Την πρωίαν του Σαββάτου, 24ης Ιουλίου /6ης Αυγούστου 2016, ο Μακαριώτατος Πατήρ ημών και Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ.κ Θεόφιλος ήρξατο της ήδη ανακοινωθείσης επισκέψεως Αυτού εις Άγιον Όρος.

Εις την επίσκεψιν ταύτην, ο Μακαριώτατος συνωδεύτετο υπό του Γέροντος Αρχιγραμματέως Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης κ. Αριστάρχου, του Γραμματέως της Αγίας και Ιεράς Συνόδου Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Λύδδης κ. Δημητρίου, του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Ανθηδώνος κ. Νεκταρίου, του εν Αθήναις Εξάρχου του Παναγίου Τάφου Αρχιμανδρίτου Δαμιανού, του Ιεροδιακόνου Μάρκου και του Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Θεοδώρου Γιάγκου.

Εις λίαν πρωινήν ώραν της ως άνω ημέρας, ο Μακαριώτατος ανεχώρησεν από το εν Θεσσαλονίκη ξενοδοχείον της παραμονής Αυτού προς Ουρανούπολιν. Από Ουρανούπολιν ανεχώρησε με πλοιάριον την 9.30 π.μ. ώραν και έφθασεν εις το λιμάνι της Δάφνης την 10.30 π.μ. ώραν, ένθα εγένετο δεκτός υπό των αντιπροσώπων των Ιερών Μονών Ξηροποτάμου π. Παύλου και Σίμωνος Πέτρας π. Ιερωνύμου.

Από της Δάφνης ανεχώρησε ο Μακαριώτατος διά Καρυάς και φθάσας εις αυτάς, εγένετο δεκτός υπό των τεσσάρων εκπροσώπων της Ιεράς Επιστασίας και εν συνεχεία προ της εισόδου του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου υφ᾽ όλων των εκπροσώπων των είκοσι Μονών του Αγίου Όρους. Προ της εισόδου του Ναού τούτου, ο Μακαριώτατος ενεδύθη μανδύαν και προσεκύνησε το Ευαγγέλιον και λαβών τον σταυρόν εισώδευσεν, εν ω οι ψάλται της Μονής Βατοπεδίου και Σίμωνος Πέτρας έψαλλον το «Άξιόν Εστιν». 

Προσκυνήσας ο Μακαριώτατος την Ιεράν Εικόνα του Άξιον Εστίν της Θεοτόκου και εις το Ιερόν Βήμα, προεξήρξε της Δοξολογίας, προ της οποίας εψάλησαν τα τροπάρια: «Εν τη Γεννήσει την Παρθενίαν εφύλαξας», «Τους του Άθω Πατέρας…», «Τας αλγηδόνας των Αγίων», «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ» και οι στίχοι της Δοξολογίας. Ευθύς αμέσως προσεφώνησε τον Μακαριώτατον ο Πρώτος της Κοινότητος του Αγίου Όρους εκπρόσωπος της Μονής Βατοπαιδίου π. Βαρνάβας διά της κάτωθι προσφωνήσεως αυτού:

1. ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ ΠΡΩΤΕΠΙΣΤΑΤΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ ΒΑΤΟΠΕΔΙΝΟΥ

Εις ταύτην αντεφώνησεν ο Μακαριώτατος διά της κάτωθι αντιφωνήσεως Αυτού:

Σεβάσμιοι και αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί
και πατέρες της Ιεράς Επιστασίας,
εκπρόσωποι των ιερών Μονών του Αγιωνύμου Όρους,

Η πανσθενουργός δύναμις του Παναγάθου Θεού ημών ενίσχυσεν Ημάς εις την πραγματοποίησιν της πρώτης επισκέψεως Ημών ταύτης ως Προκαθημένου της Σιωνίτιδος Εκκλησίας και ηγουμένου της Γεραράς Αγιοταφιτικής Αδελφότητος εις το Άγιον Όρος, τη ευγενεί προσκλήσει της Ιεράς Σκήτης της Αγίας Άννης, εγκριθείση υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ώστε να απολαμβάνωμεν κατά την ευλογημένην στιγμήν ταύτην της χαράς και της αγαλλιάσεως της κοινωνίας μετά πάντων των Αγιορειτών Πατέρων, εν τω προσώπω υμών, των σεβασμίων εκπροσώπων των είκοσι Ιερών Μονών του Αγίου Όρους και της προσγιγνομένης Ημίν τιμής υπό της Συνάξεως ταύτης εν τω ιστορικώ Πρωτάτω.

Ημείς, προερχόμενοι εκ της πόλεως της Αγίας Ιερουσαλήμ, της έδρας του Βασιλέως του Μεγάλου, μεταφέρομεν εις υμάς κατά την ευλογημένην στιγμήν ταύτην την λειτουργικήν και ποιμαντικήν Ημών εμπειρίαν εις τα πανάγια Προσκυνήματα, τα οποία ηυλογήθησαν υπό του Παναγάθου Θεού ημών, ίνα ώσιν το φυσικόν οστράκινον κέλυφος της κατά σάρκα επί γης ευεργετικής και σωστικής παρουσίας του Μονογενούς Υιού και Λόγου Αυτού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ταύτά εισι οι σιωπηροί μεν, αψευδείς δε μάρτυρες του γεγονότος ότι «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί, ώφθη ανθρώποις και αυτοίς συνανεστράφη».

Το υπερφυές και ακατάληπτον τούτο γεγονός έλαβε χώραν εν χρόνω και τόπω, επί Καίσαρος Αυγούστου και εις την γην της επαγγελίας των προφητών. Εις Ναζαρέτ εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου ο Ασώματος εσωματώθη. Εις το θεοδέγμον Σπήλαιον κατά σάρκα εκ της αειπαρθένου ετέχθη. Εν Τριαδική Θεοφανεία εις Ιορδάνην εβαπτίσθη. Επί του Θαβωρίου Όρους το φως του προσώπου Αυτού το άκτιστον και άσχετον εις τους προκρίτους μαθητάς εφανέρωσε. Επί του φρικτού Γολγοθά διά την άφεσιν των αμαρτιών ημών και την σωτηρίαν ημών εσταυρώθη. Εκ του κενού μνημείου τριήμερος εκ νεκρών ανέστη. Εις ουρανούς εκ του Όρους των Ελαιών ενδόξως ανελήφθη και το Πνεύμα Αυτού το Άγιον εις τους μαθητάς Αυτού εν τω υπερώω της Αγίας Σιών παρά του Πατρός απέστειλε.

Το έργον Αυτού το ευεργετικόν και σωτηριώδες η των Ιεροσολύμων Εκκλησία εις την Γην ταύτην την Αγίαν διά μέσου των αιώνων εσυνέχισε. Τη βοηθεία και προστασία μεγάλων αυτοκρατόρων, ως του Αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου και της μητρός αυτού Αγίας Ελένης, Θεοδοσίου του Μεγάλου, Ιουστινιανού και άλλων, ωκοδομήθη κατ’ αρχάς το πανορθόδοξον και παγχριστιανικόν προσκύνημα, το σέμνωμα της πίστεως ημών, ο Ναός της Αναστάσεως και η Βασιλική της Γεννήσεως εις Βηθλεέμ και εν συνεχεία αι Μοναί, Κοινόβια και Λαύραι, Αγίου Σάββα του ηγιασμένου, Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, Γεωργίου και Ιωάννου των Χοτζεβιτών και πολυάριθμοι άλλαι.

Εις τα προσκυνήματα ταύτα, εις τον πανίερον Ναόν της Αναστάσεως, την Βασιλικήν της Βηθλεέμ και εις τας Μονάς της ερήμου, η Εκκλησία των Ιεροσολύμων έως της σήμερον δίδει αναμέσον ετεροδόξων και αλλοδόξων την μαρτυρίαν αυτής, της εν τη μια υποστάσει του Χριστού συνεργίας των δύο φύσεων Αυτού, θείας και ανθρωπίνης, συμφώνως προς το Χριστολογικόν δόγμα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκιδόνος, η οποία και την Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων εις Πατριαρχείον ανύψωσεν.

Εκ της γης ταύτης της Αγίας μετά τοιαύτης παρακαταθήκης, αφίχθημεν σήμερον εις μίαν άλλην γην αγίαν, του Αγιωνύμου Όρους, του αγιασθέντος υπό του ιδρυτού αυτού αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, «ούτινος την εν σαρκί ζωήν κατεπλάγησαν αγγέλων τάγματα, πως μετά σώματος θνητού προς αοράτους συμπλοκάς εχώρησε και κατετραυμάτισε των δαιμόνων τα τάγματα» και υπό των διαδεξαμένων αυτών αγίων Αγιορειτών Πατέρων, ασκητών και οσίων, δοχείων αρετής, εργατών της προσευχής και δη της μονολογίστου νοεράς, θεωρών του ακτίστου φωτός, των πολυαρίθμων «ιερώς ησυχαζόντων», ων προστάτης, εκλήθη και ανεδείχθη ο Μέγας Πατήρ και διδάσκαλος της Εκκλησίας Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.

Τοιαύτην και τοσαύτην παρακαταθήκην και παράδοσιν έχοντες, υπερδισχιλιετή η των Ιεροσολύμων Εκκλησία, υπερχιλιετή δε η του Αγίου Όρους Μοναστική Κοινότης, δεύτε, εκ της ευλογημένης ταύτης συναντήσεως, όπως ανανεώσωμεν και συσφίγξωμεν και πάλιν τους ανέκαθεν υπάρξαντας πνευματικούς δεσμούς μεταξύ του Αγίου Όρους και του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, ώστε Αγιορείται Πατέρες να πληροφορώνται περί του επιτελουμένου έργου αυτού, ερχόμενοι διά κανονικής ευλογίας και παραμένοντες εις αυτό επί τι διάστημα, Αγιοταφίται δε Πατέρες επισκέπτωνται το Άγιον Όρος και διδάσκωνται εκ του Κοινοβιακού και ασκητικού τρόπου ζωής των Αγιορειτών και ούτω αυξάνη η εν Χριστώ ζωή ημών και η εμπειρία ημών εν τη ασκήσει και μοναχική και εκκλησιαστική διακονία και, συμπληρούμενοι ως αλλήλων μέλη, αναδεικνυώμεθα συνεργοί Θεού προς σωτηρίαν ψυχών και δόξαν του εν Τριάδι προσκυνητού ονόματος Αυτού. Γένοιτο.

Επί τη επισκέψει ταύτη η Ιερά Κοινότης επέδωσεν εις τον Μακαριώτατον αντίγραφον της εικόνος του «Άξιόν Εστιν» και ο Μακαριώτατος επέδωσεν εικόνα της Παναγίας Ιεροσολυμιτίσσης.
Εν συνεχεία άνω εις την αίθουσαν της Ιεράς Επιστασίας της Μονής προσεφώνησε τον Μακαριώτατον εξ ονόματος της Ιεράς Επιστασίας ο ηγούμενος της Ι. Μονής Σταυρονικήτα Ιερομόναχος Ναθαναήλ ως έπεται:

2. ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΜΟΝ ΙΒΗΡΩΝ

ο δε Μακαριώτατος αντεφώνησε διά της κάτωθι προσφωνήσεως Αυτού:
Πανοσιολογιώτατε άγιε Πρωτεπιστάτα, Πανοσιολογιώτατοι άγιοι Καθηγούμενοι και λοιποί αντιπρόσωποι των είκοσι Ιερών Μονών της Αγιωνύμου Πολιτείας, Εξοχώτατε κ. Πολιτικέ Διοικητά, Οσιώτατοι μοναχοί και λοιποί εν Χριστώ αδελφοί,

Ο προφητάναξ Δαβίδ, αυτή η αδιάπτωτος λύρα του Πνεύματος και το πάγχρυσον στόμα του υψιπέτου ψαλμωδού, εξαίρει κατ’ επανάληψιν τα όρη της Παλαιστίνης, προσδίδων εις αυτά είτε φυσικόν είτε μεταφυσικόν χαρακτήρα. Ενδεικτικώς λέγει ότι «τα όρη και πάντες οι βουνοί» (148.9) συμμετέχουν μετά πάντων των κτισμάτων εις την αέναον δοξολογίαν του Θεού. «Τα όρη αγαλλιάσονται» (97.8) μετά των ποταμών και των θαλασσών ενώπιον του Κριτού της Δικαιοσύνης, αναπέμποντα «το καινόν άσμα» (97.1). «Ο Κύριος υψούται και προσκυνείται εις όρος άγιον αυτού» (98.9). Από προσώπου της μεγαλοπρεπείας Κυρίου «τα όρη ωσεί κηρός ετάκησαν» (96.5). «Το όρος ο ευδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτώ» (67.16) «και ο ητοίμασεν εν τη ισχύι αυτού» (64.6) είναι «πίον και τετυρωμένον» (67.15). Ο Κύριος «φωτίζει θαυμαστώς από ορέων αιωνίων», διό και «οι πεποιθότες επί Κύριον» καθίστανται ισχυροί «ως όρος Σιών» (124.1), ούτοι «εοίκασιν όρει τω αγίω» (Αναβαθμοί). Τα ιερά όρη, συνελόντι ειπείν, είναι τόποι αγιάσματος Κυρίου και Θεοφανειών.

Προσερχόμενοι ως προσκυνηταί εκ του όρους «ο ηγάπησεν ο Κύριος της Δόξης» (77.68), ήτοι εκ της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ, διαλογιζόμεθα εν τη καρδία Ημών μετά του Ψαλμωδού, «Τις κατασκηνώσει εν όρει αγίω αυτού;» (14.1) και «Τις αναβήσεται εις το όρος Κυρίου;» (23.3), ει μη μόνον «ο αθώος χερσί και καθαρός τη καρδία, ος ουκ έλαβεν επί ματαίω την ψυχήν αυτού» (23.4), διό και αίρομεν ικετευτικώς και χείρας και τους οφθαλμούς Ημών, «εις τα όρη, όθεν ήξει η βοήθεια ημών» (120.1), μεταφέροντες προς Υμάς, σεβάσμιοι Πατέρες, οίτινες «εμεταναστεύσατε επί τα όρη ως στρουθία» (10.2), «την δρόσον Αερμών την καταβαίνουσαν επί τα όρη Σιών» (132.3), ήτοι την χάριν και την ευλογίαν του Παναγίου και Ζωοδόχου Τάφου και επιδαψιλεύομεν εφ’ Υμάς τας εγκαρδίους Πατριαρχικάς Ημών ευχάς.

Η «ευδοκία Κυρίου» «ήγαγεν ημάς εις όρος άγιον αυτού» (42.3), διά να συνευφρανθώμεν μεθ’ Υμών, συμπανηγυρίζοντες την μνήμην της θεοπρομήτορος Άννης, ήτις κατηξιώθη θαυμαστώς υπό του Κυρίου, εις προβεβηκυίαν ηλικίαν, να φέρη εις τα σπλάγχνα αυτής την Κυρίαν Θεοτόκον, ήτις ηγάπησεν και ηρετίσατο τον άγιον τούτον τόπον, τον καθαγιασθέντα διά των θαυμαστών παλαισμάτων των οικητόρων αυτού.

Πρώτη η Παναγία Μητέρα του Θεού συνέδεσεν αρρήκτως την Μητέρα των Εκκλησιών μετά της Αγιωνύμου Πολιτείας και κατέστησεν αιώνιον και πνευματικόν τον δεσμόν αυτόν. Τούτον τον δεσμόν, κατά τον ρούν της ιστορίας, επιβεβαίωσαν και εξέφρασαν ποικιλοτρόπως Ιεροσολυμίται και Αγιορείται μοναχοί, συστοιχούντες εις την κοινήν ασκητικήν παράδοσιν αυτών. Αι οικουμενικαί ασκητικαί μορφαί της Αγίας Γης, αίτινες εξήνθησαν διά των αρετών αυτών την πριν έρημον γην και εκαλλιέργησαν την άγονον άρουραν, ως οι άγιοι Ευθύμιος, Θεοδόσιος, Σάβας και η τεραστία πληθύς των επωνύμων και ανωνύμων μοναχών συνιστούν τα αιώνια πρότυπα και διά τους Αγιορείτας Πατέρας. Αι συνεχείς μεταναστεύσεις μοναχών μεταξύ των δύο τούτων πνευματικών κέντρων παγκοσμίου ακτινοβολίας, αι ιεραί αποδημίαι και υπεράνω όλων η ανυπέρβλητος συμβολή ενός εκάστου των ηγιασμένων και πνευματικών τούτων τόπων εις την διαμόρφωσιν της Ορθοδόξου λατρείας και εις την διατύπωσιν της εκκλησιαστικής τάξεως, διαλάμπουσαι διά των αιώνων εις όλον τον Ορθόδοξον κόσμον, εσμίκρυναν τας αποστάσεις και συνήνωσαν πνεύματα και καρδίας των Αγιορειτών και των Ιεροσολυμιτών. Η οικειότης εκαλλιεργείτο εν τω συνδέσμω της αγάπης και της ειρήνης, ταίς υπερεχούσαις πάντα νούν.

Εν τη Αγία Γη, οι Αγιοσαβαίται Πατέρες συνέβαλον καθοριστικώς εις την σύνταξιν των λειτουργικών βιβλίων, ως της Οκτωήχου, του Τριωδίου, των Μηναίων και άλλων, ενώ κατέγραψαν μετά πιστότητος την τάξιν της λατρείας εις τον λεγόμενον «Αγιοπολίτην», ήτοι το Ιεροσολυμιτικόν Τυπικόν. Εν τω Αγίω Όρει, οι εδώ Πατέρες ενεπλούτισαν περαιτέρω την λατρείαν, προσθέτοντες πολλάς νέας ακολουθίας, ενώ ηρμήνευσαν αυτήν διά πολυτίμων θεολογικών συγγραφών, ως εκείναι του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου, από δε του 11ου αιώνος και εντεύθεν, οι Αγιορείται επανεσυνέδεσαν την στουδιτικήν λειτουργικήν τάξιν μετά της ιεροσολυμιτικής, συνθέτοντες ούτω πως την Νεοσαβαιτικήν, ήτις περιλάμπει έκτοτε εις τον Ορθόδοξον κόσμον.

Ταύτα υπομιμνήσκοντες, καυχόμενοι εν Κυρίω διά την συμβολήν και σύμπραξιν των προ ημών Πατέρων, αναλογιζόμεθα εν ταυτώ και διά την ευθύνην ημών διά το παρόν και το μέλλον της Εκκλησίας, εις μίαν εποχήν κατά την οποίαν επικυριαρχεί παγκοσμίως η εκκοσμίκευσις και η πνευματική αδιαφορία, προσβάλλουσαι τας πατρίους ημών παραδόσεις και αποπροσανατολίζουσαι τον λαόν του Θεού. Αι προκλήσεις είναι ισχυραί και ο κλύδων μέγας, διασαλεύων την ειρήνην και την ευημερίαν των λαών, αλλά πρωτίστως καταλύων τας θεοδιδάκτους παραδόσεις της πίστεως ημών. Πολλάκις ευρισκόμεθα ενώπιον λαού στερουμένου ελπίδος, διακειμένου υπό την απειλήν η και υπ’ αυτήν ταύτην την αιχμαλωσίαν εις «τους κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου», διό και θλίβεται η ψυχή Ημών.

Ούτως είναι πλέον επιβεβλημένον εν νέον «κτητορικόν έργον», όπως αποκαλείτε αυτό Υμείς οι Αγιορείται, ουχί διά την οικοδομήν αψύχων οίκων αλλά εμψύχων εικόνων του Θεού. Οφείλομεν όλοι να εργασθώμεν εκτενώς «εις τον αμπελώνα του Κυρίου», εν αδιαλείπτω προσευχή, αλλά και εν συντόνοις θεοφιλοίς έργοις, έχοντες το ποιμαντικόν φρόνημα, καθώς επιτάσσει η Εκκλησία. Οφείλομεν, πάση δυνάμει, να επιστηρίξωμεν τον δοκιμαζόμενον λαόν του Θεού, τον ευρισκόμενον «εν θλίψεσιν και περιστάσεσι πολλαίς», προσέτι δε να μαρτυρήσωμεν όση δύναμις εις την οικουμένην το μεγαλείον της Ορθοδόξου πίστεως και θεολογίας.

Το Άγιον Όρος, όπως και οι Άγιοι Τόποι, έχουν το προνόμιον να προσελκύουν συνεχώς χιλιάδας προσκυνητών, Ορθοδόξους και μη, βαθύτατα αφοσιωμένους εις τον Θεόν η με χλιαρήν πίστιν, νέους και γέροντες, όλοι αυτοί εναποθέτουν, κατά το μέτρον της πίστεως και της εκκλησιαστικότητος εκάστου, τας ψυχάς αυτών εις τον Θεόν, αναμένοντες αφ’ ημών τον λόγον της οικοδομής και της παρηγορίας.

Ημείς φυλάττομεν εν τοις Αγίοις Τόποις, εις αδιάκοπον σειράν χρόνου δύο χιλιετιών, τα Πανάγια Προσκυνήματα. Υμείς εν Αγίω Όρει, κατά την υπερχιλιετή ιστορίαν αυτού, περιφρουρείτε τα μοναχικά πολίσματα. Οι Πατέρες αμφοτέρων των Ιερών Τόπων έζησαν περιόδους ακμής και παρακμής, όμως πάντοτε μεθ’ υψηλού αισθήματος ευθύνης. Τούτο οφείλομεν να συνεχίσωμεν να πράττωμεν, συστοιχούντες προς το εκκλησιαστικόν φρόνημα και αποφεύγοντες την αυτοάνοσον εσωστρέφειαν, ήτις συνήθως προκαλεί ανωφελείς έριδας και μάχας. Η ευθύνη ημών είναι να μεταδίδωμεν το φως του Χριστού εις τα πέρατα της οικουμένης.

Ταύτα λέγομεν, απευθυνόμενοι προς Υμάς, τους προσφιλείς και σεβασμίους οικήτορες του Άθωνος, μετά πατρικής αγάπης και ευχόμενοι όπως ο Κύριος της Δόξης χαρίζηται Υμίν τας ουρανίους δωρεάς, διά πρεσβειών της Παναγίας Μητρός Αυτού και της θεοπρομήτορος Άννης.

Άγιον Όρος, 25 Ιουλίου ͵βιϛʹ

Από τας Καρυάς ο Μακαριώτατος ήλθε και πάλιν εις Δάφνην περί την 14.00 μ.μ. ώραν, όθεν και επιβάς πλοιαρίου ανεχώρησεν διά τον τελικόν προορισμόν της επισκέψεως Αυτού, ήτοι την Ιεράν Σκήτην της Αγίας Άννης. Φθάσας ο Μακαριώτατος εις τον λιμένα της Αγίας Άννης εγένετο δεκτός ενθέρμως υπό του προσκαλέσαντος Αυτόν Δικαίου της Σκήτης της Αγίας Άννης Ιερομονάχου Ιωάννου και ηγουμένου του κελλίου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και των συνοδών αυτού. Από του λιμένος ο Μακαριώτατος ανήλθεν εις το Κυριακόν της Σκήτης δι᾽ ανάπαυσιν.

Μετά την ανάπαυσιν, την εσπέραν ο Μακαριώτατος κατήλθεν εις το Καθολικόν της Σκήτης της Αγίας Άννης. Ενταύθα εκαλωσώρισεν τον Μακαριώτατον ο ηγούμενος τη Μονής Μεγίστης Λαύρας Ιερομόναχος Πρόδρομος διά της κάτωθι προσφωνήσεως αυτού:

3. ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ

και ο Μακαριώτατος αντεφώνησε διά της κάτωθι προσφωνήσεως Αυτού ελληνιστί, (αναρτηθήσεται προσεχώς).

Εν συνεχεία, ο Μακαριώτατος ενδυθείς μανδύαν ήρξατο προεξάρχειν της ολονυκτίου αγρυπνίας της εορτής της Κοιμήσεως της Αγίας Άννης διά θείας Λειτουργίας, συλλειτουργούντων Αυτώ του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης κ. Αριστάρχου, του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Λύδδης κ. Δημητρίου, του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Ανθηδώνος κ. Νεκταρίου, Πατριαρχικού Επιτρόπου εις Κωνσταντινούπολιν και πλειάδος Ιερομονάχων Αγιορειτών και του εν Αθήναις Αγιοταφίτου Εξάρχου οσιολογιωτάτου Αρχιεπισκόπου Δαμιανού, ψαλλόντων των χορωδιών των μοναχών των Ιερών Μονών Βατοπεδίου και Σίμωνος Πέτρας και μετέχοντος πυκνού εκκλησιάσματος εκ μοναχών Αγιορειτών και μη και εκ προσκυνητών ελθόντων εκ του κόσμου πεντακοσίων περίπου.

Η θεία Λειτουργία ήτο όντως μία κοινωνία ουρανού και γης, κάθοδος του ουρανού εις την γην και άνοδος της γης εις τον ουρανόν, άνοδος του εκκλησιάσματος εις την χώραν της βασιλείας, της ελθούσης εις την γην διά του Ενανθρωπήσαντος, Σταυρωθέντος και Αναστάσντος Ιησού Χριστού, παρόντος εις την αναίμακτον θυσίαν του Σώματος και του Αίματος Αυτού. Εις τούτο συνετέλεσε τα μέγιστα η ψαλτική των χορωδιών Βατοπεδίου και Σίμωνος Πέτρας ψαλλουσών εκ καρδίας εις ύφος και ήθος ακραιφνές μουσικόν Βυζαντινόν.

Μετά την θείαν Λειτουργίαν παρετέθη τράπεζα μετ᾽ εδεσμάτων ιχθύων της Αγιορειτικής θαλάσσης. Διαρκούσης της τραπέζης ταύτης ο ηγούμενος της Μονής Μεγίστης Λαύρας προσεφώνησε τον Μακαριώτατον, ο δε Μακαριώτατος προσεφώνησε διά της κάτωθι προσφωνήσεως Αυτού ελληνιστί, ως έπεται:

Οσιώτατε Ιερομόναχε π. Ιωάννη,
Δικαίε της Σκήτης της Αγίας Άννης,
Αγαπητοί Γέροντες μετά των Συνοδειών υμών,
Πατέρες και αδελφοί,

Επί τη εορτή της Κοιμήσεως της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης χαίρει σήμερον και αγάλλεται όλη η του Χριστού Εκκλησία, πολλώ δε μάλλον χαίρει και αγάλλεται η Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, η φέρουσα το όνομα αυτής και Ημείς οι αξιωθέντες να συνεορτάζωμεν εν αυτή, τη ευγενεί προσκλήσει του Δικαίου αυτής, ευλογηθείση υπό του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.
 Επί τη αγομένη εορτή ταύτη της Κοιμήσεως της Αγίας Άννης, η Εκκλησία φέρει εις την μνήμην αυτής το άγιον πρόσωπον της Αγίας Άννης, την οσίαν βιοτήν αυτής και το έργον, το οποίον επετέλεσεν δι’ αυτής ο Θεός διά την ανθρωπότητα όλην.

Φέρει δηλονότι η Εκκλησία εις την μνήμην αυτής ότι, στείρα ούσα η Αγία Άννα, ουκ απελπίσθη ούτε και έπαυσε να πρεσβεύη εις τον Θεόν μετά του συζύγου αυτής Θεοπάτορος Ιωακείμ, είτε εν τω οίκω αυτής, σωζομένω εις τα σπλάγχνα της γης και της Εκκλησίας Ιεροσολύμων εν τη περιοχή της Γεθσημανής, είτε εν τω παραδείσω, τω κήπω δηλαδή της Ιεράς Μονής Χοτζεβά, εν η και παρεκκλήσιον, επ’ ονόματι αυτής άχρι της σήμερον υπάρχει.

Εις την βαθείαν πίστιν της Αγίας Άννης εδόθη υπό του Θεού μεγάλη δωρεά. Εδόθη αυτή καρπός κοιλίας, ουχί κοινός βροτός, αλλ΄ αυτή αύτη η αειπάρθενος Μαρία, η επονομασθείσα Θεοτόκος, διότι εξ αυτής αργότερον εγεννήθη κατά σάρκα εκ Πνεύματος Αγίου ο Ιησούς Χριστός. Ο υμνογράφος εις το Συναξαριακόν επίγραμμα αυτού χαρακτηρίζει αυτήν πρώτην μητέρα εις όλον τον κόσμον, άχρις ου η κόρη αυτής Μαρία γεννά τον Χριστόν. Τότε η κόρη αυτής φέρει τα πρωτεία της μητρότητος, ενώ εκείνη φέρει τα δευτερεία.

Διά το έργον τούτο του Θεού εν τω προσώπω της Αγίας Άννης δι’ ημάς, αινούμεν Αυτόν και δοξολογούμεν. Ευχαριστούμεν δε υμάς Οσιώτατε π. Ιωάννη, την τιμίαν Συνοδείαν υμών και πάντας τους Ηγουμένους των κελλίων της Σκήτης της Αγίας Άννης διά την πνευματικήν πανδαισίαν και ευφροσύνην της αγρυπνίας και την υλικήν ταύτην τράπεζαν και προσευχόμεθα από του Παναγίου και Ζωοδόχου Τάφου, όπως ενισχύη τους μοναχούς της Αγίας Άννης και όλης της Αγιωνύμου Πολιτείας εις τον ασκητικόν υμών αγώνα, παρακαλούμεν δε υμάς διά τας προσευχάς υμών υπέρ Ημών, ίνα μαρτυρώμεν την Ορθόδοξον μαρτυρίαν εις τους αγίους Τόπους και αποτελειώσωμεν το αρξάμενον έργον της αποκαταστάσεως του Ιερού Κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου προς δόξαν Θεού και έπαινον του ευλογημένου γένους των Ορθοδόξων Ρωμαίων. 

Μετά την τράπεζαν ήρχισεν η Κάθοδος, μετά ταύτην δε η επιβίβασις εις πλοιάριον και η διά πλοιαρίου εις Ουρανούπολιν, εξ ης οδικώς ήλθεν ο Μακαριώτατος εις το ξενοδοχείον της διαμονής Αυτού εις Θεσσαλονίκην, ευχαριστών τον Θεόν, Όστις ενίσχυσεν Αυτόν να πραγματοποιήση την επίσκεψιν Αυτού, όπου εζήτησε τας προσευχάς της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης διά ενίσχυσιν του Πατριαρχικού ποιμαντικού έργου εις Ιεροσόλυμα και την αποπεράτωσιν του έργου αποκαταστάσεως του Ιερού Κουβουκλίου του Αγίου Τάφου.
Εκ της Αρχιγραμματείας.

 

ier1.jpg

 

ier2.jpg

 

ier3.jpg

ier4.jpg

Γιώργος Λακαφώσης

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.