Εις το χωρίον Βροντάδο [της Χίου], εις την ενορίαν του Αγίου Πέτρου, ήτο μία κόρη ορφανή από πατέρα μεγάλη κατά την ηλικίαν. Αύτη προσεβλήθη υπό βαρείας ασθενείας, εκ της οποίας έπασχεν επί τρεις ολοκλήρους χρόνους από αδιάκοπον βήχα, ένεκα του οποίου πολλοί την απεφάσιζον ότι πάσχει από ανίατον πνευμονικόν πάθος.

Έπασχε λοιπόν η δυστυχής εκ δύο μεγάλων κακών. Εκ της μακράς εκείνης ασθενείας και εκ της εσχάτης πτωχείας.

Όθεν, επειδή δεν ηδύνατο να κάμη εργόχειρον, αλλά ούτε καν να περιπατήση, ηναγκάζετο να ζητή ελεημοσύνην διά να ζη.

Εις καιρόν λοιπόν, ότε ούτω κακώς έπασχεν η ταλαίπωρος, η μήτηρ αυτής ήλθε και της έφερε αιματωμένον χώμα από την σφαγήν του αγίου Νεομάρτυρος Μάρκου, το οποίον ανέλυσεν εν ύδατι και έδωσεν εις αυτήν να πίη.

Από το ίδιον δε αιματωμένον χώμα ήλειψε και τας ακοάς ενός μικροτέρου υιού της, όστις ήτο κωφός εκ γενετής.

Αληθώς δε θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού! Διότι ευθύς, η μεν ασθενής ιατρεύθη και ενεδυναμώθη τόσον, ώστε την άλλην ημέραν μετέβη και έκαμνε ξένην εργασίαν, διότι τούτο είχεν εργόχειρον και απελάμβανε τα προς το ζην, του δε κωφού παιδίου ηνεώχθη η ακοή και ήκουε πλέον θαυμασίως.

Aπό τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθόδοξου Εκκλησίας», μήνας Ιούνιος, τόμος 5ος.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.