Η Βουλή των Αντιπροσώπων καταδικάζει απερίφραστα το ασύλληπτο έγκλημα που διαπράχθηκε απέναντι στον αρμενικό λαό, όπως καταδικάζει την εισβολή, τη συνεχιζόμενη κατοχή, το διωγμό διακοσίων χιλιάδων ανθρώπων, τον εποικισμό και τις μαζικές παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων των Ελλήνων της Κύπρου και τάσσεται υπέρ της τήρησης του διεθνούς δικαίου και ενάντια σε κάθε πράξη ολικής ή μερικής εξάλειψης εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, όπως είδαμε στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, ανέφερε το βράδυ της Τετάρτης η Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Αννίτα Δημητρίου, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης για τα 109 χρόνια από τη Γενοκτονία των Αρμενίων που έλαβε χώρα στην Αρμενική Εκκλησία στη Λευκωσία.

Προσέθεσε ότι η θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν και είναι καθαρή, είτε αφορά την Κύπρο, είτε την Αρμενία και το Ναγκόρνο Καραμπάχ, είτε το Κόσοβο, είτε την Ουκρανία, είτε οποιαδήποτε κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, που έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται και όχι με δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Στον χαιρετισμό της κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, η κ. Δημητρίου είπε ότι η γενοκτονία των Αρμενίων αποτελεί μια από τις μελανότερες στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα, αρχής γενομένης από τις μαζικές σφαγές και τους βίαιους διωγμούς των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης την αποφράδα εκείνη ημέρα του Απρίλη του 1915, σημαδεύοντας την ιστορία του αρμενικού λαού, για αιώνες ταλανιζόμενου από εκτοπισμούς, μεταναστεύσεις, αγώνες και θυσίες στον διάβα των κατακτητών, με το πλέον ανεπούλωτο τραύμα στη σύγχρονη ιστορία του.

«Ο προγραμματικός φυσικός αφανισμός ενάμισι εκατομμυρίου Αρμενίων και ο εκπατρισμός με εξαθλιωτικές πορείες εξόντωσης στην έρημο, ανάμεσα σε άλλα φρικτά βασανιστήρια, άλλων εκατοντάδων χιλιάδων, μέχρι και την ολοκληρωτική έξοδο των χριστιανικών πληθυσμών της Ασίας από τις αρχέγονες κοιτίδες του, έθεσαν τέλος σε μια ιστορία αιώνων, κατά την οποία οι αδελφοί μας Αρμένιοι διέπρεψαν στα έργα του πολιτισμού και της ειρήνης. Χιλιάδες Αρμένιοι πρόσφυγες της ταραγμένης αυτής περιόδου της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας κατέφυγαν στην Κύπρο, όπου βρήκαν μια δεύτερη πατρίδα, ενισχύοντας το συνεχώς αναπτυσσόμενο αρμενικό στοιχείο του νησιού, στεριώνοντας με τον μόχθο, την υπομονή και την εφευρετικότητά τους», σημείωσε σχετικά.

Η Κυπριακή Δημοκρατία από το 1965, διά του τότε Υπουργού Εξωτερικών, μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας και Προέδρου της Βουλής Σπύρου Κυπριανού, έθεσε το ζήτημα της αναγνώρισης της αρμενικής γενοκτονίας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, υπήρξε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα η οποία αναγνώρισε το ειδεχθές αυτό έγκλημα ως γενοκτονία, ενώ η Βουλή των Αντιπροσώπων με ψήφισμά της καθιέρωσε την 24η Απριλίου ως Εθνική Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Αρμενικού Έθνους, συνέχισε η Πρόεδρος της Βουλής, προσθέτοντας πως η συντήρηση της μνήμης της τραγικής αυτής επετείου και η συνεπής υποστήριξη του δίκαιου αιτήματος της Αρμενίας για ιστορική κάθαρση συνιστά για το κυπριακό κοινοβούλιο μέγιστη προτεραιότητα και ελάχιστο φόρο τιμής στον περήφανο αρμενικό λαό, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη διαχρονική συνεισφορά των χιλιάδων Αρμενίων στην πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή του τόπου.

Συμπλήρωσε ότι η αρμενική γενοκτονία δεν αφορά μόνο το αρμενικό έθνος και τα γεγονότα του 1915, αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα και την ίδια την επιβίωση του πολιτισμού, προσθέτοντας ότι η απότομη εκρίζωση και η μαζική εξόντωση ενός λαού αποτελεί επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην ανθρώπινη ιστορία, «μπροστά στο οποίο ο κυπριακός λαός έχει σταθεί με συμπόνοια και ενσυναίσθηση, καθώς το έχουμε βιώσει κι εμείς τραγικά στο πετσί μας, απέναντι μάλιστα στο ίδιο, αμετανόητο, εχθρικά διακείμενα κράτος».

«Δεδομένης περαιτέρω της πολιτικής εθνοκάθαρσης του τουρκικού κράτους στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου από το 1974 και εντεύθεν, αλλά και της κλιμακούμενης προκλητικότητας της Τουρκίας απέναντι στα δίκαια της Κυπριακής Δημοκρατίας και ευρύτερα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η Βουλή των Αντιπροσώπων καταδικάζει απερίφραστα το ασύλληπτο έγκλημα που διαπράχθηκε απέναντι στον αρμενικό λαό, όπως καταδικάζει την εισβολή, τη συνεχιζόμενη κατοχή, το διωγμό διακοσίων χιλιάδων ανθρώπων, τον εποικισμό και τις μαζικές παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων των Ελλήνων της Κύπρου και τάσσεται υπέρ της τήρησης του διεθνούς δικαίου και ενάντια σε κάθε πράξη ολικής ή μερικής εξάλειψης εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, όπως είδαμε στο Ναγκόρνο Καραμπάχ. Με τους αδελφούς μας Αρμένιους αποσκοπούμε στην προώθηση των κοινών μας στόχων και καλώς νοουμένων συμφερόντων εν όψει των επιτακτικών εθνικών μας ζητημάτων. Η θέση μας ήταν και είναι καθαρή, είτε αφορά την Κύπρο, είτε την Αρμενία και το Ναγκόρνο Καραμπάχ, είτε το Κόσοβο, είτε την Ουκρανία, είτε οποιαδήποτε κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, που έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται και όχι με δύο μέτρα και δύο σταθμά», τόνισε σχετικά.

«Σε καιρούς όπου η ανθρωπότητα φλέγεται και οι εξελίξεις τόσο στην περιοχή μας όσο και ευρύτερα μας ανησυχούν βαθύτατα, ο αρμενικός λαός εκ νέου δοκιμάζεται σε άλλα μέτωπα και εν γένει δοκιμάζεται η ίδια η ανθρωπιά και η αξιοπρέπεια, προέχει για μας πάνω απ’ όλα η αποκατάσταση της ιστορικής δικαιοσύνης και ο άνευ όρων σεβασμός στις πανανθρώπινες αξίες. Η σιωπή μπροστά στην προσβολή της ανθρώπινης υπόστασης συνιστά συνενοχή και η μοναδική απάντηση είναι η ενότητα και η συλλογικότητα», κατέληξε η κ. Δημητρίου.

Στον δικό του χαιρετισμό, ο Εκπρόσωπος της αρμενικής Κοινότητας στη Βουλή των Αντιπροσώπων Βαρτκές Μαχτεσιάν είπε ότι το 2024 συμπληρώνονται 109 χρόνια από την έναρξη της Αρμενικής Γενοκτονίας, της πρώτης, όπως σημείωσε, μεγάλης γενοκτονίας του πολυτάραχου 20ού αιώνα, προσθέτοντας ότι στις 24 Απριλίου 1915 φυλακίστηκαν 250 Αρμένιοι διανοούμενοι της Κωνσταντινούπολης, ενώ έλαβε χώρα ταχύτατα ένα κύμα συλλήψεων, σφαγών και απελάσεων Αρμενίων σε μια τεράστια έκταση ενός εκατομμυρίου τετραγωνικών χιλιομέτρων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Συμπλήρωσε ότι τα γεγονότα αυτά δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, καθώς την περίοδο 1894-1896 ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ είχε διατάξει την εξόντωση περίπου 300.000 Αρμενίων, ενώ αργότερα, το 1909, διέταξε τη σφαγή 30.000 Αρμενίων στα Άδανα.

«Το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914 υπήρξε ο καταλύτης για εφαρμογή του αρρωστημένου σχεδίου για αφανισμό των Αρμενίων, ενός χριστιανικού λαού που οι φανατισμένοι Νεότουρκοι εκλάμβαναν ως εμπόδιο στο όραμά τους για μια παντουρανική υπεραυτοκρατορία, με λαούς αποκλειστικά τουρκικής καταγωγής από τα Βαλκάνια μέχρι τη Σιβηρία. Το ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις πολεμούσαν η μια την άλλη ήταν η τέλεια ευκαιρία, αφού ο πόλεμος μονοπωλούσε το ενδιαφέρον του πολιτισμένου κόσμου», συνέχισε ο κ. Μαχτεσιάν, προσθέτοντας ότι μεταξύ 1915 και 1923 περισσότεροι από 1.500.000 αθώοι Αρμένιοι «σφαγιάστηκαν ή απελάθηκαν και οδηγήθηκαν σε καταναγκαστικές πορείες θανάτου στην έρημο του Ντερ Ζορ της Συρίας, περισσότεροι από 800.000 Αρμένιοι πήραν τον πικρό δρόμο της προσφυγιάς και τουλάχιστον 100.000 εξισλαμίστηκαν, ενώ εξίσου σημαντική ήταν η πολιτιστική γενοκτονία που συντελέστηκε εις βάρος του αρμενικού λαού».

Προσέθεσε ότι το να θυμόμαστε τα θλιβερά μεν, πραγματικά δε γεγονότα δεν γίνεται από μίσος, εχθρότητα ή εμμονή, αλλά αποτελεί ηθική υποχρέωση, αφού μέσω αυτών η ανθρωπότητα μπορεί να πάρει διδάγματα και, κυρίως, να αποτρέψει την επανάληψή τους.

«Δυστυχώς, στις μέρες μας η Τουρκία έχει στήσει ανενόχλητη ένα νέο άξονα του κακού μαζί με το Αζερμπαϊτζάν, με ένα μπαράζ από επιθέσεις και άλλες επεκτατικές ενέργειες κατά των γειτονικών κρατών της Κύπρου, Αρμενίας, Ελλάδας, Συρίας και του Ιράκ. Αποκορύφωμα όλων αυτών των εχθροπραξιών υπήρξε η κατάληψη, το Σεπτέμβριο του 2023, του Ναγκόρνο-Καραμπάχ (Αρτσάχ), με αποτέλεσμα την προσφυγοποίηση πέραν των 100.000 Αρμενίων κατοίκων του, με μια ιστορία που πάει πίσω περίπου 2.500 χρόνια», τόνισε στη συνέχεια.

Είπε επίσης ότι τη στιγμή που το δράμα των προσφύγων που κατέκλυζαν την Αρμενία ξεδιπλωνόταν στις τηλεοράσεις και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αρκέστηκαν σε δηλώσεις χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, «όπως γίνεται εδώ και 50 χρόνια για την Κύπρο μας, κάτι που πόρρω απέχει από την ουσιαστική συμβολή και την άμεση αντίδρασή τους για τον πόλεμο στην Ουκρανία».

Κλείνοντας, ο κ. Μαχτεσιάν εξέφρασε την ειλικρινή του ευγνωμοσύνη προς την Κύπρο και όλους τους Κυπρίους, σημειώνοντας ότι η Κύπρος ήταν από τις πρώτες νέες πατρίδες των προσφύγων της Γενοκτονίας, μεταξύ των οποίων και η οικογένειά του, σημειώνοντας παράλληλα ότι η Κύπρος υπήρξε η πρώτη χώρα στην Ευρώπη και η δεύτερη στον κόσμο που αναγνώρισε την Αρμενική Γενοκτονία το 1975, ποινικοποίησε την άρνησή της το 2015, και στήριζε ανέκαθεν τους Αρμένιους, χαρακτηρίζοντας τη γεωστρατηγική συνεργασία της Κύπρου με την Αρμενία ως ανεκτίμητη.

Την εκδήλωση άνοιξε με δοξολογία και χαιρετισμό ο Αρχιεπίσκοπος Αρμενίων Κύπρου Χορέν Τογραματζιάν, ενώ ακολούθησε πρόγραμμα με καλλιτεχνικά σύνολα της κοινότητας και κατάθεση στεφάνων από εκπροσώπους του πολιτικού και θρησκευτικού κόσμου της Κύπρου.

Νωρίτερα, είχε φτάσει στον χώρο πορεία της νεολαίας της αρμενικής κοινότητας από το κέντρο της Λευκωσίας, με ενδιάμεση στάση στο Πάρκο Φιλίας Κύπρου-Αρμενίας και κατάληξη στο μνημείο της Αρμενικής Γενοκτονίας.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.