Του Γιάννη Τσερεβελάκη-Θα φανεί προφανώς παράδοξος ο τίτλος του παρόντος άρθρου. Πού ακούστηκε δεσπότης οπλισμένος; Μπορεί ένας άνθρωπος που κηρύσσει την αγάπη, τη φιλευσπλαχνία, την ανεκτικότητα και το σεβασμό στον άνθρωπο να φέρει όπλο.

Κι όμως, καθώς διάβαζα το ημερολόγιο του Γάλλου ταγματάρχη Emile- Honore Destelle (έκδοση Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών), στρατιωτικού διοικητή της περιοχής Λασιθίου και Βιάννου το 1898, με εντυπωσίασε το γεγονός ότι, κατά τον αμέσως μετά τη διακήρυξη της αυτονομίας της Κρήτης αφοπλισμό των ένοπλων Κρητικών, μεταξύ εκείνων που παρέδωσαν τα τουφέκια τους ήταν και οι επίσκοποι Ιεράπετρας και Βιάννου

Ο πρώτος ήταν ο Αμβρόσιος Σφακιανάκης (1890-1929), ενώ ο δεύτερος ήταν ο Νικόδημος Κοτσαράκης (1887-1900). Ας δούμε το κείμενο που αναφέρεται στην παράδοση των όπλων από τα χωριά της Ιεράπετρας: «Η παράδοση των όπλων αρχίζει. Ο ίδιος ο επίσκοπος καταθέτει το όπλο του στον ναύαρχο.

Λεζάντα 1.: Ο Επίσκοπος Ιεροσητείας Αμβρόσιος Σφακιανάκης συνοδευόμενος από Προεστούς της Ιεράπετρας ηγείται πομπής και κατευθύνεται μπροστά από το Γαλλικό Διοικητήριο προς τον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γεωργίου για να τελέσει Δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους, 15 Νοεμβρίου 1898. Η φωτ. προέρχεται από το Αρχείο του Γάλλου Συνταγματάρχη Emile–Honore Destelle.

Στη συνέχεια, τέσσερα μικρά κορίτσια παραδίδουν από ένα τουφέκι στολισμένο με κορδέλες και ένα κλαδί ελιάς στην κάννη του όπλου» (σ. 298). Αντίστοιχα, το κείμενο που αναφέρεται στην παράδοση του όπλου από τον επίσκοπο Νικόδημο: «Ο επίσκοπος έχει, επίσης, ένα υπέροχο και ολοκαίνουργιο Martini. Το στράτευμα σταματά και ο επίσκοπος μου παραδίδει το όπλο του, έπειτα τέσσερα μικρά κορίτσια, το ένα τους με φόρεμα στα χρώματα της γαλλικής σημαίας, μου παραδίδουν το καθένα από ένα όπλο. Έχω δακρύσει».

Το πρώτο που εντυπωσιάζει στις αφηγήσεις του Γάλλου ταγματάρχη είναι το τελετουργικό της παράδοσης των όπλων. Και στις δυο περιπτώσεις τέσσερα κορίτσια συμμετέχουν στο τελετουργικό, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την πρώτη, όπου έχουμε την εκπληκτική εικόνα των στολισμένων με ένα κλαδί ελιάς στην κάννη τους τεσσάρων τουφεκιών.

Λεζάντα 2.: Η υποστολή της τουρκικής σημαίας από το Φρούριο Καλές της Ιεράπετρας, 13.11.1898.

Τα κορίτσια, σύμβολο της ομορφιάς και της αθωότητας, από τη μια, και τα κλαδιά της ελιάς, σύμβολο ειρήνης, από την άλλη, συνιστούν έναν από τους πλέον δυνατούς συμβολισμούς που θα μπορούσαν να σκεφτούν οι οργανωτές του τελετουργικού την ώρα εκείνη.

Οι Κρητικοί, στην περίπτωση αυτή, προηγήθηκαν κατά εβδομήντα έξι χρόνια όσων συνέβησαν τον Αύγουστο του 1974 στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας, κατά την «επανάσταση των γαρυφάλλων», όταν δηλαδή ο πορτογαλικός λαός, μετά την επανάσταση του στρατού και την πτώση του καθεστώτος του δικτάτορα Σαλαζάρ, βγήκε στους δρόμους και αναμείχθηκε με τους στρατιώτες των επαναστατών, βάζοντας γαρύφαλλα στις κάννες των όπλων τους.

Λεζάντα 3.: Η ύψωση της Ελληνικής σημαίας στο Φρούριο Καλές της Ιεράπετρας, 1898.

Στη δεύτερη περίπτωση, τα κορίτσια, με προεξάρχον, όπως φαίνεται, αυτό που φορούσε το φόρεμα στα χρώματα της γαλλικής σημαίας, παραδίδουν συμβολικά τα όπλα, δείχνοντας ότι ο λαός της Κρήτης θέλει την ειρήνη και εκφράζοντας συγχρόνως την ευγνωμοσύνη του λαού της περιοχής για την προσφορά των Γάλλων στην ελευθερία της Κρήτης.

Επανέρχομαι στο κεντρικό θέμα. Δυο επίσκοποι παραδίδουν τα όπλα τους. Μάλιστα, για τον Νικόδημο ο Γάλλος αναφέρει και τον τύπο του τουφεκιού, πράγμα που δείχνει ότι τον εντυπωσίασε, ίσως επειδή το τουφέκι τύπου Martini ήταν αμερικάνικο και δεν το συναντούσε κανείς εύκολα στην Κρήτη, όπου στις επαναστάσεις των ετών 1877-78, 1888-89 και 1896-97 χρησιμοποιήθηκε σε ευρεία κλίμακα το γαλλικό Chassepot.

Τι μπορεί να σημαίνει, όμως, το γεγονός ότι οι επίσκοποι στην Κρήτη των επαναστάσεων είχαν τουφέκι; Το πρώτο, ότι η Εκκλησία βρισκόταν στο πλάι του αγωνιζόμενου για την ελευθερία λαού της Κρήτης.

Στην Ορθόδοξη Ανατολή πάντοτε, ιδιαίτατα όμως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η Εκκλησία γενικά ως θεσμός στάθηκε πάντα κοντά στο λαό, επειδή οι κληρικοί ήταν κομμάτι του λαού (οι παλιοί Κρητικοί παπάδες π.χ. φορούσαν την κρητική βράκα και καλλιεργούσαν μόνοι τους τα χωράφια τους). Έτσι, δεν ήταν παράδοξο, σε περιόδους επαναστάσεων, οι κληρικοί να συμμετέχουν στις μάχες οπλισμένοι

Λεζάντα. 4. Ο Επίσκοπος Ιεροσητείας Αμβρόσιος Σφακιανάκης στο κέντρο με τον Ηγούμενο της Μονής Τοπλού Αρχιμ. Μεθόδιο Βρυγιωνάκη (πρώτος από δεξιά), τον Εφημέριο Σητείας Αρχιμ. Κωνσταντίνο Γαλανάκη (δεύτερος από δεξιά) και Ιερομόναχο της Μονής Τοπλού Κύριλλο Βουτυράκη (πρώτος από αριστερά) πάνω στο Γαλλικό πολεμικό πλοἰο Suchet, 14 Ιουνίου 1897. Όρθιοι διακρίνονται Γάλλοι Αξιωματικοί (πρώτος από αριστερά ο Γάλλος Ταγματάρχης τότς Emile–Honore Destelle και στο κέντρο ο Πρόκριτος Εμμ. Φουνταλίδης. Η φωτ. προέρχεται από το Αρχείο του Γάλλου Συνταγματάρχη Emile–Honore Destelle (Ημερολόγιο 1897).

Το θεωρούσαν υποχρέωσή τους εκ του γεγονότος και μόνο ότι ανήκαν και οι ίδιοι στο λαό. Ο Ν. Καζαντζάκης στον «Καπετάν Μιχάλη» αναφέρεται στον «τουρκοφά» ηγούμενο της Μονής του αφέντη Χριστού και τους καλογέρους που ξέθαβαν τα τουφέκια κάτω από την Αγία Τράπεζα (σ.328-330).

Το δεύτερο που αποκαλύπτει «το τουφέκι του δεσπότη» είναι ότι ο επίσκοπος ήταν όχι απλώς ένας θρησκευτικός ηγέτης αλλά κι ένας ηγέτης με εθνικό και πολιτικό ρόλο. Αφ’ ης στιγμής παίρνει όπλο, παύει πλέον να έχει απλώς θρησκευτικά καθήκοντα και θρησκευτικό ρόλο και, ως εκ της θέσεώς του, μπαίνει στην ηγεσία του αγώνα για την ελευθερία.

Ο ρόλος αυτός του επισκόπου είναι συναφής προς τον ηγετικό ρόλο της Εκκλησίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν το ελληνικό έθνος έμεινε ακέφαλο από πολιτική ηγεσία. Θα πρέπει να πούμε ότι στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η κυρίαρχη συλλογική ταυτότητα των Ρωμιών ήταν η θρησκευτική, όπως ήταν και στα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Έτσι, ο θρησκευτικός ηγέτης ήταν ηγέτης όχι απλώς μιας θρησκευτικής ομάδας αλλά ενός λαού αποτελούμενου από πολλές εθνότητες με συγκεκριμένη, όμως, κοινή θρησκευτική ταυτότητα. Όταν, από τις αρχές του 19ου αιώνα διαμορφώνονται οι έννοιες «έθνος» και «εθνική συνείδηση», η Εκκλησία, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης νέων, εθνικών πλέον, ταυτοτήτων, αναλαμβάνει ένα νέο ρόλο, ρόλο εθνικό: είναι η εθναρχούσα Εκκλησία.

Στο πλαίσιο αυτό καταλαβαίνουμε ότι και ο επίσκοπος έβλεπε τον εαυτό του με το διπλό ρόλο του θρησκευτικού και του εθνικού ηγέτη, που μπορούσε στο ένα χέρι να κρατεί το σταυρό και στο άλλο το τουφέκι. Και τα δυο υπηρετούσαν ένα σκοπό: την ελευθερία: ο σταυρός τη θρησκευτική (εσωτερική-πνευματική) και το τουφέκι την εθνική (εξωτερική-πολιτική), δυο ελευθερίες που, στη συνείδηση του επισκόπου, ταυτίζονταν.

Ο Καζαντζάκης παρουσιάζει τον ηγούμενο που προαναφέραμε να προσεύχεται σιωπηλά, κατά την ώρα της μάχης για τη σωτηρία του μοναστηριού, με τούτα τα λόγια: «Κακή δουλειά ‘ναι αυτή να σκοτώνεις ανθρώπους ας είναι κι άπιστοι Αγαρηνοί, συλλογίζουνταν μα δε φταίμε εμείς, σου το λέω ορθά κοφτά, δε φταίμε εμείς λευτέρωσέ μας, Θεέ μου, να ησυχάσουμε» (σ. 337).

Ως κληρικός δεν θέλει το φόνο των ανθρώπων, σέβεται τη ζωή τους, άσχετα προς τη θρησκεία τους. Ψηλότερα από όλα, όμως, τοποθετεί την ελευθερία, για την οποία και ο ίδιος θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του. Γιατί, όπως γράφει ο Ρώσος φιλόσοφος Ν. Μπερδιάγεφ, ο άνθρωπος, όταν χρειαστεί, πρέπει να θυσιάζει τη ζωή του για την ελευθερία του και όχι το αντίθετο.

Το τουφέκι του δεσπότη, λοιπόν, είναι το σύμβολο του αγώνα του Κρητικού ιερωμένου να αποκτήσει το ποίμνιό του το μέγιστο αγαθό της ελευθερίας, το αγαθό που δίνει νόημα στην ανθρώπινη ζωή.

Επί του θέματος αυτού και αναφορικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία ο μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός έχει γράψει: «Επειδή η εξωτερική ελευθερία συνάπτεται στην Ορθοδοξία με την εσωτερική (απελευθέρωση της καρδιάς από τη δουλεία των παθών), η Εκκλησία διασώζει μόνιμα μια θεολογία ελευθερίας, που νομιμοποιεί την ηγετική παρουσία του Κλήρου στους Ιερούς (αμυντικούς και απελευθερωτικούς) του Έθνους αγώνες.

Ακριβώς δε τα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης «εδικαίωσαν τον χαρακτηρισμό της Εκκλησίας μας ως Εκκλησίας της Αναστάσεως» (Γ. Κονιδάρης). Η Ορθόδοξη πίστη και η δυναμική της στη συνείδηση του Έθνους αποτελεί και σήμερα τον ισχυρότερο και βαθύτερο δεσμό, που στηρίζει την ενότητά του, στον εκκλησιαστικό δε χώρο σώζεται πάντα ο αγνότερος πατριωτισμός.

Σ’ αυτή τα συνάφεια κατανοείται εκκλησιαστικά ο Εθναρχικός ρόλος της Εκκλησίας σε καιρούς δυσχειμέρους ή η άρθρωση λόγου εκκλησιαστικού στα εθνικά θέματα και σήμερα». (άρθρο με τίτλο «Ορθοδοξία και Νεοελληνική ταυτότητα» στο ecclesia.gr).

Τέτοια ήταν η παρουσία και ο ρόλος των επισκόπων και του κλήρου γενικότερα στους αγώνες των Κρητικών για την ελευθερία. Λάθη και αστοχίες υπήρξαν από κάποια πρόσωπα. Αλλά ο κλήρος εν γένει δεν έλειψε ποτέ από τις μεγάλες ώρες των απελευθερωτικών αγώνων της Κρήτης.

Σήμερα, «το τουφέκι του δεσπότη» σημαίνει ενεργό παρουσία της Εκκλησίας σε άλλα πεδία: στον αγώνα για διατήρηση του ορθόδοξου ήθους στο λαό μας, για κοινωνική δικαιοσύνη, για συναδέλφωση και αλληλοβοήθεια ανάμεσα στα διάφορα κοινωνικά στρώματα, για διαφύλαξη της εθνικής μας ταυτότητας και συνέχειας στο πλαίσιο του κόσμου της παγκοσμιοποίησης , για την προστασία του περιβάλλοντος κ.ά..

Η Εκκλησία πρέπει να πρωτοπορεί με το σωστικό λόγο και το έργο της και όχι να είναι ουραγός. Και όλα αυτά με τελικό, κεντρικό σκοπό τη σωτηρία των ανθρώπων, που μεταφράζεται ως ελευθερία από καθετί που θέλει να κρατήσει την καρδιά και τη συνείδησή μας υπόδουλη στο κακό, σε κάθε του έκφανση.

Πηγή: patris

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.