Μητροπολίτης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου Δημήτριος.

Ἰδού καί ἐφέτος, περιχαρεῖς καί κατανενυγμένοι, καταλείψαντες ἐπ’ ὀλίγον τούς φρενήρεις ρυθμούς τῆς ἀγχώδους βιοτῆς μας, συναχθήκαμε θεοκλήτως στό θεομητορικό αὐτό σέμνωμα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας Γουμενίσσης.

Συναχθήκαμε καί ἐφέτος ὡς ταπεινοί καί ἀχρεῖοι δοῦλοι τοῦ Υἱοῦ Της.

Ἀλλ’ ὁ υἱοπρεπής μας πρός Αὐτήν πόθος μᾶς παρακίνησε νά ὑψώσουμε τήν ψυχή μας «ὡς τό ἀπογεγαλακτισμένον ἐπί τήν μητέρα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 130, 2).

Ἀσπαζόμεθα πάλιν ὁρατῶς μέν τήν σεπτή Της εἰκόνα, νοητῶς δέ τό πρωτότυπο.

Προσκυνοῦμε τό σεμνοπρεπές Της ἐκτύπωμα, ἀλλά καί περιπτυσσόμεθα πνευματικῶς τάς ἀχράντους χεῖρας Της (πού ἀνυψώνει τόσους αἰῶνες δεητικά ὑπέρ ἡμῶν).

Ὑπῆρξεν ἅγιος πού νά μήν ἔζησε ἐν αἰσθήσει ψυχῆς “τήν Αὐτῆς εὐσπλαχνίαν”;

Ὑπῆρξε δίκαιος πού νά μήν ἐλεήθηκε μέ τήν δική Της μεσιτεία;

Ὑπῆρξε σεσωσμένος πού νά διέβη τήν θύρα τοῦ Παραδείσου χωρίς τήν δική Της εὐλογία;

Ἀλλά καί πόσοι ἀπό μᾶς δέν δοκίμασαν φανερά εὐεργεσίες, χάρις “εἰς τάς πολλάς Της πρεσβείας”;

***

Ὅλοι μας νιώθουμε τήν ἀνάγκη ἀναφορᾶς μας πρός τό πρόσωπον τῆς Κυρίας Θεοτόκου ὡς καταφύγιο καί ἐλπίδα, πιό κατεπείγουσα, καθώς προκύπτουν κρίσιμες οἱ παγκόσμιες ραγδαῖες μεταλλάξεις, μέ “δεῖκτες” προόδου ἀπό τούς ὁποίους ἐλλείπει παντελῶς ὁ ἄνθρωπος ὡς πρόσωπο, ὡς θεοπλαστούργητο μοναδικό ὄν κι αἰωνική ὕπαρξη, ὡς ἀξιολογικό ἐπίκεντρο παντός σχεδιασμοῦ.

Ὅλοι μας νιώθουμε τήν ἀνάγκη νά καταφύγουμε σ’ Ἐκείνην, νά ἐμπνευσθοῦμε ἀπό Ἐκείνην, νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό Ἐκείνην, καθώς μᾶς ἀγγίζει ἡ ἀγχώδης μειονεξία τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, πού ἀποτελεῖ τόν ἀνίσχυρο ἀποδέκτη τοῦ ἔκφρονος παγκοσμίου πυρετοῦ τῶν μεγάλων συμφερόντων καί τοῦ τέρατος τοῦ νέου πολιτισμοῦ, τοῦ δικαιωματισμοῦ.

Μέσα ἀπό τήν ἀκρωτηριασμένη χριστολογία καί ἀνθρωπολογία τοῦ κατακερματισμένου χριστιανισμοῦ τῆς Δύσης, ἡ ἐπιστήμη γίνεται ἐργαλεῖο πού ἀρχίζει νά «στοιχειώνει μέ ἀνείπωτο τρόμο τίς κοινωνίες μας», ὁδηγώντας στήν προβολή ἑνός μετα-ανθρώπου.

Ἀποκρυπτογραφώντας τά πολλαχόθεν προωθούμενα μηνύματα τῆς μετανεωτερικῆς ἐποχῆς μας, διαπιστώνουμε ὅτι οἱ πανίσχυροι ἐργοδότες τῆς σημερινῆς ἐκρηκτικῆς προόδου ἑτοιμάζονται νά ἐπενδύσουν τά τεχνολογικά προγράμματα τῆς λεγομένης “παγγνωσίας”, “παντοδυναμίας” καί “παγκυριαρχίας” τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης στόν 21ο αἰώνα μέ ταχύτερους ρυθμούς ἀνελέγκτων ἐφαρμογῶν.

Οἱ σοφοί τοῦ νέου αἰῶνος μέ πρόσφατες ἀναλύσεις καί ἐπιστημονικές ἤ καί φιλοσοφικές προβλέψεις σαφῶς ὁμιλοῦν γιά τήν “Νέα Ἐποχή” τῆς αὐθυπαρξίας καί αὐτοαξίας τοῦ κόσμου, τῆς αὐθερμηνείας καί αὐτονοηματοδοτήσεως, τῆς αὐτοπραγμάτωσης καί αὐτολατρείας.

Ὅλος αὐτός ὁ νέος “πολιτισμός” ἔχει ἀφετηρία καί πάλι τήν Ἀμερική. Ὅμως δέν εἶναι λίγοι ἀπό τούς Ἀμερικανούς πού ἀσκοῦν κριτική σέ αὐτόν τόν πολιτισμό.

Ἐπιτρέψτε μου νά σᾶς παρουσιάσω δι’ ὀλίγων σειρῶν τήν αὐτοκριτική τοῦ ἀμερικανικοῦ αὐτοῦ πολιτισμοῦ ἀπό τόν Frank Schaefter στό κυκλοφορηθέν πρίν ἀπό χρόνια σέ ἑλληνική μετάφραση βιβλίο του “Χορεύοντας μόνος – ἀναζητώντας τήν ὀρθόδοξη πίστη” (ἐκδ. Μακρυγιάννης, μετ. Ἀρχιμ. Αὐγουστίνου Μύρου): «… Σέ σύγκριση μέ ἄλλους πολιτισμούς, ἐμεῖς οἱ ἀμερικανοί εἴμαστε ἴσως οἱ πιό ὑλιστές καί πιό μολυσμένοι ἄνθρωποι στή γῆ. Ὅμως, σύμφωνα μέ αὐτά πού λέμε γιά τούς ἑαυτούς μας, εἴμαστε ἕνας “θρησκευτικός”, κι ἀκόμη ἕνας “καλός” λαός… τά ἠθικά προβλήματα πού μᾶς κατακλύζουν δέν ὀφείλονται στήν ἔλλειψη θρησκευτικότητας στήν κοινωνία μας· ἀντίθετα ὀφείλονται στήν τόσο μεγάλη πίστη σέ πλανεμένες θρησκεῖες… ἡ πίστη στή διδασκαλία τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας —μέ ἄλλα λόγια τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας— εἶναι ἐκτός μόδας στήν Ἀμερική… Ἡ σύγχρονη ζωή εἶναι διαχωρισμένη σέ πνευματικές καί κοσμικές σφαῖρες».

***

Καθώς αὐτός ὁ βαθειά ἀλλοτριωμένος πολιτισμός ἔχει εἰσβάλει σέ μᾶς μέ τήν μόδα, τόν τρόπο διασκεδάσεως, τήν ἀνταλλαγή πολιτιστικῶν ἀγαθῶν, τόν μονόδρομο τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς σέ ζητήματα διακρατικῶν σχέσεων, μέ τήν ἐπίσημη “πολιτιστική γραμμή” τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, ἀναρωτιέμαι κι ἀγωνιῶ, ἀδελφοί μου:

ΟΤΑΝ πιστεύουμε καί ὑποστηρίζουμε δημοσίως ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἕνα ἀτομικό γεγονός, χωρίζοντας τόν Θεό ἀπό τήν καθημερινή ζωή μας·

ΟΤΑΝ ἀνασποῦμε τίς δικές μας πολιτιστικές ρίζες, χάριν ἐξομοιώσεως μέ ἕνα πολιτισμό τόσο διαβρωμένο·

ΟΤΑΝ οἰκοδομοῦμε τό μέλλον τῆς κοινωνίας μας χωρίς τόν ζῶντα Θεό τῆς ἱστορικῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας·

ΟΤΑΝ νομιμοποιοῦμε τήν ἀσαφή εἰκόνα τῆς παραδοσιακῆς ἑλληνικῆς οἰκογένειας·

ΤΟΤΕ, ποῦ καί πῶς καί μέ ποιά προοπτική θά δομηθῆ τό μέλλον μας; μέ ποιά ἐλπίδα θά διατηρηθῆ ἡ ὑπόστασή μας;

Ἡ σημερινή σύναξη γιά τήν ἐπανενθρόνιση τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας μᾶς δείχνει τόν ὀρθόδοξο δρόμο (τήν Ἐκκλησία) καί τόν ὀρθόδοξο τρόπο (τήν λεβεντιά τῆς μετάνοιας – ἐπιστροφῆς στόν Χριστό, ὅπως ὁ Ἄσωτος υἱός τῆς σημερινῆς παραβολῆς) καί τόν ὀρθόδοξο στόχο (τήν ἐνθέωση – ἐμβίωση τῶν ἐσχάτων).

Ἡ ἑορτή τῆς Παναγίας μᾶς προσφέρει “ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν” ἀπέναντι στό ἀντιφατικό κοσμοείδωλο τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου: ἕνα κοσμοείδωλο πού θεωρεῖ τόν ἄνθρωπο ἀφενός ὡς “ἐλαχιστότητα” μέσα στίς τόσες χρηστικές ἀξιολογήσεις του (οἰκονομικές, βιολογικές, γενετικές καί ἄλλες)· καί ταυτόχρονα τόν θεωρεῖ ὡς μιά θεωρητικά “μεγιστοποιημένη ὀντότητα” μέ τόσα ἀτομικά δικαιώματα πού τοῦ ὑφαιροῦν τήν αἴσθηση τῆς θυσίας – ἀγάπης ὡς τρόπου προσωπικῆς ὑπάρξεως καί τελειώσεως (βλ. π. Ἀλ. Σμέμαν, Ἡ Παναγία, σ. 61 ἑξ.).

Ἡ Παναγία μᾶς ὑποδεικνύει τήν μεγαλοσύνη τῆς ταπεινώσεως – ὑπακοῆς, τῆς ἀγάπης – αὐτοπροσφορᾶς, τῆς χριστιανικῆς ἐλευθερίας, πού θεμελιώνονται στήν βιβλική ἀποκάλυψη καί τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία τῆς θεοδόμητης προσωπικῆς μοναδικότητος ἑνός ἑκάστου ὡς εἰκόνος τῆς Εἰκόνος τοῦ Πατρός, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Προσπίπτουμε εὐλαβικά ἐνώπιόν Της, ἀντικρίζουμε τό ἱλαρόν καί παναλκές βλέμμα Της καί Τήν παρακαλοῦμε νά ἀνοίξει «τό ἀείλαλον πρεσβευτικό Της στόμα ὑπέρ παντός τοῦ γένου» τῶν ὀρθοδόξων καί ὅλου τοῦ κόσμου (βλ. ἁγ. Θεοδώρου Στουδίτου, ἐνθ. ἀν.).

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.