ΠΩΣ ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Μια μέρα –λέει η Ελένη Δανιηλίδου- κατά το 1930, ενώ ήμουν σπίτι μου και ετοίμαζα το μεσημεριανό φαγητό, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού μας, τρεις χτύπους. Ήταν κοντά 11π.μ. η ώρα και παραξενεύτηκα, γιατί δεν περίμενα κανένα τέτοια ώρα. Μόλις άνοιξα την πόρτα, είδα μπροστά μου ένα καλόγηρο, με πέδιλα στα πόδια και με φτωχικά ρούχα. Ο άνδρας μου έλειπε στη δουλειά του. Αντίθετα όμως προς τη φτωχική του εμφάνιση, η γαλήνια μορφή του καλόγηρου μου ενέπνευσε σεβασμό, ανάμικτο με κάποια ανεξήγητη ψυχική συγκίνηση. Τον κάλεσα αμέσως να έλθει μέσα για να του προσφέρω από το φαγητό μας που είχε σχεδόν ετοιμασθεί. Εκείνος μου απάντησε: «Δεν ήλθα εδώ για το ψωμί σου και για το φαγητό σου, αλλά για να σε δοκιμάσω». Και ύστερα από μικρή σιωπή, αφού με έβλεπε να απορώ, μου πρόσθεσε: «Παιδί μου, είσαι τεσσάρων μηνών έγκυος και θα γεννήσεις ένα κοριτσάκι το οποίο θα είναι για σας πολύ τυχερό».

Ο παράξενος καλόγηρος άρχισε έπειτα να μου μιλάει με εκπληκτικές λεπτομέρειες για τα οικογενειακά μου. «θα περάσεις κι άλλα βάσανα μου είπε αλλά στο τέλος θα ευτυχίσεις». Λέγοντας τα τελευταία αυτά λόγια του, βγήκε από την πόρτα. Δεν τον είδα όμως κοιτάζοντας από το παράθυρο να εμφανισθεί καθόλου στο δρόμο και νόμιζα πως πήγε στην κατοικία της νοικοκυράς μου, στην ίδια αυλή. Όταν τη ρώτησα όμως μου είπε πως δεν είδε κανένα καλόγηρο. Την ίδια απάντηση μου έδωσε και η νύφη της νοικοκυράς μου, που έμενε επίσης σε διπλανά δωμάτια.

Επέρασαν πέντε μήνες από την ημέρα εκείνη και αλλάξαμε εν τω μεταξύ κατοικία στον κ. Καρυστινό όπου γέννησα ένα κοριτσάκι όπως μου είχε προαναφέρει ο καλόγηρος, αφού έτσι συμπληρώθηκαν εννέα μήνες, από τότε που με είχε βεβαιώσει, ότι ήμουν 4 μηνών έγκυος.

Κατόπιν φύγαμε από την οικία του κ, Καρυστινού και κατοικήσαμε στον κ. Ηλία Παπακωνσταντή, στο οικόπεδο του οποίου όπως έμαθα κατόπιν από την γειτονιά γίνονταν περίεργα πράγματα και όπου συνέβησαν όλα τα θαύματα και εκπληκτικά γεγονότα που θα σας αφηγηθώ παρακάτω.

Στη θέση λοιπόν που ήταν ο φούρνος του σπιτιού, έλεγαν πολλοί ότι παρατηρούσαν, όχι σπάνια, μερικά περίεργα σημεία (σημάδια) τα οποία μη ξέροντας που να τα αποδώσουν, σταυροκοπιόντουσαν. Άλλοι μη γνωρίζοντας ότι τα σημεία ήταν Θεία, όπως αποδείχτηκε αργότερα, διέδιδαν ότι στη θέση εκείνη έβγαιναν διάφορα ξωτικά! Κάποιος χωρικός που τον έλεγαν Κυριάκο Πουλάκη, έλεγε ότι όταν περνούσε από το μέρος εκείνο, ένιωθε το χέρι του να σηκώνεται, άθελά του, σαν κάποιος μαγνήτης να το τραβούσε, και έκανε το σημείο του σταυρού.

Μια μέρα ο Δημητράκης, ένα παιδί 17 ετών, ενώ γύριζε από το χωράφι του,

πήγε για να πάρει άχυρο, το οποίο είχαν σε μια αποθήκη του οικοπέδου για τα ζώα του. Έξαφνα βλέπει στον φούρνο του οικοπέδου, (εκεί που σήμερα είναι ένα αναμνηστικό μαρμάρινο εικονοστάσι, που τοποθετήθηκε εκεί κατόπιν επιθυμίας του Κυρίου), έναν άνθρωπο γέροντα σαν «επαίτη» (ζητιάνο) που άπλωνε τα χέρια του σαν να ζητούσε ελεημοσύνη. Το παιδί αυτό δεν είχε τη στιγμή αυτή ούτε μια δεκάρα για να ελεήσει τον γέρο επαίτη. Μόλις όμως προχώρησε δυο τρία βήματα βρήκε ένα νικέλινο δίδραχμο και γύρισε πίσω για να τον ελεήσει αλλά δεν τον είδε εκεί. Αυτό το πράγμα έκανε εντύπωση στον νεαρό και το διηγήθηκε, γιατί δεν ήταν δυνατόν να εξαφανισθεί τόσο σύντομα ένας άνθρωπος σε ανοιχτό χώρο. Επίσης είπε το παιδί ότι έβλεπε πολλές φορές να είναι αναμμένο ένα καντήλι δίπλα στο φούρνο και υπέθετε ότι κάποιος χριστιανός θα το άναβε. Αυτά και άλλα πολλά έλεγαν οι χωρικοί ότι είχαν συμβεί στην τοποθεσία αυτή, τα οποία δημιούργησαν ένα θρύλο που επηρέαζε τις ψυχές τους…

†    ―    †

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Ήταν όπως θυμάμαι παραμονή του Αγίου Νικολάου και κατά τις 11 το πρωί άκουσα να χτυπούν πάλι την πόρτα μου τρείς φορές. Άνοιξα και βρέθηκα μπροστά σε ένα γέροντα καλόγηρο που μου ζήτησε λίγο ψωμί. Αμέσως πήρα στα χέρια μου μια πίτα μικρή έως 100 «δράμια» περίπου(Το δράμι είναι μονάδα μέτρησης βάρους που χρησιμοποιούταν στην Ελλάδα μέχρι το 1959. Ένα δράμι στην Ελλάδα ήταν ισοδύναμο με 3,203 γραμμάρια. 400 δράμια ισοδυναμούσαν με μια οκά).(όπως αυτές που κάνουμε την Καθαρή Δευτέρα) που ήταν ακόμη λίγο ζεστή και του την προσέφερα. Όταν ο σεβάσμιος γέρος πήρε την πίτα στα χέρια του άρχισε να μου λέει τα εξής:

«Ο σύζυγός σου είναι στη φυλακή και ο κόσμος σου λέει ότι θα καθίσει πολύ καιρό ακόμη. Μην πιστεύεις όμως ότι σου λέει ο κόσμος, αλλά άκουσε αυτά τα οποία θα σου πω εγώ.

      (Ο σύζυγός μου ήταν πραγματικά στη φυλακή, γιατί του είχε ρίξει κάποιος κακός φίλος του ονομαζόμενος Ιορδάνης μερικά δράμια καπνό στην τσέπη του και ύστερα ο ίδιος τον κατήγγειλε ότι είχε καπνό λαθραίο και καταδικάστηκε από τη δικαιοσύνη σε 2500 δραχμές πρόστιμο τις οποίες δεν είχε να πληρώσει).

Ο σύζυγός σου θα μείνει ακόμη δυο μήνες στη φυλακή και κατόπιν θα βγει». Αυτά τα λόγια μου είπε ο γέρος και παίρνοντας την πίτα μαζί του, έφυγε.

Αντιλήφτηκα ότι δεν είχα δυνάμεις την στιγμή που μου μιλούσε ούτε να ρωτήσω ούτε να απαντήσω. Ένοιωσα όμως μια δροσιά και μια ευχαρίστηση στη ψυχή μου, ενώ δεν κατάφερα να τον ακολουθήσω φεύγοντας. Αλλά σε λίγο ανέκτησα τις δυνάμεις μου και τότε βγήκα στην αυλή όπου παρατήρησα με έκπληξή μου ότι η πίτα την οποία έδωσα προ ολίγου στον γέροντα, βρισκότανε πάνω στον φούρνο. Αμέσως τότε, πήγα σε μια γειτόνισσα μου και της αφηγήθηκα αυτά που είχαν συμβεί πριν από λίγο. Αυτή τότε μου απάντησε: «Πάρε την πίτα πάλι στο σπίτι σου γιατί φαίνεται πως ο γέρος δεν θα ήθελε ψωμί, αλλά λεφτά».

Πήρα πραγματικά την πίτα και την πήγα σπίτι μου και συνέβη το εξής καταπληκτικό. Να τρώγω και να χορταίνω επί επτά μέρες συνεχώς και η πίτα να μην τελειώνει. Στα χέρια μου την ένιωθα επί επτά μέρες όπως την έβγαλα από το φούρνο, φρεσκότατη και ζεστή. Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση και πήγα και ρώτησα την κ. Κατίνα Μιχ. Αναστασίου, η οποία όταν της είπα το θαύμα αυτό της πίτας μου είπε: «¨Αχ δεν έπρεπε να μου το πεις γιατί μπορεί να  είναι κανένας άγιος». Γυρίζοντας αμέσως στο σπίτι μου δεν βρήκα στην ντουλάπα μου την πίτα, την οποία άφησα πριν λίγο και την οποία μόνο εγώ ήξερα που την είχα.

Στενοχωρήθηκα τόσο πολύ όσο ποτέ στη ζωή μου. Ευχαριστώ όμως και πάλι τον Θεό γιατί επέτρεψε σε μένα την ταπεινή Του δούλη, να απολαύσω επί επτά μέρες εκείνο το οποίο πήρε στα χέρια Εκείνος ο λυτρωτής της ανθρωπότητας, ο Ιησούς Χριστός μας!!!

†    ―    †

ΤΡΙΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Μια μέρα και ενώ ήμουν τώρα έγκυος στο δεύτερο παιδί μου, άκουσα τρείς χτύπους στην πόρτα του σπιτιού μου και στην ερώτησή μου «ποιος είναι» άνοιξε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο γνωστός μου γέρος μοναχός, ο οποίος αυτή τη φορά ήταν διαφορετικός ως προς την ουράνια μορφή και την εξωτερική ωραία ενδυμασία του. « Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη , μου είπε, μη φοβείσαι, ήλθα να σου πω αυτά τα λόγια και να φύγω. Είσαι παιδί μου τεσσάρων μηνών έγκυος, θα γεννήσεις καλά και το παιδί που θα γεννηθεί θα είναι αγόρι. Μόνο πρόσεξε να τηρήσεις πιστώς αυτά μου τα λόγια. Ότι και αν υποστεί το βρέφος, έστω και αν κινδυνεύσει η ζωή του ακόμη, να μην το βαφτίσεις εάν δε σου πω εγώ».

Κατόπιν αφού έστρεψε το βλέμμα του προς τις εικόνες και παρατήρησε ότι το καντήλι ήταν σβησμένο, πλησιάζει προς το εικονοστάσι και αφού πήρε το καντήλι στα χέρια του το είδα αυτόματα να ανάβει. Κατόπιν αφού πήρε το θυμιατήρι άρχισε με ένα μυστήριο τρόπο να θυμιατίζει τις άγιες εικόνες και γύρω από την οικία μου. Ύστερα άφησε το θυμιατό πάνω στο παράθυρο και αφού μου υπενθύμισε την εντολή που μου έδωσε για το παιδί, βγήκε από το σπίτι και έκλεισε μόνος του την πόρτα.

Είναι αλήθεια ότι κατά την εμφάνιση αυτού του καλόγηρου δεν μπόρεσα να προφέρω ούτε μια λέξη από τη στιγμή που ήρθε έως τη στιγμή που αναχώρησε. Προσπάθησα να τον ακολουθήσω αφού έφυγε αλλά δεν το κατόρθωσα. Νόμιζα πως μια εσωτερική δύναμη με

έσπρωχνε προς τα πίσω. Ύστερα από λίγα λεπτά βγήκα στην γειτονιά αλλά ούτε είδα ούτε άκουσα τίποτα σχετικό που να αφορούσε τον γέροντα μοναχό.

Εκείνο κυρίως που μου προξένησε μεγάλη εντύπωση είναι ότι παρ’ όλες τις προσπάθειες που έκανα σε κάθε εμφάνιση του μυστηριώδους μοναχού να εξακριβώσω κάτι γι’ αυτόν, δεν κατόρθωνα τίποτα. Όλους όσους ρωτούσα μου απαντούσαν ότι τέτοιον γέροντα μέχρι σήμερα στο χωριό μας, ούτε είδαμε ούτε γνωρίσαμε, αλλά ούτε συναντήσαμε.

Αναμφισβήτητα, η επαλήθευση του λόγου μου ήταν εκείνο ακριβώς το οποίο με έκανε να πιστεύω ακράδαντα ότι ο γέροντας δεν ήταν τυχαίος και απλός άνθρωπος, αλλά ότι πρόκειται για άνθρωπο που έχει θεία δύναμη.

†    ―    †

Ο   ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΤΗΣ   ΘΕΟΣ

ΕΙΣ  ΤΗΝ  ΦΤΩΧΙΚΗΝ  ΜΑΣ  ΟΙΚΙΑΝ

Την 15ην Αυγούστου εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και ώρα 3 μμ , μου συνέβη άλλο αξιοθαύμαστο γεγονός. Ενώ βρισκόμουν μέσα στην οικία μου, βλέπω να ανοίγει η θύρα ύστερα από τρεις χτύπους και να μπαίνει ο γέρο-καλόγηρος, ο οποίος κάθισε στη συνηθισμένη του θέση και αμέσως άρχισε να μου λέει: «Ελένη παιδί μου, είμαι κουρασμένος. Δώσε μου κάτι να φάγω». Αμέσως έβαλα μέσα σε ένα πιάτο σούπα από κρέας και ένα κομμάτι βραστό που ήταν της κόρης μου η οποία δεν το έφαγε το μεσημέρι και το φύλαξα για το βράδυ. Μη έχοντας τίποτα άλλο να του δώσω, του έδωσα το φαγητό της κόρης μου, Αναστασίας. «Αυτό το κομμάτι του κρέατος, μου λέγει, είναι το μερίδιον της κόρης σου της Αναστασίας. Πάρε το λοιπόν και να το δώσεις εις αυτήν». Και ο γέρος άρχισε να τρώει μόνο τη σούπα. Αλλά παρατήρησα ότι ενώ έτρωγε η σούπα ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕ! Ύστερα αφού μου έδωσε λίγες οικογενειακές συμβουλές, αναχώρησε λέγοντάς μου μόνο, «εγώ φεύγω». Σημειωτέον ότι όταν μπήκε ο καλόγηρος στο σπίτι μου, βρισκόταν εκεί και ο σύζυγός μου, ο οποίος εκείνη τη στιγμή κοιμότανε και δεν άκουσε απολύτως τίποτα από όσα είπαμε ο καλόγηρος και εγώ. Μόλις ξύπνησε ο σύζυγός μου, παρατήρησε ότι έκλαιγα και με ρώτησε: «Γιατί κλαίς, τι έχεις;». Τότε άρχισα με μεγάλη συγκίνηση να του διηγούμαι τι είχε συμβεί και να τονίζω ιδιαιτέρως ότι μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι ο καλόγηρος γνώριζε πως το κρέας που του πρόσφερα ήταν της κόρης μου της Αναστασίας. Και από την συγκίνηση δεν μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου.

ΤΕΤΑΡΤΗ  ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ

Σύμφωνα με την προφητεία του Σεβάσμιου γέροντα γέννησα το δεύτερο παιδί μου και μετά από περίοδο σαράντα ημερών αφού πήρα την καθιερωμένη ευχή από την Εκκλησία είδα στον ύπνο μου, πως εγώ και η μικρή κορούλα μου Αναστασία μαζί με μια γειτόνισσα βρισκόμασταν σε ένα ψηλό βουνό όπου υπήρχε μια σπηλιά με μια Εκκλησία και μόλις μπήκαμε μέσα είδαμε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, γυμνό, όπως στην Ανάσταση, φορώντας στο κεφάλι του το αγκάθινο στεφάνι. Έκανα αμέσως μετάνοιες πολλές και όταν τελείωσα ζήτησα να ασπαστώ το χέρι του Χριστού, αλλά η Παναγία με το χέρι της με εμπόδισε και μου είπε: «Μη ακόμη. Έχεις καιρόν δια να ασπασθείς το χέρι Του. Να κάμνεις 20 μετάνοιες κάθε πρωί και κάθε βράδυ επί σαράντα ημέρες και έπειτα θα αξιωθείς να φιλήσεις το χέρι του γιού μου».

Εγώ πίστεψα απολύτως στα λόγια που μου είπε η Παναγία στο όνειρό μου και έκανα κατά γράμμα ότι μου είπε.

†    ―    †

ΠΩΣ  ΕΣΩΘΗ  ΤΟ  ΠΑΙΔΙ  ΜΟΥ

 

Ήταν παραμονή των Βαΐων όταν οι 40 μέρες έληξαν. Το πρωί κατά τις 11 άκουσα και πάλι εκείνο τον περίεργο χτύπο στην εξώπορτά μου, και λέω, «εμπρός, ποιος είναι»; «Εγώ», απαντά ο γέρος και ανοίγει την πόρτα του δωματίου. «Άκουσε Ελένη παιδί μου, μου λέγει. Να σου πω. Οι μετάνοιές σου τελείωσαν, μόνο ένα σου υπολείπεται ακόμη να κάμεις, εάν θέλεις τελείως να συγχωρεθείς. Να υπάγεις να συναντήσεις την θετή σου μητέρα που βρίσκεται στα Πετράλωνα, και να συγχωρεθείτε, να αγαπήσετε. Κατόπιν να υπάγεις εις την θεία σου Θεοφανία, η οποία κατοικεί εις τον Πειραιά και να παραλάβεις την μικράν κόρην σου Αναστασίαν, διότι εάν και αύριο μείνει εκεί θα πάθει μεγάλο κακό, εάν όμως ευρίσκεται πλησίον σου εδώ δεν θα πάθει τίποτε».Και με τα λόγια αυτά εξαφανίστηκε. Το απόγευμα περίμενα τον άντρα μου με αγωνία για να του πω το γεγονός. Όταν γύρισε ο Διονύσης από την δουλειά του (ήταν κτίστης) και άκουσε τα λόγια μου, συγκινήθηκε τόσο, ώστε γονατιστός και με ευλάβεια, μπροστά από τις σεβαστές εικόνες που είχαμε, σήκωσε τα χέρια του προς τον Θεό και ζήτησε την επέμβαση της Θείας δύναμης. Στράφηκε μετά σε εμένα και μου είπε: «Αυτά τα οποία βλέπεις δεν πρέπει να τα εκμυστηρεύεσαι στον ένα και στον άλλο. Πιστεύω ότι αυτός ο άνθρωπος που σου παρουσιάζεται συχνά θα είναι ασφαλώς κανένας Άγιος. Εσύ πάντως δεν πρέπει να αδιαφορήσεις, αυτά που σου είπε πρέπει να τα κάνεις».

Την άλλη μέρα πήγα πραγματικά στα Πετράλωνα, βρήκα την μητριά μου και ζήτησα συγχώρεση. Αυτή όχι μόνο με συγχώρεσε, αλλά και με αγκάλιασε και έκλαψε μαζί μου. Έμεινα κοντά της περίπου δύο ώρες και έπειτα πήγα στη θεία μου στον Πειραιά, για να πάρω την μικρή μου κόρη. Η θεία μου προσπάθησε με κάθε τρόπο να με κρατήσει μια ημέρα κοντά της. Δεν μπορούσα όμως να την ευχαριστήσω γιατί είχα υπ’ όψιν μου τους σοβαρούς λόγους του γέροντα. Ο καιρός δεν ήταν καλός και φαινόταν πως θα έβρεχε.

Πραγματικά στο δρόμο άρχισε να βρέχει και αργότερα η βροχή δυνάμωσε. Το αποτέλεσμα ήταν να βραχεί το μικρό και μόλις το έβαλα στην κούνια του άρχισε να το βασανίζει ο πυρετός. Επί τρείς ημέρες η κατάσταση του παιδιού μου ήταν η ίδια. Την Τρίτη μέρα, δηλαδή την Μεγάλη Τετάρτη όμως, βλέποντας να επιδεινώνεται η κατάσταση του μικρού μου, άρχισα να κλαίω απαρηγόρητα, ενώ συγχρόνως παρακαλούσα από τα βάθη της ψυχής μου τον Κύριο, να ευσπλαχνισθεί την οικογένειά μου και να χαρίσει την υγεία στο λατρευτό μου παιδί.

Η ώρα θα ήταν περίπου 11 πμ. Και ενώ είχα σκύψει πάνω από το προσκέφαλο του μικρού μου παιδιού και με δάκρυα στα μάτια περίμενα από στιγμή σε στιγμή την «εξ ύψους βοήθεια», αιφνιδιάστηκα όταν άκουσα τον παρήγορο εκείνο χτύπο. Και όπως έγινε φανερό από τα γεγονότα, ο Κύριος ο Άρχων της ζωής και του θανάτου, άκουσε την φωνή της δέησής μου και πριν τελειώσω τις τελευταίες λέξεις εμφανίστηκε η γλυκιά μορφή του σεβάσμιου Μοναχού. Ποιος είναι; Ρώτησα μόλις άκουσα τους τρεις χτύπους «Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη» απαντά, ενώ συγχρόνως ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο Μοναχός. Με πλησίασε και μου είπε:

«Τι έχετε πάθει; Γιατί είσαι στενοχωρημένη;» Πώς να μην είμαι στενοχωρημένη γέροντα, του λέω, να το παιδί μου έχει τώρα τρεις μέρες που αρρώστησε και με όλη μου την προσπάθεια αντί να καλυτερεύσει η κατάστασή του, χειροτερεύει.

«Μην κλαίς, μου λέει Ελένη παιδί μου» και αγγίζει με την ευλογημένη δεξιά Αυτού χείρα στο μέτωπο του ασθενούς παιδιού μου. Με λόγια παρηγορητικά, προσπαθεί να με πείσει ότι το παιδί μου δεν έχει τίποτα, ότι δεν πρέπει να κλαίω, και ότι πρέπει να παύσω πλέον να στεναχωριέμαι για την αρρώστια του παιδιού μου. Και έπειτα πλησίασε στο κρεβατάκι του μικρού. Την ώρα εκείνη το πρόσωπό Του έλαβε διάφορες εκφράσεις. Καταλάβαινε κανείς παρατηρώντας το πρόσωπό Του, ότι στο δωμάτιό μου δεν βρισκόταν εκείνη τη στιγμή κάποιος απλός άνθρωπος, αλλά κάποιος ανώτερος που κατά Θείο πρόσταγμα είχε την δύναμη να σκορπίσει την χαρά και την υγεία μέσα στο φτωχικό μου σπίτι. Στάθηκε λοιπόν ο γέροντας στην κλίνη του μικρού, έσκυψε επάνω του και χαϊδεύοντας το, του έβαλε στο στόμα μια άσπρη σκόνη, σαν το λευκό μάρμαρο και στράφηκε προς εμένα που είχα μείνει αμίλητη, βλέποντας σαν Θαύμα την διαφορά της υγείας του παιδιού μου, μόλις έλαβε και ήπιε την μικρή εκείνη δόση από τα χέρια του γέροντα, μου είπε: «Μην ταράζεσαι, μην ανησυχείς και το παιδί σου δεν θα πάθει τίποτα. Μόνο πρόσεξε να κάμεις αυτό το οποίο τώρα θα σου ειπώ. Σας είχα δώσει εντολήν, ότι ακόμα κι αν το μικρό κινδυνεύσει να αποθάνει, να μην το βαπτίσετε προτού σας έλεγα εγώ. Λοιπόν ήρθε η ώρα που πρέπει να βαπτισθεί. Αύριο, Μεγάλη Πέμπτη, προ της ακολουθίας του όρθρου, να ειδοποιήσετε τον εφημέριο της εκκλησίας σας δια να βαπτίσει το παιδίον. Γνώριζε δε και τούτο. Ότι κατά την τέλεση του μυστηρίου, θα παρευρίσκομαι και εγώ, με μόνη την διαφορά ότι δεν θα δυνηθεί κανείς να με ίδει, εκτός από ένα ή και δύο άτομα. Εγώ τώρα θα φύγω και πρόσεξε να κάμεις αυτό που σου είπα.» (εδώ πρέπει να σημειώσω ότι όταν εμφανιζόταν ο γέροντας καλόγηρος, μου έλεγε: «Εγώ είμαι παιδί μου Ελένη», και όταν έφευγε,

έλεγε: «Φεύγω εγώ». Αυτά επαναλάμβανε σε κάθε του εμφάνιση).

Το βράδυ, όταν ο σύζυγός μου γύρισε από την εργασία του, τον πληροφόρησα λεπτομερώς για τα όσα συνέβησαν. Ο άντρας μου όταν με άκουσε να εξιστορώ τα θαυμάσια της ημέρας εκείνης γεγονότα, άρχισε να σταυροκοπιέται και να δοξάζει και να ευχαριστεί τον Άγιο Θεό. Πιστεύοντας χωρίς καμία αμφιβολία, σηκώθηκε αμέσως, πήγε στον ιδιοκτήτη της οικίας μας και τον παρακάλεσε να πάνε στο σπίτι του εφημέριου, να του εξιστορήσουν πως έχουν τα πράγματα, γιατί ο ιδιοκτήτης μας επρόκειτο να βαπτίσει το παιδί. Ο πατήρ Αριστείδης δέχθηκε ευχαρίστως να βαπτίσει το παιδί την επόμενη μέρα, πριν από την ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης. Κατά την τέλεση όμως του Μυστηρίου, συνέβη το εξής αξιοθαύμαστο.

Κατά την ώρα της Κατηχήσεως ενώ ως συνήθως εμείς οι γονείς των παιδιών βρισκόμασταν έξω από την οικία και ακριβώς την στιγμή που έπρεπε να δοθεί το όνομα στο νεοβαπτιζόμενο, η μικρή μου κόρη Αναστασία άρχισε να φωνάζει αναζητώντας τους γονείς της. «Παππούς – Παππούς» (Παππού η μικρή Αναστασία έλεγε τον σεβάσμιο Καλόγηρο). Μετά από λίγο από τις κραυγές της κόρης μου, εκτός από εμάς τους γονείς της μπήκαν μέσα και άλλοι πολλοί άνθρωποι επιθυμώντας να δουν τον Άγιο γέροντα, αλλά παρ’ όλες τις προσπάθειές τους, κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν μπόρεσε να τον δει αν και η μικρή εξακολουθούσε να δείχνει με τα χέρια της προς αυτούς, το μέρος όπου είχε σταθεί ο Σεβάσμιος γέροντας.

Καραγιάννης Ανδρέας

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.