καίοταν θελήσω εγώ τό έξαποστέλλω άπό τό Όρος τούτο».
Τούτο δέ είπών εσχάτως ό Σωτήρ δεν έφάνη πλέον, γενόμενος άφανής άπ’ έμπροσθέν μου. Εκεί λοιπόν όπού ερευνούσα έγώ τά λαληθέντα, ευρισκόμενος έτι έν όράματι, ιδού άκούω μίαν φωνήν, εις μέν τήν γλυκύτητα ώς φωνήν άγγέλων, εις δε τόν τόνον καί τήν βοήν ώς φωνήν πολλών βροντοφώνων άνθρώπων.

Άναθεωρήσας δέ, ιδού καί είδα τόν γέροντά μου, όπού έψαλλε μόνος του μεγαλοφώνως μέ άκραν γλυκύτητα ώς άγγελος Κυρίου, τό «Χαίρε πύλη Κυρίου ή άδιόδευτος, χαϊρε τείχος καί σκέπη των προστρεχόντων εις σέ, χαϊρε άχείμαστε λιμήν καί άπειρόγαμε, ή τεκούσα έν σαρκί τόν ποιητήν Σου καί Θεόν, πρεσβεύουσα μή έλλείπης, υπέρ των ανυμνούντων καί προσκυνούντων τόν τόκον σου».

Και σύν τούτω τώ λόγω ήλθα καί έγώ εις τόν εαυτό μου άπό τό όραμα καί δέν ήμποροϋσα κατ’ εκείνην την ήμέραν νά σταματήσω τήν καρδίαν μου Από τήν κατάνυξιν, ή οποία αύτομάτως έπλημμυρούσεν εις ταύτην μου τήν καρδίαν όταν ήθελε προ-σκρούσει ή ένθύμησίς μου εις τό φανέν εις έμέ έκείνο όραμα.
Τώ δέ Θεώ ημών δόξα, κράτος, αϊνεσις καί προσκύνης νΰν καί αεί καί εις τούς αιώνας τών αιώνων. ΑΜΗΝ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΕΠΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ«Όρθόδοξος Κυψέλη»

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.