3 Ιουλίου του 1959: Η πρώτη φανέρωση του αγίου νεομάρτυρα Ραφαήλ σε όραμα μερα-μεσημέρι στην Μαρία Τσολάκη.

Λανθασμένως έχει καθιερωθεί επισήμως μέχρι τώρα να εορτάζεται στις 3 Ιουλίου η εύρεση των λειψάνων του Αγίου Ραφαήλ, σύμφωνα με ελεγμένες πληροφορίες που έδωσαν οι Θερμιώτες Δούκας και Μαρία Τσολάκη, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι μια εβδομάδα μετά την εύρεση των λειψάνων του Αγίου Ραφαήλ πήγαν σε λαϊκό πανηγύρι γειτονικού χωριού με την ευκαιρία της εορτής των αγίων Αναργύρων (1 Ιουλίου). Στις συνοπτικές καταθέσεις που δόθηκαν εκ των υστέρων στη Μητρόπολη Μυτιλήνης, για τα γεγονότα των πρώτων μηνών μετά την εύρεση του Αγίου Ραφαήλ, δεν ελέγχηθηκε η ακριβής ημερομηνία της ευρέσεως. Έτσι, καθιερώθηκε η ημερομηνία 3 Ιουλίου, που όπως προαναφέραμε είναι η ημέρα κατά την οποία εμφανίσθηκε για πρώτη φορά ο Άγιος Ραφαήλ στη Μαρία Τσολάκη, δύο μέρες μετά την επιστροφή τους από το προαναφερόμενο πανηγύρι. Η διόρθωση αυτή γίνεται για λόγους ιστορικής ακρίβειας.

Μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω το γεγονός, που διαδραματίσθηκε στις 3 Ιουλίου του 1959 από το βιβλίο «Η ζωή εκ τάφων»’ του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Γουμενίσσης κ. Δημητρίου:

Η αρχή των αποκαλύψεων

Οι εργασίες συνεχίζονταν. Οι εργάτες έκτιζαν το Εκκλησάκι σύμφωνα με το σχέδιο που χάραξε ο Δούκας. Στα μισά περίπου του κτισίματος οι πέτρες τελείωσαν, και έσκαψαν λίγο πιο πέρα για να βρουν άλλες. Σκάβοντας ανακάλυψαν βαθειά στο χώμα κάτι σπασμένα μάρμαρα και εκκλησόπετρες, όπως έλεγαν. Ήταν 3 Ιουλίου 1959, όταν προχωρώντας στο βάθος βρήκαν ένα τοίχο θολωτό με αγιογραφίες. Επρόκειτο, όπως αργότερα εξακριβώθηκε, για τη δεξιά αψίδα του Ιερού αρχαίας Εκκλησίας. Αυτοί όμως, χωρίς να το πουν σε κανέναν, άρχισαν να «ξηλώνουν» τον τοίχο και να βάζουν στην άκρη τις πέτρες, για να τις χρησιμοποιήσουν.
Την ώρα εκείνη ανέβηκε στις Καρυές η Μαρία Τσολάκη μαζί με τον τετράχρονο γιό της τον Παναγιώτη, για να φέρει φαγητό στον άντρα της, τον Δούκα. Βλέποντας τον αρχαίο τοίχο με τις αγιογραφίες, λυπήθηκε. «Κρίμα είναι, καλέ. Πώς τον χαλάτε έτσι;».

Αυτοί δεν της έδωσαν σημασία. Η Μαρία προχώρησε προς το μέρος όπου είχαν μεταφέρει την Αγία Τράπεζα από το Ερημοκλήσι, για να ανάψει κανένα κερί. Προχωρώντας, βλέπει από το μονοπάτι που οδηγεί στα Πάμφιλα να έρχεται ένας παπάς. Νόμισε πως ήταν ο π. Παχώμιος, εφημέριος του γειτονικού χωριού, γιατί είχε ακούσει ότι ήταν υψηλόσωμος, σαν τον κληρικό που ανέβαινε. Όταν την πλησίασε, η Μαρία έσκυψε να του βάλει μετάνοια για να πάρει την ευχή του. Πρόσεξε τότε ότι ο κληρικός δεν πατούσε στη γη και, σηκώνοντας το βλέμμα της, είδε τα μάτια του να λάμπουν σαν το φως του ήλιου. Σαστισμένη φοβήθηκε να του φιλήσει το χέρι και δεν του μίλησε. Τον προσπέρασε, προχώρησε λίγο και, γυρίζοντας σε μια στιγμή να δεί προς τα που πήγε, αποσβολώθηκε. Ο κληρικός βρισκόταν στην ίδια θέση ακέφαλος! Έντρομη έβγαλε μια φωνή «Παναγία μου!», και ο ιερέας χάθηκε από τα μάτια της μέσα σε μια λάμψη.
Πανικόβλητη αρπάζει το παιδί και αρχίζει να τρέχει για το χωριό, ρίχνοντας φοβισμένη ματιές προς τα πίσω, γιατί την ακολουθούσε η σιλουέτα εκείνου του κληρικού. Οι άλλοι εργάτες μόλις την είδαν να τρέχει, είπαν παραξενεμένοι στον άντρα της «Η γυναίκα σου τρέχει και βλέπει καταπόδι της». Ο Δούκας ανησύχησε κι έτρεξε να την προφθάσει. «Γιατί φεύγεις σαν να σε κυνηγάν και δεν στέκεσαι να πάρεις τα πράγματα; Τι έπαθες στα καλά καθούμενα;». «Καλά το λένε πως φαντάζει· εγώ, μαθές, είδα τον παπά χωρίς κεφάλι» του απαντά εκείνη. «Βρε, δεν είσαι με τα καλά σου, διάβασμα θέλεις. Εμείς δουλεύουμε δέκα άτομα, δεν είδαμε τίποτε. Εσύ θα τον έβλεπες μέρα μεσημέρι;». «Εγώ δεν ξανανεβαίνω πάνω. Το φαγητό να το παίρνεις μόνος σου». Αυτά τα λόγια αντάλλαξαν, και η Μαρία αναστατωμένη έφυγε τρέχοντας για το χωριό. Σ’ όλο το δρόμο την ακολουθούσε ο κληρικός. Στα μισά περίπου συναντά μια γριά Θερμιώτισσα, τη Σοφία Καρανικόλα, η οποία, βλέποντάς την σ’ αυτήν την κατάσταση, τη ρώτησε «Τι έπαθες, κόρη μ’; Μην είδες τον παπά; Αυτή η Παναγία εκεί πάνω φάνταζε από παλιά, αλλά κανένας δεν έπαθε ποτέ κακό». Η Μαρία ντράπηκε να της το πει, την χαιρέτησε και συνέχισε το δρόμο της.

Το ίδιο βράδυ είδε ένα ολοζώντανο όνειρο, που ήταν η αρχή των αποκαλύψεων. Μια πανέμορφη μαυροφόρα γυναίκα ήρθε δίπλα της, έβαλε το κρύο χέρι της στο μέτωπό της και της είπε: «Μαρία, δεν έπρεπε να φοβηθής. Αυτός που είδες δεν ήταν φάντασμα, ούτε ο παπάς του χωρίου. Ήταν ο καλόγερος που ασκήτευε εκεί πάνω και τον έσφαξαν οι Τούρκοι. Μια μέρα θα μάθετε το όνομά του, την καταγωγή του και τα μαρτύρια του όλα. Εκεί πάνω είμαστε δύο χάρες, Παναγία και αγία Παρασκευή. Δεν θέλω κεριά, θέλω καντήλι ακοίμητο. Σήκω τώρα και πάρε το μωρό σου, που κλαίει. Άλλη βραδιά θα σε ξαναεπισκεφθώ, γιατί εκεί θα αρχίσει μεγάλο ιστορικό. Πολλά θα πάθεις, πολλά θα ακούσεις, αλλά εσύ να μη λαθέψεις από το δρόμο που σου χάραξα». Μ’ αυτά τα λόγια, η Παναγία υψώθηκε και χάθηκε.

Η Μαρία ξύπνησε και ένιωθε την κρυάδα στο μέτωπό της. Τόσο ζωντανό ήταν το όνειρο αυτό, ώστε ρώτησε τον άντρα της «Μήπως άφησες την πόρτα ανοιχτή; Λίγο πιο πριν μπήκε μια μαυροφόρα μέσα». «Σίγουρα σάλεψαν τα λογικά σου, της αποκρίθηκε εκείνος. Την ημέρα βλέπεις έναν παπά, τη νύχτα μια
μαυροφόρα. Τι θα γίνει με σένα;». Η Μαρία δεν ξαναμίλησε, αλλά μ’ ένα αίσθημα χαράς και φόβου ξημερώθηκε με το παιδί στην αγκαλιά της.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.