Ὁ ἀπό Γορτύνης καί Ἀρκαδίας (1956-1978) Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης ΤΙΜΟΘΕΟΣ (κατά κόσμον Μιχαήλ Παπουτσάκης), τρίτο κατά σειρά παιδί τοῦ Κων/νου Παπουτσάκη καί τῆς Ἀρτεμησίας, μετέπειτα Ἀνθούσας μοναχῆς, τό γένος Ἐμμ. Καλαϊτζάκη, γεννήθηκε τήν 25η Μαρτίου 1915 στό Γαβαλομούρι Χανίων. Ὀρφανός ἀπό πατέρα ἤδη ἀπό τήν ἡλικία τῶν τεσσάρων ἐτῶν, ἀνατράφηκε ἀπό τήν εὐσεβῆ μητέρα του, ὅπως καί τά τρία ἀδέλφια του, Δέσποινα, Γεώργιος και Πέτρος.

Μετά τίς ἐγκύκλιες σπουδές του στόν Γαλατᾶ Χανίων καί στό Γυμνάσιο Χανίων εἰσέρχεται στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπό τήν ὁποία ἀποφοιτᾶ τό 1941.

Στή συνέχεια ὑπηρετεῖ τή στρατιωτική του θητεία καί κατά τή διάρκεια τοῦ πολέμου (1940 – 1941) ὑπηρετεῖ ὡς στρατιωτικός ἱεροκήρυκας στό Ἀλβανικό μέτωπο. Ἀναφορές στά βιώματα τῆς περιόδου αὐτῆς γίνονται στό ὑπό τόν τίτλο: «’Ανάμεσα στή ζωή καί στό θάνατο», Ἡράκλειο, 1982, βιβλίο του. Κατά τόν πρῶτο χρόνο τῆς Γερμανοκατοχῆς παραμένει στήν Ἀθήνα καί προσφέρει ἐθελοντικά τίς ὑπηρεσίες του στό Τμῆμα Πειραιῶς τῆς Ἐθνικῆς Ὀργανώσεως Χριστιανικῆς Ἀλληλεγγύης (ΕΟΧΑ). Παράλληλα κηρύττει σέ Ἱ. Ναούς, σχολεῖα, ἱδρύματα κ.ἄ.

Μετά τήν κατάληψη τῆς Κρήτης ἀπό τούς Γερμανούς ἐπιστρέφει στά Χανιά καί τόν Νοέμβριο τοῦ 1942, σέ ἡλικία 27 ἐτῶν, κείρεται Μοναχός μέ τό ὄνομα Μισαήλ στήν Ἱ. Μονή Γουβερνέτου. Τήν 20ή Νοεμβρίου 1942 χειροτονεῖται σέ Διάκονο ἀπό τόν μακαριστό Ἐπίσκοπο Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου Ἀγαθάγγελο Ξηρουχάκη (1936-1958). Ἀπό τόν ἴδιο χειροτονεῖται τήν ἑπομένη, 21/11/1942, σέ Πρεσβύτερο μέ τό ὅνομα Τιμόθεος καί χειροθετεῖται σέ Ἀρχιμανδρίτη.

Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Παπουτσάκης ἀναπτύσσει δραστηριότητα μέ ἔνθεο ζῆλο καί ἐργατικότητα, ἐπιδίδεται στά νέα καθήκοντά του καί ἀναδεικνύεται ὁ φωτισμένος ἐμπνευστής καί ὀργανωτής ἑνός πνευματικοῦ καί φιλανθρωπικοῦ ἔργου. Ὁ Ἱ. Ναός Ἁγ. Ἰωάννου Χανίων, ὅπου τοποθετεῖται ἱερατικῶς Προϊστάμενος, καθίσταται πόλος ἕλξεως. Τό χάρισμα τῆς εὐγλωττίας καί οἱ θεολογικές γνώσεις τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Τιμοθέου τίθενται στήν ὑπηρεσία τῆς πνευματικῆς οἰκοδομῆς καί παραμυθίας τοῦ λαοῦ. Οἱ ὁμιλίες του τά ἀπογεύματα τῶν Κυριακῶν στόν Ἱ. Ναό Ἁγ. Νικολάου Σπλάντζιας, οἱ διαλέξεις του στίς διάφορες αἴθουσες, τά κηρύγματά του στά χωριά, στίς φυλακές, στό νοσοκομεῖο καί ἀλλοῦ βρίσκουν μεγάλη ἀνταπόκριση. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τό ἐποικοδομητικό περιοδικό «’Αναγέννησις».

Κατά τήν περίοδο αὐτή ὀργανώνει καί διευθύνει τό Γραφεῖο Ἐσωτερικῆς Ἱεραποστολῆς τῆς Ἱ. Ἐπισκοπῆς Κυδωνίας καί Ἀποκορώνου, ἱδρύει καί διευθύνει τήν Ἕνωση Ἐπιστημόνων καί Διανοουμένων Χανίων καί τό Ἐκκλησιαστικό Οἰκοτροφεῖο, δημιουργεῖ τίς Ἐκκλησιαστικές Κατασκηνώσεις στόν Σταυρό Ἀκρωτηρίου, διδάσκει στήν Ἐκκλησιαστική Σχολή Κρήτης καί ἐκδίδει τά πρῶτα του βιβλία: «Στήν ὑπακοή τοῦ Χριστοῦ», Χανιά 1948, «Ὁ Χριστός καί τά Νιάτα», Χανιά 1950 καί «Παραδεισένια Κρινολούλουδα», Χανιά 1950. Παράλληλα, στή διάρκεια τῆς Γερμανοκατοχῆς ἐπιδεικνύει αὐταπάρνηση καί ἡρωισμό.

Τό 1950 μέ ὑποτροφία τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πραγματοποιεῖ εὐρύτερες σπουδές στή Γαλλία καί παραμένει γιά δύο χρόνια στή Λίλλη καί στό Παρίσι, ὅπου παρακολουθεῖ μαθήματα Χριστιανικῆς Κοινωνιολογίας καί Ποιμαντικῆς. Ἐπιστρέφοντας στήν Ἑλλάδα τοποθετεῖται Ὑποδιευθυντής καί Πνευματικός στό Θεολογικό Οἰκοτροφεῖο τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας στήν Ἀθήνα (1951-1956) καί Καθηγητής τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς (1955-1956). Μέ νέα πλέον ἐφόδια ἐπιδίδεται στό ἔργο του στήν Ἑλληνική πρετεύουσα. Κατά τήν περίοδο αὐτή ἐκδίδονται τά ἔργα του: «Ὁ Χριστός καί ἡ Κοινωνία», Ἀθήνα 1956 καί «Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Ἰεραπόστολος τῆς Ἑλλάδος», Ἀθήνα, 1954, καθώς καί σειρά μικρῶν ἐπικοδομητικῶν βιβλίων «Τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας» κ.ἄ..

Στίς 28/5/1956 ἡ Ἱερά Ἐ. Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, ἀναδεικνύει παμψηφεί τόν χαρισματικό Ἀρχιμανδρίτη Τιμόθεο Παπουτσάκη, Ἐπίσκοπο Ἀρκαδίας (ἡ Ἐπισκοπή Ἀρκαδίας μετονομάσθηκε τό 1961 σέ Γορτύνης καί τό 1962 προήχθη σέ Μητρόπολη). Ἡ χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο ἔγινε τήν 26η Αὐγούστου τοῦ ἰδίου ἔτους στόν Ἱ. Μ. Ναό Ἁγ. Μηνᾶ Ἡρακλείου ἀπό τόν μακαριστό Μητροπολίτη (καί ἀργότερα Ἀρχιεπίσκοπο) Κρήτης Εὐγένιο καί τήν Ἱ. Σύνοδο τῆς Μεγαλονήσου καί ἡ ἐπίσημη ἐγκατάστασή του τόν Σεπτέμβριο στόν Ἱ. Μ. Ν. Ἁγ. Γεωργίου Μοιρῶν.

Ἀπό τή νέα ἔπαλξη τοῦ Ποιμενάρχη, ὁ Ἐπίσκοπος Τιμόθεος συνεχίζει μέ μεγαλύτερο ζῆλο τήν προσφορά του. Ἀνακαινίζει τό Ἐπισκοπεῖο καί δημιουργεῖται αἴθουσα κατάλληλη γιά ὁμιλίες καί πνευματικές συγκεντρώσεις. Μεριμνᾶ γιά τήν ἐπιμόρφωση τοῦ Ἱ. Κλήρου, γιά τήν ἀνέγερση Ἱ. Ναῶν, γιά τήν κατήχηση τῶν νέων καί γιά τήν εὐρεῖα ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας. Παράλληλα δίδει διαλέξεις στίς Μοῖρες, στό Ἡράκλειο, στήν Ἀθήνα, στόν Πειραιά, στή Θεσσαλονίκη καί ἀλλοῦ.

Τό θέρος τοῦ 1958 ἀρχίζουν οἱ ἐργασίες ἀνεγέρσεως τοῦ Ἱδρύματος Στοργῆς (Ὀρφανοτροφείου θηλέων) στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Καλυβιανῆς. Τό 1961 τό Ἱ. Προσκύνημα τῆς Καλυβιανῆς γίνεται γυναικεία Μονή καί κατασκευάζονται οἱ ἀναγκαῖοι γιά τή διαβίωσή τους χῶροι. Τό 1962 ἱδρύεται ὁ Οἶκος Εὐγηρίας (Γηροκομεῖον) «Ἅγιοι Δέκα», το 1965 ἡ Οἰκοκυρική Σχολή «Ἡ Ἁγία Σκέπη», τό 1967 τό Ἵδρυμα Παιδικῆς Προστασίας «ἡ Θεοτόκος», τό 1969 ἡ Ἔκθεση, τό 1970 τό Τυπογραφεῖο, τό 1971 τό Ἵδρυμα Νεανίδων «Ἡ Ἁγ. Φιλοθέη», τό 1947 ἡ σχολή Κοπτικῆς – Ραπτικῆς «Ὁ Εὐαγγελισμός». Παράλληλα λειτουργοῦν Δημ. Σχολεῖο γιά τά παιδιά τοῦ Ὀρφανοτροφείου καί τῆς Παιδικῆς Προστασίας, Ἐργαστήρια Ὑφαντικῆς, Πλεκτικῆς, Ἱεροραπτικῆς καί Ἁγιογραφίας, Μουσεῖο, ἀνεγείρονται τό Πνευματικό Κέντρο καί οἱ Ξενῶνες καί ἱδρύονται οἱ Κατασκηνώσεις στόν Κόκκινο Πύργο.

Μέ πρωτοβουλία καί μέριμνά του ἀνεγείρονται, ἐπίσης, τά Οἰκοτροφεῖα Ἀρρένων καί Θηλέων στίς Μοῖρες, τό Οἰκοτροφεῖο Θηλέων Πόμπιας, τό Ἵδρυμα «Παιδική Ὑγεία» στό Βροντήσι, ὁ μεγαλοπρεπής Ἱ. Ναός Ἁγ. Νεκταρίου Μοιρῶν, οἱ Σύλλογοι «Φίλων τοῦ Ὀρφανοτροφείου» (1959), «Διανουμένων Μεσσαρᾶς» (1962) καί ἡ «Χριστιανική Ἑστία» στίς Μοῖρες (1965) καί ἡ Σχολή Βυζ. Μουσικῆς (1964). Τό 1974 καθιερώνονται τά Πνευματικά Συμπόσια τῆς Καλυβιανῆς, στό ὁποῖα μετέχουν ἄτομα, διανοούμενοι κυρίως, μέ πνευματικά ἐνδιαφέροντα.

Παράλληλα συνεχίζεται ἡ συγγραφική παραγωγή του. Ἀπό τήν περίοδο αὐτή προέρχονται τά ἔργα του: «Ἡ Παναγία Καλυβιανή καί τά Ἱδρύματα», «Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Ἐρημίτης», «Ἅγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως», «Ἱ. Μονή Κουδουμᾶ – Ἅγ. Παρθένιος», «Ἑπτά ματιές ἀπό τή Φαιστό», «Τό κοινωνικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας», Ἅγ. Μεθόδιος Νιβρύτου», «Κοντά στόν ἄρρωστο», «Ὁ Ὅσ. Χαράλαμπος τῆς Καλυβιανῆς», «Νειᾶτα καί ζωή (ραδιοφωνικές ὁμιλίες)», «Νειᾶτα καί Πίστις (ραδιοφωνικές ὁμιλίες)» καί «Μυστικά σήμαντρα (ποιήματα)». Ἀπό τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1962 ἐπανεκδίδεται τό περιοδικό «Ἀναγέννησις» καί οἱ ἑβδομαδιαῖες ραδιοφωνικές ἐκπομπές γνωρίζουν αὐξημένη ἀκροαματικότητα. Ἡ ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς τοῦ Μητροπολίτη Τιμοθέου εἶναι καθολική. Πάμπολλοι Σύλλογοι καί Ὀργανώσεις τήν ἐπιβραβεύουν, μέ ἀποκορύφωμα τό Βραβεῖο, πού ἀπονέμεται τό 1975 ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν.

Στίς 10/3/1978 ἡ Ἁγία καί Ἱ. Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐκλέγει τόν Μητροπολίτη Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Τιμόθεο, Ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης. Τήν 26η τοῦ ἴδιου μήνα γίνεται ἡ ἐπίσημη ἐγκατάστασή του στόν Ἱ. Μ. Ναό Ἁγ. Μηνᾶ Ἡρακλείου. Μιά νέα περίοδος προσφορᾶς ἀρχίζει ἀπό τήν ἔπαλξη τοῦ Προκαθήμενου τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης.

Ὡς Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Ἐ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ὁ μακαριστός Τιμόθεος φροντίζει μέ πολλή σύνεση γιά τήν ἐπίλυση τῶν κατά καιρούς ἀναφυομένων προβλημάτων. Μεταξύ ἄλλων, ἐπί Προεδρίας του ἐπισκέπτεται δύο φορές τήν Κρήτη ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος (1992 και 1995), ἐκδίδεται ὁ Πατριαρχικός καί Συνοδικός Τόμος ἀνακηρύξεως τῶν τιμῆς ἔνεκεν Ἱ. Μητροπόλεων τῆς Μεγαλοννήσου σέ ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπόλεις καί ἀπονέμονται σ᾽ αὐτές ἐξαρχικοί τίτλοι (1993), ἱδρύεται ἡ νέα Ἱ. Μητρόπολη Ἀρκαλχωρίου, Καστελλίου καί Βιάννου (2000), ἀναδεικνύονται οἱ Σεβ. Μητροπολῖτες Λάμπης, Συβρίτου καί Σφακίων κ. Εἰρηναῖος Μεσαρχάκης (1990), Πέτρας καί Χερρονήσου Νεκτάριος Παπαδάκης (1990), Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος Πολίτης (1994), Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου Ἄνθιμος Συριανός (1996), ὁ Ἐπίσκοπος Κνωσοῦ κ. Μακάριος Δουλουφάκης (2000), ὁ Ἐπίσκοπος Κνωσοῦ κ. Μακάριος σέ Μητροπολίτη Γορτύνης καί Ἀρκαδίας (2005), ὁ Ἐπίσκοπος Κνωσοῦ κ. Εὐγένιος Ἀντωνόπουλος (2005) καί ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κισάμου καί Σελίνου κ. Ἀμφιλόχιος Ἀνδονικάκης (2005) καί ἱδρύεται στούς χώρους τοῦ Οἰκοτροφείου τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς ἡ Ἀνωτέρα Ἐκκλησιαστική Σχολή Κρήτης, καταργεῖται ὁ θεσμός τοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου στήν Ἱ. Σύνοδο (1996), κατατάσσονται μέ Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οἱ κατά τά ἔτη 1821-1822 καί ἑορτάζεται πανηγυρικά μέ Συνοδικές Θ. Λειτουργίες καί ἄλλες ἐκδηλώσεις στήν Ἱ. Ἀρχιεπισκοπή καί τίς Ἱ. Μητροπόλεις τῆς Μεγαλονήσου τό Ἰωβηλαῖο τῶν 2000 χρόνων ἀπό τή Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὡς Ποιμενάρχης τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης ὁ ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος συνεχίζει τήν προσφορά του. Ὀργανώνονται, μέ τή συμπαράσταση συνεργατῶν του, οἱ κεντρικές ὑπηρεσίες τῆς Ἐπαρχίας του καί ἐπιτυγχάνεται ἡ βελτίωση τῆς λειτουργίας τους. Ἀνακαινίζεται τό Μέγαρο τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς, ἐκσυγχρονίζονται τά Γραφεῖα της καί ἱδρύεται τό Ἐπικοινωνιακό καί Μορφωτικό Ἱδρυμά της (1997), στό ὁποῖο ἐντάσσονται ὡς τμήματά του προϋπάρχουσες μορφές ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, ὅπως τό Βιβλιοπωλεῖο, ἡ Βιβλιοθήκη καί τό Μουσεῖο, ἀλλά καί ἐντελῶς νέες, ὅπως τό Κέντρο Ἐπιμορφώσεως Στελεχῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ραδιοφωνικός Σταθμός, τό Πνευματικό Κέντρο, ἡ Σχολή Βυζαντινῆς Μουσικῆς, ἡ Σχολή Γονέων καί Τμήματα ὅπως: Ἐκκλησιαστικῆς κληρονομιᾶς, Πολυμέσων διαδικτύου καί Ἱστορικοῦ ἀρχείου. Στό Κέντρο Ἐπιμορφώσεως Στελεχῶν πραγματοποιοῦνται ἐπιμορφωτικά σεμινάρια γιά τούς Κληρικούς κ.ἄ. συνεργάτες τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς, στό Πνευματικό Κέντρο ὀργανώνονται διαλέξεις, ἐκδηλώσεις, τό Τμῆμα Ἐκκλησιαστικῆς κληρονομιᾶς ἀσχολεῖται μέ τήν καταγραφή τοῦ πνευματικοῦ θησαυροῦ τῶν Ἱ. Μονῶν καί Ἐνοριῶν, τό Τμῆμα Πολυμέσων καί τό Τμῆμα Ἱστορικοῦ Ἀρχείου ἐπιχειρεῖ τήν καταγραφή τῶν παλαιῶν καί νεωτέρων ἐγγράφων τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς.

Ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος μεριμνᾶ γιά τήν ἵδρυση νέων Ἐνοριῶν καί τήν ἀποδοτικότερη λειτουργία τῶν παλαιοτέρων, τή χειροτονία νέων Κληρικῶν, τή συντήρηση καί ἀνακαίνιση τῶν Ἱ. Ναῶν καί τήν ἀνέγερση καί τόν ἐγκαινιασμό νέων.

Τό Γενικό Φιλόπτωχο Ταμεῖο καί τά Ἐνοριακά προσφέρουν συνεχῶς οἰκονομική βοήθεια σέ ἀπόρους καί τά Ἐκκλησιαστικά Συσσίτια συμπαρίστανται σέ ἐνδεεῖς, τά κατά τόπους Κέντρα Αἰμοδοσίας συμβάλλουν στή διάσωση τῆς ζωῆς καί τό Ὀρφανοτροφεῖο Ἀρρένων «Ἅγ. Μηνᾶς» φιλοξενεῖ μικρά παιδιά. Πέραν αὐτῶν, ἡ Ἱ. Ἀρχιεπισκοπή πρωτοστατεῖ στήν κάλυψη ἐκτάκτων ἀναγκῶν π.χ. σεισμοπαθῶν, κ.ἄ.

Στά πρῶτα χρόνια τῆς Ἀρχιερατίας του στό Ἡράκλειο θέτει σέ λειτουργία Τυπογραφεῖο γιά τήν ἔκδοση τῶν περιοδικῶν «Ἀναγέννησις» καί «Ἀπόστολος Τίτος». Παράλληλα συνεχίζει τίς ὁμιλίες του ἀπό τό Ραδιοφωνικό Σταθμό τῆς ΕΡΤ 2 Ἡρακλείου. Κατά τήν περίοδο αὐτή ἐπανεκδίδονται τά ἔργα του «Κοντά στόν ἄρρωστο», «Ὁ Χριστός καί ἡ Κοινωνία» καί «Μάθε νά ἐκκλησιάζεσαι» καί τίθενται σέ κυκλοφορία νέα, ὅπως «Τά 25 χρόνια τῆς Παναγίας Καλυβιανῆς» (1981), «Ἀνάμεσα στή ζωή καί στόν θάνατο» (1982), «Ἡ πρώτη πενταετία στήν Ἀρχιεπισκοπή Κρήτης» (1983), «Τό μοναστήρι τῆς Παναγίας Καριδιώτισσας (Κερᾶς)» (1985), «Τριαδική διάσταση τελειότητας» (1987), «Ἐπιστροφή στίς πηγές» (1988), «Ἁγία Φωτεινή ἡ Σαμαρεῖτις» (1990), «Ὁ σωστός δρόμος τῆς ζωῆς» (1994), «Ἐφαρμοσμένος Χριστιανισμός» (1999) καί τό βραβευμένο ποιητικό «Λυτρωτική Φλογέρα» (α΄ ἔκδ. 1986, β΄ ἔκδ. 1995).

Τό πολυσχιδές αὐτό ἔργο ἀποτέλεσε ἄριστο δεῖγμα «πίστεως δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένης» (Γαλ.ε΄6), ἀναγνωρίσθηκε καί ἐπιβραβεύτηκε ὡς φωτεινός ὁδοδείκτης ἀφοσιώσεως καί προσφορᾶς πρός τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία.

* Τό παρόν κείμενο εἶναι ἐλαφρῶς τροποποιημένο καί ἐπικαιροποιημένο ἀπό τό προτότυπο τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό βιβλίο «Χαριστήριος Τόμος Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης κ. κ. Τιμοθέου», ἔκδοση Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης 2001.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.