Οφείλουμε λοιπόν να ικετεύουμε καθημερινά το Θεό να μην επιτρέψει να υποβληθεί η αδυναμία και η ασθένειά μας «εις πειρασμόν», σε αυστηρή δοκιμή. Αλλά το αίτημα αυτό δεν φαίνεται να είναι αρκετό. Γιατί με τη φράση αυτή της Κυριακής Προσευχής ο Κύριος μας διδάσκει να ζητούμε επίσης από τον Πατέρα να μας σώσει, να μας απελευθερώσει από το «πονηρό», δηλ. το κακό, να απομακρύνει από μας εκείνο το οποίο είναι ταυτοχρόνως η πηγή, η δύναμη και το αντικείμενο του πειρασμού.

Το κακό δεν είναι κάτι το θετικό. Κάθε τι που υπάρχει είναι κατ’ ουσίαν αγαθό, γιατί είναι μια μορφή ζωής, μια μορφή υπάρξεως, μια ανταύγεια του «υπέρτατου αγαθού», του Όντος, του Θεού. Αλλά κάθε τι που υπάρχει μπορεί, με τη διαστροφή, με τη μείωση, με την άρνηση, να μεταβληθεί σε κακό. Σε κάθε περίπτωση κακού έχουμε μία έλλειψη, ένα περιορισμό, μία άρνηση της ζωής· ή έχουμε μία αναρχία και μία δυσαρμονία, που επιφέρουν ως αποτέλεσμα την έλλειψη της τελειότητας, τον περιορισμό της αληθείας, την ελάττωση της ζωής.

Αυτό ισχύει για την ασθένεια, όπως ισχύει και για την αμαρτία. Κατά βάθος η αμαρτία δεν είναι παρά άρνηση της ζωής. Ένα ον, στο οποίο ο Θεός προσφέρει το πλήρωμα της ζωής, αρνείται τη θεία προσφορά και αρκείται να ζει κατά τρόπο ατελή και ανεπαρκή. Εάν τώρα ακολουθήσουμε την άρνηση αυτή έως τα έσχατα όριά της, θα βρούμε την αρχή του κακού, τη ρίζα του κακού, εκείνο που η Αγία Γραφή ονομάζει Σατανά ή «άρχοντα του κόσμου τούτου».

Μιλήσαμε ήδη για την πτώση των αγγέλων. Πρόκειται για ένα σκοτεινό και φοβερό μυστήριο, για το οποίο η Αγία Γραφή ελάχιστες μόνον πληροφορίες μάς δίδει. Από το Ευαγγέλιο όμως προκύπτει ότι ο Κύριος «εθεώρει τον Σατανάν» -το πνεύμα της αρνήσεως, το πνεύμα που λέει πάντοτε «όχι» στο Θεό – ως τον εχθρό, ως ένα τρόπον τινά προσωπικό αντίπαλο, ο οποίος ήλθε στο κόσμο για να συντρίψει και να εξουδετερώσει. Γι’ αυτό, άλλωστε, όσες φορές λέμε την Κυριακή Προσευχή στα ελληνικά, ζητούμε από τον Πατέρα μας να μας σώσει και να μας λυτρώσει όχι τόσο από το «πονηρό», από ο κακό, όσον από τον «Πονη¬ρόν», από τον κακό, από εκείνον που είναι η πηγή και η ρίζα του κακού.

Ο Θεός δεν δημιούργησε το κακό ούτε έπλασε το Σατανά πονηρό. Αλλά καθώς είδαμε, ο Θεός θέλησε και έπλασε τα λογικά πλάσματά του, δηλ. τους αγγέλους και τους ανθρώπους, ελεύθερα και ικανά να δίνουν στην προσφορά της αγάπης του απάντηση καταφατική ή αρνητική. Δεν ήθελε και δεν θέλει να αναγκάσει τα λογικά έργα των χεριών του να λέγουν πάντοτε «ναι», γιατί δεν ήθελε και δεν θέλει να περιβάλλεται από δούλους ή αυτόματα, αλλά από ελεύθερα πρόσωπα, από φίλους και υιούς. Το γενναιόδωρο αυτό θέλημα του Θεού εξηγεί πώς μπόρεσαν ορισμένοι άγγελοι και οι πρώτοι άνθρωποι να αρνηθούν να κάνουν το θείο θέλημα και να παρακούσουν τις θείες εντολές. Ο Δημιουργός τους είχε κτίσει ελευθέρους. Προικίζοντας τα λογικά του όντα με ελευθερία, επιτρέποντας σε αυτά να προσκολλώνται σ’ Αυτόν ή να απομακρύνονται από Αυτόν κατά βούληση και όχι κατ’ ανάγκη, ο Θεός περιόρισε κατά κάποιο τρόπο την άσκηση της παντοδυναμίας του, έδεσε τα χέρια του, από σεβασμό προς την ελευθερία της λογικής κτίσεώς του. Αυτό δεν σημαίνει βεβαία ότι η κυριαρχία του κόσμου είναι μοιρασμένη μεταξύ δύο δυνάμεων, της δυνάμεως του καλού και της δυνάμεως του κακού. Ο Θεός είναι και παραμένει ο απόλυτος Κύριος και Άρχων του κόσμου. Είναι ισχυρότερος από κάθε κακό και απείρως ανώτερος από κάθε πονηρή δύναμη. Η δυναστεία του κακού δεν είναι παρά μία προσωρινή και πολύ επισφαλής κατάσταση. Όταν η ιστορία του κόσμου τούτου φθάσει στο τέλος της, το κακό θα χαθεί τελείως και η δύναμη και η ισχύς του Θεού θα αποκαλυφθούν και θα επιβληθούν κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Αλλ’ έως ότου λάμψει η λαμπρή εκείνη ημέρα, εφ’ όσον διαρκεί ο «ενεστώς αιών», εφ’ όσον συνεχίζεται η ζωή μας με τις συνθήκες του παρόντος κόσμου και ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αρνείται το Θεό και να απομακρύνεται από Αυτόν, ο επουράνιος Πατέρας δεν επιβάλλει τη θέλησή του. Αρκείται απλώς να προτείνει· και αφήνει το λογικό πλάσμα του να απαντά καταφατικά ή αρνητικά. Γιατί προτιμά να βλέπει την αγάπη του να περιφρονείται και να ποδοπατείται από εμάς τους ασήμαντους παρά να θίγει και να βιάζει Αυτός την ελευθερία μας.

«Ρύσαι ημάς από του πονηρού»! Το πρώτο πράγμα που ζητούμε από τον «εν ουρανοίς» Πατέρα με τις λέξεις αυτές είναι να μας σώσει και να μας ελευθέρωση από την αμαρτία, από το ηθικό κακό. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη καταστροφή, μεγαλύτερη δυστυχία, από του να βρεθούμε μακριά από το Θεό, χωρισμένοι από το Θεό. Ικετεύουμε λοιπόν τον Πατέρα να μας προφυλάξει από μία τέτοια καταστροφή, να μας σώσει από μία τόσο φοβερή δυστυχία, σ’ όλη τη ζωή μας και ιδιαιτέρως κατά την ώρα του θανάτου μας. Προορισμός του ανθρώπου, ο οποίος έζησε στη γη ενωμένος με το Θεό, είναι να ζήσει αιωνίως με Αυτόν. Για όσους όμως ζουν με την επιθυμία του Θεού στην καρδιά τους, αλλά βρίσκονται κατά την ώρα του θανάτου τους με ψυχή όχι απολύτως καθαρή, η Εκκλησία μας δεν παύει να προσεύχεται πάντοτε γι’ αυτούς.

Μπορεί όμως μία ψυχή όχι μόνο να ζήσει μακριά από το Θεό σε όλη την επίγεια ζωή της, αλλά και κατά την τελευταία ακόμη στιγμή της να πει «όχι» στο Θεό. Τη ψυχή αυτή θα συνοδεύει στην αιωνιότητα η αρνητική στάση της. Δεν πρόκειται να την κρίνει ή να την καταδικάσει ο Θεός· η ίδια έχει ήδη κριθεί και έχει προφέρει τη καταδίκη της. Γιατί εκείνο που συνήθως ονομάζουμε θεία κρίση δεν είναι άλλο από τη φανέρωση των πράξεων μας, διά των οποίων ελευθέρα εκλέξαμε το καλό ή το κακό, ελεύθερα δεχτήκαμε ή αρνηθήκαμε τη ζωή και τη σωτηρία που μας πρόσφερε ο Θεός, όσες και αν υπήρξαν οι αμαρτίες μας, ο Θεός μας προσφέρει τη σωτηρία του μέχρι την ύστατη στιγμή. Το μόνο πού απαιτείται, για να την λάβουμε, είναι να στραφούμε προς Αυτόν και να τον αναγνωρίσουμε ως Κύριο και Σωτήρα μας. Πώς θα χρησιμοποιήσει ένας άνθρωπος την ελευθερία του, τί θα διαλέξει τελικά; Αυτό παραμένει μυστήριο. Εάν είμαι υποχρεωμένος να βαδίσω σε ένα δρόμο που περιβάλλεται από γκρεμούς και βάραθρα, διατρέχω βεβαίως τον κίνδυνο να πέσω και να κατακρημνιστώ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οπωσδήποτε θα πέσω και θα κατακρημνισθώ. Ο αιώνιος χωρισμός μιας ψυχής από το Θεό, ένας χωρισμός που δεν οφείλεται ποτέ στο Θεό, αλλ’ οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στον άνθρωπο, παραμένει βέβαια μία λογική πιθανότητα, μία αναγκαία συνέπεια της ελευθερίας μας. Για καμία όμως ψυχή δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι χωρίσθηκε ή ότι πρόκειται να χωριστεί αιωνίως από το Θεό. Γι’ αυτό, αφ’ ενός μεν δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να αρνηθούμε ή να μειώσουμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο τους ευαγγελικούς λόγους, τους σχετικούς με την τελική καταδίκη των πονηρών αφ’ έτερου δε οφείλουμε να πιστεύουμε ότι η λύση αυτού του προβλήματος δεν μπορεί παρά να είναι σύμφωνη με τη φύση του Θεού, σύμφωνη με τη θεία δικαιοσύνη και αγάπη. Σε κάθε περίπτωση, το μυστήριο αυτό θα φανερωθεί μόνο κατά την ημέρα της δευτέρας Παρουσίας. Τότε δεν θα βλέπουμε πλέον ως «εν εσόπτρω και εν αινίγματι», αλλά σαφώς και διαυγώς· και θα είμαστε σε θέση να προσκυνήσουμε και να λατρεύσουμε με κάθε επίγνωση το μυστήριο του Θεού, που λέγεται Δικαιοσύνη, αλλά και Αγάπη, Νόμος, αλλά και Ελευθερία, Μόνος, αλλά και μακαρία Τριάδα.

«Ρύσαι ημάς από του πονηρού»! Με αυτές τις λέξεις ζητούμε από τον «εν ουρανοίς» Πατέρα να μάς σώσει και να μάς ελευθερώσει όχι μόνο από την αμαρτία, αλλά και από τις συνέπειες της αμαρτίας, από το φυσικό κακό. Ολόκληρη η κτίση υφίσταται στενάζουσα τις συνέπειες της παρακοής των αγγέλων και των ανθρώπων. Τόσον οι μεν, όσον και οι δε, αποτελούν ένα είδος συνάψεως, ένα είδος ανακεφαλαιώσεως ολόκληρης της Δημιουργίας. Γι’ αυτό και η αμαρτία τους έφερε την αταξία και την αναστάτωση σε ολόκληρη τη Δημιουργία.

Κατά την Αγία Γραφή, και η άλογη και ανόργανη ακόμη κτίση στενάζει από τη δουλεία της φθοράς και «απεκδέχεται», αναμένει τη μεγάλη στιγμή που θα λυτρωθεί από αυτήν με την εμφάνιση των «υιών του Θεού», των αγίων εκείνων ανθρώπων οι οποίοι με πίστη και αγάπη θα συμμορφώνονται με το θέλημα του ουρανίου Πατέρα. Οι φυσικοί κατακλυσμοί, ο βιολογικός αγώνας για την ύπαρξη, οι ασθένειες, ο θάνατος, ο πόνος, οι θλίψεις και οι παντοειδείς στεναγμοί, όλο το δυσπερίγραπτο κακό που βασανίζει ό,τι συνήθως ονομάζουμε υλική κτίση, δεν είναι παρά ο πικρός καρπός της δυσαρμονίας εκείνης που έφερε στον Κόσμο η παρακοή των λογικών και ελευθέρων πλασμάτων. Δεν πρόκειται δε να εκλείψει παρά μόνον όταν οι πρωταίτιοι της δυσαρμονίας αυτής αποκαταστήσουν και πάλι με τη χάρη του Θεού την τάξη και την αρμονία.

Εν τω μεταξύ η προσευχή του ανθρώπου και η επέμβαση του Θεού ελαφρώνουν κάπως αυτό το κακό. Όπως φανερώνουν δε οι βίοι των αγίων, μία ψυχή κεκαθαρμένη και αγιασμένη μπορεί να ανακτήσει, τουλάχιστον εν μέρει, την εξουσία πάνω στον υλικό και ζωικό κόσμο, την οποίαν είχε δώσει αρχικά ο Θεός στο λογικό άνθρωπο. Οι άγιοι είναι οι θεραπευτές και οι αναστηλωτές του κόσμου στην αρχική του κατάσταση -μια κατάσταση που χαρακτηριζόταν όχι βεβαίως από την ακαμψία και την αυστηρότητα των λεγομένων «φυσικών» νόμων, αλλά από την αρμονία των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων όντων-, από την αρμονία των σχέσεων μεταξύ κόσμου και ανθρώπου. Οι άγγελοι του Θεού είναι οι βοηθοί των αγίων στην προσπάθειά τους αυτή να θεραπεύσουν τον κόσμον του Θεού. Γενικότερα δε επεμβαίνουν συνεχώς στη διαδοχή των φυσικών και ιστορικών φαινομένων, για να προστατεύσουν, να φωτίσουν και να καθοδηγήσουν τους ανθρώπους.

Ο ίδιος ο Θεός επεμβαίνει κάθε στιγμή, θεραπεύει, παρηγορεί, σώζει και αγιάζει. Στην Εκκλησία του δε, έχει δώσει εξουσία επί των ακαθάρτων πνευμάτων, όπως και τη δύναμη να θεραπεύει, κατά το παράδειγμα του Κυρίου, «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν». Ως προς το σημείο αυτό, η διακονία της Εκκλησίας δεν είναι παρά συνέχεια και προέκταση του φιλάνθρωπου έργου του Χριστού. Πράγματι, με το μυστήριο του Ευχελαίου η Εκκλησία μπορεί —εκτός εάν ο Θεός έχει αλλιώς αποφασίσει— να αποδώσει την υγεία του σώματος και της ψυχής σε ένα χριστιανό, ο οποίος υποφέρει, αλλά δεν παύει να πιστεύει. Το ίδιο αποτέλεσμα είναι δυνατόν συχνά να επιτευχθεί και με την απλή προσευχή. Όλες όμως οι φανερώσεις αυτές της θείας φιλανθρωπίας και παντοδυναμίας δεν καταργούν ακόμη τελείως το φυσικό κακό.

Για το λόγο αυτό οφείλουμε να επαναλαμβάνουμε κάθε στιγμήν: «Πάτερ ημών… ρύσαι ημάς από του πονηρού».

Το αίτημα αυτό δεν πρέπει να είναι ένα είδος φοβισμένου και μόλις ακουόμενου στεναγμού. Πρέπει να είναι μια ισχυρή και τολμηρή κραυγή, μια φωνή πλήρους εμπιστοσύνης. Πρέπει να είναι η εξαγγελία και η γνωστοποίηση της εισόδου μας στον αγώνα, στο πλευρό του Ιησού. Γιατί ο Ιησούς, ο Θεός που σώζει, και ο Πατέρας του Ιησού και το Πνεύμα το Άγιον πολεμούν κατά του πονηρού και μας καλούν να συμπολεμήσουμε μαζί τους. Ο Θεός δεν είναι ένας αδιάφορος θεατής των αγώνων μας, ένας ψυχρός κριτής των προσπαθειών μας, που κάθεται σε ένα λαμπρό, αλλά μακρινό θρόνο και περιμένει το τέλος, για να μοιράσει αμοιβές ή τιμωρίες. Ο Θεός αναμιγνύεται αδιάκοπα στον αγώνα και την προσπάθειά μας, συμπολεμεί μαζί μας, συναγωνίζεται και συμπάσχει μαζί μας. Επειδή σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, μπορεί να φαίνεται κάποτε νικημένος, τραυματισμένος ή ακόμη (σε ορισμένες ψυχές) και τελείως νεκρός. Αλλ’ ούτε το ενδιαφέρον του παύει ούτε η συμμετοχή του στον αγώνα μας σταματά. Η τελική δε νίκη, του ανήκει πάντοτε.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.