Ἡ Παναγία εἶναι τό πνευματικό στόλισμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Ἐκκλησίας μας. Σέ κάθε μέρος τῆς Οἰκουμένης εἶναι χτι-σμένες ἀμέτρητες Ἐκκλησιές καί Μοναστήρια μέσα στά βουνά, στούς κάμπους καί στά νησιά, μοσχοβολημένα ἀπό τήν παρθενική καί πνευματική εὐωδία της.

Μέσα στό καθένα ἀπό αὐτά βρίσκεται τό παλαιό καί σεβάσμιο εἰκόνισμά της μέ τό χρυσοκέρινο πρόσωπό της πού τό κάλλος του δέν εἶναι κάλλος σαρκικό, ἀλλά πνευματικό, γιατί ἐκεῖ πού ὑπάρχει ὁ πόνος καί ἡ ἁγιότητα, ὑπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό.

Ἀπό τά ὀνόματα καί μόνο πού ἔδωσε ὁ λαός μας στήν Παναγία, καί πού μέ αυτά τήν καταστόλισε, φαίνεται πόσο πνευμα-τική ἀληθινά εἶναι ἡ τιμή πρός τό ὑπερευλογημένο πρόσωπο τῆς Παναγίας στήν ὀρθόδοξη πίστη καἰ ζωή.

Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ, ἐνδοξωτέρα τῶν Σεραφείμ, Κεχαριτωμένη, ἔμψυχος κιβωτός, ἡγιασμένος ναός, παράδεισος λογικός, ρόδον τό ἀμάραντον, χρυσοῦν θυμιατήριον, χρυσή λυχνία, μαναδόχος σταμνος, κλῖμαξ ἐπουράνιος, πρεσβεία θερμή, τεῖχος ἀπροσμάχητον, ἐλέους πηγή, τοῦ κόσμου καταφύγιον, Βασιλέως καθέδρα, χρυσοπλοκώτατος πύργος καί δωδεκάτειχος πόλις, ἡλιοστάλακτος θρόνος, σκέπη τοῦ κόσμου, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ξύλον εὐσκιό-φυλλον, ἀκτίς νοητοῦ ἡλίου, Σιών ἁγία, Θεοῦ κατοικητήριον, ἐπουράνιος πύλη, ἀδικουμένων προστάτις, βακτηρία τυφλῶν, θλιβομένων ἡ χαρά, καί μύρια ἄλλα, πού βρίσκονται μέσα στά λειτουρ-γικά βιβλία τῆς Εκκλησίας καί στά κείμενα τῶν Πατέρων μας.

Κοντά σ’ αὐτά εἶναι καί τά ὀνόματα πού ἔχουν ἀποδοθεῖ στά ἱερά εἰκονίσματά της: Ὁδηγήτρια, Γλυκοφιλοῦσα, Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, Ἐλπίς τῶν ἀπελπισμένων, Ταχεῖα Ἐπίσκεψις, Ἀμόλυντος, Παραμυθία, Ἐλεοῦσα, Ἐπακούουσα, Γοργοϋπήκοος, Μυροβλίτισσα, Ἀντιφωνήτρια, Παραμυθία, Γαλακτοτροφοῦσα, Φανερωμένη, Παμμακάριστος, καί ἄλλα πολλά. Πόση ἀγάπη, πόσο σέβας καί πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουν μοναχά αὐτά τά ὀνόματα, πού χαράχθηκαν στίς ψυχές μέ πόνο, μέ ταπείνωση, μέ πίστη.

Τό μόνο ὄνομα τῆς Θεοτόκου, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, περιέχει ὅλο τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας τῆς σωτηρίας, λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, καί ἀποδεικνύεται ἔτσι, ὅτι ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτεται στούς πιστούς ὡς ἡ κατ’ ἐξοχήν μάρτυς τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Θεός προσέλαβε πραγματικά τήν ἀνθρώπινη φύση, στήν ὁποία ἄνοιξε τόν δρόμο τῆς σωτηρίας, σωτηρία πού ἀποβαίνει πραγματικότητα, γεγονός πού σημαίνει τήν ἔλευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Σέ μία ὁμιλία του ὁ Βασίλειος Σελευκείας σημειώνει χαρακτη-ριστικά: «Θεοτόκος ἐστί τε καί λέγεται. Ἄρα τίς ἐστι ταύτης ὑψηλο-τέρα ὑπόθεσις;… ὡς γάρ οὐκ ἔστιν εὔκολον νοεῖν τε καί φράζειν Θεόν, μᾶλλον δέ καθάπαξ ἀδύνατον, οὕτως τό μέγα τῆς Θεοτόκου μυστήριον, καί διανοίας καί γλώττης ἐστίν ἀνώτερον. Ἐπεί οὖν Θεόν σαρκωθέντα τεκοῦσα Θεοτόκος ὀνομάζεται».

Τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου δέν νοεῖται ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἀνθρώπινο γένος. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ὁ ὑγιής καρπός τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καί ἡ καλύτερη προσφορά τῶν ἀνθρώπων στόν Χριστό. Στήν προσφορά ὅλης τῆς κτίσεως συμμετέχουμε καί ἐμεῖς μέ τήν Παναγία.

Ὁ ἁγιογράφος, ὅταν ἁγιογραφεῖ στήν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τήν Πλατυτέρα, δέν θέλει νά εἰκονίσει μόνο τήν Παναγία, ἀλλά ὅλη τήν Ἐκκλησία πού ἔχει κέντρο της τόν Χριστό. Ἡ Παναγία ἔγινε Ἐκκλησία καί ἐγέννησε τήν Ἐκκλησία. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι ὁ Κύριος «ἐνανθρωπήσας σάρκα Ἐκκλησίας προσέλαβε».

Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἰεροσολύμων συνδέει τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου μέ τήν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτό λέγει: «ὑμνοῦμεν τήν ἀειπάρθενον Μαρίαν, δηλονότι τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν».

Ἡ ἀφιέρωση, λοιπόν, στήν Παρθένο Μαρία τοῦ παρόντος ἄρθρου ὑπενθυμίζει σέ ὅλους μας τή χαρά τῆς λυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό, γιατί ἐκείνη ὑπηρέτησε πιστά τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας.

Ἔτσι προσφέρουμε τό κείμενο αὐτό σέ ὅλους σας μέ τήν εὐχή νά ἀτενίζουμε τό πρόσωπο τῆς Παναγίας μας καί νά σφυρηλατεῖται στήν καρδιά μας ἡ ἐλπίδα και ἡ ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου.

Ἐναποθέτοντας τήν ἐλπίδα μας στόν ποταμό τόν γλυκερό τοῦ ἐλέους τῆς Ὑπεραγίας Θεομήτορος, ἄς ἀγωνισθοῦμε νά καρποφορήσουμε καρπούς ἄξιους τῆς σωτηρίας, κάτω ἀπό τή δική της χαριτόβρυτη προστασία. Εἶναι αὐτό πού κάθε ἀπόβραδο ἐκμυστηρευόμαστε μπροστά στήν εἰκόνα της: «Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σέ ἀνατίθημι, μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου».

Ἰανουάριος

8 Ἰανουαρίου

† Σύναξις τῆς Ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν τῇ Πηγῇ.

18 Ἰανουαρίου

† Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρ-θένου Μαρίας, ἐν τῷ ναῷ τῆς Πηγῆς.

2 Φεβρουαρίου

† Ἡ ῾Υπαπαντή τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.

Τό γεγονός τῆς Ὑπαπαντῆς, πού ἐξιστορεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό β΄ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του, συνέβη σαράντα ἡμέρες μετά τή γέννηση τοῦ Ἰησοῦ.

Σύμφωνα μέ τό Μωσαϊκό Νόμο, ἄν τό πρῶτο παιδί τῆς οἰκογένειας ἦταν ἀγόρι, ἀφιερωνόταν στόν Θεό καί συγχρόνως προσφερόταν μία μικρή θυσία ἀπό ἀμνό ἤ ἀπό ἕνα ζευγάρι τρυγόνια ἤ δυό μικρά περιστέρια.

Τό γράμμα τῶν ἐντολῶν αὐτῶν πληροῦντες ὁ Ἰωσήφ καί ἡ Παρθένος Μαρία, ἀνῆλθαν τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα ἀπό τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στό ναό τῶν Ἱεροσολύμων, γιά νά προσφέρουν τόν Ἰησοῦ στόν Θεό καί δώσουν τήν θυσία περί καθαρισμοῦ.

Τό ζευγάρι ὑποδέχθηκε στό ναό ὁ ὑπερήλικας Προφήτης Συμεών, ὁ ὁποῖος ἐδέχθηκε τόν Ἰησοῦ στήν ἀγκαλιά του φωτισμένη ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ὁ ὁποῖος εἶχε λάβει ἀποκάλυψη ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα ὅτι δέ θά ἀπέθνησκε προτοῦ δεῖ ᾿Εκεῖνον, τόν ὁποῖο ὁ Κύριος καί Θεός ἔχρισε Βασιλέα καί Σωτήρα τοῦ κόσμου.

Ἡ ἑορτή εἰσήχθη πρῶτα στή Δύση πρός κατάργησιν τῶν τε-λουμένων εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν, κατά τίς ἀρχές τοῦ Φεβρουα-ρίου, πρός τιμήν τοῦ Πανός, ὡς καθαρῶς θεομητορική ἑορτή.

Ἀργότερα καθιερώθηκε καί στήν Ἀνατολή. Κατά μέν τόν Γεώργιο Κεδρηνό ἡ ἑορτή εἰσήχθηκε ἐπί τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστίνου τοῦ Α΄ (518-527 μ.Χ.), κατά δέ τόν Νικηφόρο Κάλλιστο ὁ Ἰουστινιανός ὁ Μέγας (525-565 μ.Χ.) διέταξε, τό 542 μ.Χ., νά ἑορτάζεται ἡ Ὑπαπαντή τοῦ Σωτῆρος σέ ὅλη τή γῆ. Ἐπειδή ὅμως πολύ πρίν τόν 6ο αἰώνα μ.Χ. ὑπάρχουν λόγοι στήν ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς, εἰκάζεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστῖνος εἰσήγαγε τήν ἑορτή στήν Κωνσταντινούπολη.

Ἡ ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς, στήν Κωνσταντινούπολη, ἐτελεῖτο στό ναό τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου παρευρισκόταν καί ὁ αὐτοκράτορας.

Φεβρουάριος

10 Φεβρουαρίου

† Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοῖς Ἀρεοβίνδου.

Ὁ ναός αὐτός ὑπῆρχε ἀπέναντι τῆς βασιλικῆς πύλης (Μπαλατᾶ), στό σημερινό Χάσκιοϊ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί ἐκτίσθηκε τό ἔτος 598 μ.Χ. ἀπό τόν ἀδελφό τοῦ αὐτοκράτορος Μαυρικίου (582-602 μ.Χ.) Πέτρο. Τό ὄνομα Ἀρεόβινδος εἶχαν ἐπιφανεῖς στρατιωτικοί τῆς Ἀνατολῆς.

12 Φεβρουαρίου

† Ἀνάμνησις τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἰς Πούσγην.

Μάρτιος

25 Μαρτίου

† Μνήμη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἡ λειτουργική παράδοση καί ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα τοποθετοῦν σέ ἰδιαίτερη θέση τήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

Ὁ φιλάνθρωπος καί ἐλεήμων Θεός μας, πού πάντοτε φροντίζει τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδή εἶδε τό ἔργο πού ἔπλασε μέ τά χέρια Του νά εἶναι ὑπόδουλο στό διάβολο, θέλησε νά ἀποστείλει τόν Υἱό Του τόν Μονογενή, τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά τό ἀπολυτρώσει ἀπό τά χέρια τοῦ διαβόλου.

Ἐπειδή ὅμως δέν θέλησε νά τό μάθει, ὄχι μόνο ὁ Σατανᾶς, ἀλλά καί οἱ ἴδιες οὐράνιες δυνάμεις, σέ ἕναν ἀπό τούς Ἀρχαγγέλους, στόν ἔνδοξο Γαβριήλ ἐκμυστηρεύθηκε τό μυστήριο. Προοικονομεῖ δέ ὅτι ἡ Ἁγία Παρθένος θά γεννήσει ἁγνή καί καθαρή, γιατί ἦταν ἄξια τέτοιου καλοῦ.

Ὅταν ὁ Θεός Πατέρας εὐδόκησε νά πραγματοποιήσει «τό χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένον μυστήριον», «τό μυστήριον τό κεκρυμμένον ἀπό τῶν αἰώνων καί τῶν γενεῶν», τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, γιά τή λύτρωση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, μόνο αὐτή ἐδέχθηκε τή θεία ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου καί ἐκρίθηκε ἱκανή νά ὑπηρετήσει τό ἔργο τῆς σωτηρίας .

Μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, στήν πίστη καί τή δογματική της διδασκαλία, ὁ Εὐαγγελισμός εἶναι τῆς «σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις».

Ὁ Ἄγγελος ἀνακοινώνει καί εὐαγγελίζεται τήν θεία βουλή. Ἀλλά ἡ Παρθένος δέν σιωπᾶ. Ἀνταποκρίνεται στή θεία κλήση μέ ταπείνωση καί πίστη: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου».

Ἡ θεία βουλή γίνεται δεκτή καί βρίσκει ἀνταπόκριση. Καί αὐτή ἡ ἀνθρώπινη ἀνταπόκριση εἶναι ὅ,τι ἀκριβῶς χρειάζεται σ’ αὐτό τό σημεῖο. Ἡ ὑπακοή τῆς Παναγίας ἀντισταθμίζει τήν ἀνυπακοή τῆς Εὔας.

Μ’ αὐτή τήν ἔννοια ἡ Παρθένος εἶναι ἡ δεύτερη Εὔα καί ὁ Υἱός της ὁ δεύτερος Ἀδάμ. Ὅπως ἡ Εὔα ἐξαπατήθηκε ἀπό τό λόγο ἑνός ἀγγέλου, γιά νά φύγει ἀπό τόν Θεό παραβαίνοντας τό λόγο Του, ἔτσι ἡ Παναγία ἐδέχθηκε τόν Εὐαγγελισμό ἀπό τό λόγο ἑνός Ἀγγέλου, ἔτσι ὥστε νά φέρει τόν Θεό μέσα της, ὑπακούοντας στό λόγο Του.

«Διά τῆς Εὔας ὁ θάνατος, διά τῆς Μαρίας ἡ Ζωή», κηρύττει ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος. Αὐτή ἡ ὑπακοή καί χαρούμενη ἀποδοχή τοῦ λυτρωτικοῦ σκοποῦ τοῦ Θεοῦ ἦταν μία πράξη ἐλευθερίας.

Ἦταν ἐλευθερία ὑπακοῆς καί ὄχι πρωτοβουλία, ἐλευθερία ἀγάπης καί λατρείας, ταπεινώσεως καί ἐμπιστοσύνης.

Κατά τίς ἡμέρες τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ Θεός ἐξέφερε τό ζῶντα καί παντοδύναμο λόγο Του «γεννηθήτω», ὁ λόγος τοῦ Δημιουργοῦ παρήγαγε ἐντός τοῦ κόσμου τά ὄντα· ἀλλά τήν ἡμέρα ἐκείνη, ἡ ὁποία δέν ἔχει τήν ὅμοιά της ἀπό τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κόσμου, ὅταν ἡ θεία Μαρία προσέφερε τό σεμνό καί ὑπάκουο «Γένοιτο», ὁ λόγος τοῦ δημιουργήματος κατέβασε στόν κόσμο τό Δημιουργό. Ἐδῶ ὁ Θεός καί πάλι προφέρει τό λόγο του: «Θά συλλάβεις, θά γεννήσεις υἱό καί θά τόν ὀνομάσεις Ἰησοῦ. Αὐτός θά γίνει μέγας καί θά ὀνομασθεῖ Υἱός τοῦ Ὑψίστου. Σέ Αὐτόν θά δώσει ὁ Κύριος ὁ Θεός τό θρόνο τοῦ Δαυῒδ, τοῦ προπάτορά Του. Θά βασιλεύσει γιά πάντα στούς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ καί ἡ βασιλεία Του δέν θέ ἔχει τέλος».

Ἡ Θεοτόκος ἀποδέχεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι τόσο θαυμαστό. Αὐτή ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ μεγαλειώδης δύναμη εἶναι ἡ καθαρά καί τέλεια ἀφοσίωση τῆς Μαρίας στόν Θεό, ἀφοσίωση τῆς θελήσεώς της, τῆς σκέψεώς της, τῆς ψυχῆς της καί τῆς ὅλης ὑπάρξεώς της καί ὅλων τῶν δυνάμεών της, ὅλων τῶν πράξεών της, τῶν ἐλπίδων της καί τῶν προσδοκιῶν της.

Οἱ ἀρχές τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ δέν εἶναι ἐπακριβῶς γνωστές. Τό γεγονός, ὅτι ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔκτισε στή Ναζαρέτ βασιλική, στήν ὁποία περιελαμβανόταν κατά παράδοση ὁ οἶκος τῆς Θεοτόκου, στόν ὁποῖο αὐτή ἐδέχθηκε τόν Εὐαγγελισμό, ἐπέδρασε ἴσως στή σύσταση τοπικῆς ἑορτῆς.

Οἱ πρῶτες μαρτυρίες περί αὐτῆς εὑρίσκονται στόν Ἅγιο Πρόκλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τό 430 μ.Χ., καί στό Πασχάλιον Χρονικόν (624 μ.Χ.), ὅπου χαρακτηρίζεται ὡς συσταθεῖσα στίς 25 Μαρτίου ἀπό τούς θεοφόρους διασκάλους. Ἡ μεγαλοπρεπής πανήγυρη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐτελεῖτο ἀπό τούς Βυζαντινούς στό ναό τῶν Χαλκοπρατείων, ὅπου παρίσταντο καί οἱ αὐτοκράτορες.

Κατά τόν 15ο αἰῶνα μ.Χ. ἡ Παννυχίδα ἐτελεῖτο στό παλάτι.

† Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Βάτου, ἐν τῷ ὄρει Σινᾶ.

Ἡ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Βάτου τιμᾶται στή μονή τοῦ Ὄρους Σινᾶ.

Ἡ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου σύλληψη ἀπό τήν Ἁγία Παρθένο ἀποτελεῖ ὑπόθεση πού ὑπερβαίνει τά λεκτικά σχήματα, γιατό τό «σημεῖον» εἶνα ἀληθινά παράδοξο καί ὐπερμεγέθες.

Τό μυστήριο τῆς ἄφθορης γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο δέν νοεῖται ὡς μεμονωμένη καί ἀποκκομένη πραγματικότητα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἀντίθετα, ἀποτελεῖ ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας τοῦ τύπου, στόν ὁποῖο ἐπίστεψαν καί ἐπάνω στόν ὁποῖο ἐστηρίχθη-σαν οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιά νά προδιατυπώσουν τήν ἔνσαρκη φανέρωση τοῦ Θεοῦ Λόγου στήν ἱστορία.

Ὁ Μωϋσῆς, ὅταν εἶδε τή βάτο νά φλέγεται, ἀλλά νά μήν καί-γεται, εἶπε: «Διαβάς ὄψομαι, τό μέγα ὅραμα τοῦτο». Ἡ διάβαση, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, Πατριάρχου Ἀλε-ξανδρείας, δέν εἶναι τοπική, ἀλλά χρονική, ἀφοῦ δηλώνει κίνηση καί παροδική διάβαση τοῦ χρόνου καί σημαίνει τήν κίνση ἀπό τό χρόνο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στό χρόνο τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ὅπως ἡ φλεγόμενη καί μή κατακαιόμενη βάτος ἔτσι καί ἡ Παρθένος Μαρία, ἄν καί γεννᾶ τό «Φῶς», ἐν τούτοις παραδόξως δέν «φθείρεται».

Ἀπρίλιος

12 Ἀπριλίου

† Μετακομιδή τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου ἀπό τῆς ἐπισκοπῆς Ζήλας εἰς Κωνσταντινούπολιν.

Ἡ μετακομιδή τῆς Τιμίας Ζώνης ἀπό τήν Ἐπισκοπή Ζήλας στήν Κωνσταντινούπολη ἔγινε τό ἔτος 942 μ.Χ. ἐπί αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Ζ΄ Ποργυρογέννητου (913-959 μ.Χ.). Χειρόγραφο Μηναῖο τοῦ 16ου αἰῶνος μ.Χ. φέρει τό ἑξῆς δίστιχο κατά τήν ἡμέρα αὐτή:

Ζώνην τιμίαν τῇ βασιλίδι δίδως

Βασίλισσα πάντιμε Θεογεννῆτορ.

Μάϊος

5 Μαῒου

† Ἀνάμνησις τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου, ἐν τοῖς Κύρου.

Στόν Λαυριωτικό Κώδικα διαβάζουμε, ὅτι κατά τήν ἡμέρα αὐτή τελεῖται ἀνάμνηση τῆς γενομένης ἡλιακῆς ἐκλείψεως, ἡ ὁποία ἔγινε τό ἔτος 1369, ἡ ὁποία ἦταν θαυμαστή, ὥστε νά φαίνονται τά ἄστρα καί ἡ ἡμέρα νά τραπεῖ σέ νύκτα.

13 Μαῒου

† Ἐγκαίνια τοῦ ἐν τῇ νήσῳ τῆς Ἁγίας Γλυκερίας σεβασμίου καί θείου ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς Παντα-νάσσης.

Ἡ μικρά νῆσος τῆς Ἁγίας Γλυκερίας κεῖται πρό τοῦ Νικη-τιάτου, δηλαδή πρό τῆς σημερινῆς πόλεως τῶν Τούζλων. Ἡ μονή ἐσωζόταν τό ἔτος 1158 καί ὑπέρ αὐτῆς ἐξέδωσε χρυσόβουλλο ὁ αὐτοκράτορας Μανουήλ ὁ Κομνηνός.

15 Μαῒου

† Μνήμη ἐν τῷ περιτειχίσματι καί ἡ ἀνάδειξις τῆς ἀχειροποιήτου εἰκόνος ἐν Καμουλιανοῖς, φρουρηθείσης ἐν τοῖς χρόνοις Θεοδο-σίου τοῦ βασιλέως.

Ἡ μνήμη τῆς ἑορτῆς αὐτῆς ἀναγράφεται στόν Λαυριωτικό Κώδικα . Ἡ διήγηση περί τῆς εὑρέσεως τῆς ἀχειροποιήτου εἰκό-νος τοῦ Κυρίου ἀπό τήν εἰδωλολάτρισσα καί μετέπειτα Χριστιανή Ἀκυλίνα μέσα σέ ἕνα κιβώτιο ἀποδόθηκε στόν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσ-σης, ἀλλά εἶναι ψευδεπίγραφη.

22 Μαῒου

† Μνήμη τῆς ἁγίας Θεοτόκου, ἐν Σοφιανοῖς.

Ἰούνιος

8 Ἰουνίου

† Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ἐν τῷ Σωσθενείῳ.

Ὁ ναός τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ στό Σωσθένειον εἶχε εὐκτή-ριο οἶκο ἀφιερωμένο στήν Θεοτόκο.

15 Ἰουνίου

† Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, πέραν ἐν τοῖς Μαρανικίου (ἤ Μαρινακίου).

16 Ἰουνίου

† Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν Δο-κιαναῖς (ἤ πέραν ἐν Εὐδοκιαναῖς).

Ὁ Μανουήλ Γεδεών ἀναφέρει ὅτι πρόκειται περί παραφθορᾶς τοῦ «Ἰουκουνδιαναῖς» καί εἰκάζει ὅτι πρόκειται περί τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου «τῶν Μαρνακίου» ἤ «Μαρανακίου».

Ἰούλιος

2 Ἰουλίου

† Ἀνάμνησις τῆς ἐν τῇ ἁγίᾳ σορῷ καταθέσεως τῆς τιμίας ἐσθῆτος τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, ἐν Βλαχέρναις.

Ἡ κατάθεση τῆς Τιμίας Ἐσθῆτος στήν Ἁγία Σορό τῆς Ὑπερα-γίας Θεοτόκου συνέβη τά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος Α΄ τοῦ Μεγάλου (457-474 μ.Χ.).

Τήν Τίμια Ἐσθῆτα εἶχαν μεταφέρει ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη οἱ ἀδελφοί πατρίκιοι Γαλβίνος καί Κάνδιδος, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στήν Παλαιστίνη καί ἀφοῦ πληρο-φορήθηκαν ὅτι αὐτή φυλασσόταν στήν Γαλιλαία ἀπό κάποια ὑπέργηρη Ἑβραία, μετέβησαν μέχρι ἐκεῖ καί μέ κάποιο τέχνασμα τήν ἀφαίρεσαν.

Ὅταν ἐπέστρεψαν στήν Κωνσταντινούπολη, παρέ-δωσαν τήν Ἐσθήτα στόν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος τήν τοποθέτησε μέσα σέ θήκη ἀπό χρυσό καί ἄργυρο πού περιβαλλόταν ἀπό βασι-λική πορφύρα στό ναό τῆς Θεοτόκου στίς Βλαχέρνες.

Τό ναό αὐτό εἶχαν κτίσει πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου ὁ αὐτοκράτορας Μαρκιανός καί ἡ σύζυγός του Πουλχερία (450-457 μ.Χ.) καί εἶχαν τοποθετηθεῖ σέ αὐτόν τά ἐντάφια σπάργανα τῆς Θεομήτορος, πού εἶχαν ἀποσταλεῖ ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰουβενάλιο (422-458 μ.Χ).

Ἐκεῖ μαζί μέ ἄλλα ἱερά κειμήλια φυλασσόταν καί ἡ περίφημη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου τῆς Βλαχερνίτισσας, τήν ὁποία ἔφεραν μαζί τους οἱ Βυ-ζαντινοί αὐτοκράτορες στίς ἐκστρατεῖες τους.

Ὁ ναός καταστράφηκε τό 1070 ἀπό πυρκαγιά, καί ἀφοῦ ἀνοικοδομήθηκε ἀπό τόν Ρωμανό Γ΄ τόν Ἀργυρό (1028-1034), κάηκε ἐκ νέου ἀπό ἀπροσεξία, στίς 19 Ἰουλίου 1434.

Στή Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς παρίστατο στό ναό καί ὁ αὐτοκράτορας.

9 Ἰουλίου

† Ἀνάμνησις ἐγκαινίων τοῦ σεβασμίου οἴκου τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τοῦ ὄντος ἐν τῇ Πηγῇ.

18 Ἰουλίου

† Ἀνάμνησις ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν τοῖς Καλλιστράτου.

21 Ἰουλίου

† Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν τοῖς Ἀρματίου.

26 Ἰουλίου

† Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, πέραν ἐν τῷ Παγιδίῳ, πλησίον τοῦ νέου Ἐμβόλου.

28 Ἰουλίου

† Ἀνάμνησις ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν τοῖς Διακονίσσης.

31 Ἰουλίου

† Ἀνάμνησις ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν Βλαχέρναις.

Αὔγουστος

7 Αὐγούστου

† Ἀνάμνησις ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν Γοργιαναῖς.

8 Αὐγούστου

† Ἀνάμνησις ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν Ἱεροσολύμοις.

11 Αὐγούστου

† Ἀνάμνησις ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς Ἐλεούσης.

14 Αὐγούστου

† Προεόρτια τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου.

15 Αὐγούστου

† Ἡ Κοίμησις τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου.

Ἡ προετοιμασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως στὰ Ἱεροσόλυμα ἔγινε μὲ μία ἑορτὴ γύρω ἀπὸ τὸ λεγόμενο «Κάθισμα» τῆς Θεοτόκου.

Πρόκειται περὶ μιᾶς τοποθεσίας τρία μίλα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, καθ᾿ ὁδὸν πρὸς τὴν Βηθλεέμ, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου σχετικά μὲ τὴ Θεοτόκο.

Ο Κύριλλος Σκυθοπολίτης ἀναφέρει ὅτι, κατὰ τὸν 5ο αἰώνα στὸ «Κάθισμα» αὐτὸ ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ὁ δὲ Θεόδωρος Πέτρας (βιογράφος τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου) μαρτυρεῖ περὶ «μνήμης τῆς Θεοτόκου», ἡ ὁποία ἐτελεῖτο «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ» γύρω ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο ναό.

Οἱ ἑορτολογικὲς ἐξελίξεις ἐμφανίζονται καταιγιστικὲς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰῶνος μ.Χ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μαρκιανὸς (450-457 μ.Χ.) ἔκτισε ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου στὴν Γεθσημανῆ.

Τρία ἔτη μετὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος, τὸ 460 μ.Χ., ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ ἑορτασμὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὶς 15 Αὐγούστου καὶ στὸ συγκεκριμένο ναὸ καὶ ἐκτοπίζεται ἡ παλαιὰ θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος».

Ἡ ἐπισημοποίηση τοῦ ἑορτασμοῦ κατὰ τὶς 15 Αὐγούστου στὰ Ἱεροσόλυμα ἐπισυμβαίνει περὶ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ., διὰ διατάγματος τοῦ αὐτοκράτορος Μαυρικίου (582-602 μ.Χ.), τὸ ὁποῖο περιέβαλε μὲ νομικὴ ἰσχὺ μία μακραίωνη θεομητορικὴ παράδοση.

16 Αὐγούστου

† Ἡ ἐν τῷ ναῷ τῆς Πηγῆς τοῦ ἁγιάσματος ἐξάντλησις καί αὖθις ἀνάδοσις.

Ἡ ἑορτή τελεῖται σέ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος τῆς ἐξαντλήσεως καί τῆς ἀναδόσεως πάλι τοῦ ἁγιάσματος στό ναό τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στην Κωνσταντινούπολη, κατόπιν μεγάλου σεισμοῦ.

17 Αὐγούστου

† Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν τοῖς Ἀρματίου.

31 Αὐγούστου

† Ἡ κατάθεσις τῆς τιμίας Ζώνης τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις.

Ὁ αὐτοκράτορας Ἀρκάδιος (395-408 μ.Χ.) ἀνεκόμισε στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τά Ἱεροσόλυμα τήν Τίμια Ζώνη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πού φυλασσόταν μέχρι τόν καιρό ἐκεῑνο μαζί μέ τόν Τίμιο Χιτώνα τοῦ Κυρίου ἀπό κάποια γυναίκα παρθένο, καί τήν τοποθέτησε σέ λαμπρή θήκη, τήν ὁποία καί ὀνόμασε Ἁγία Σορό.

Μετά παρέλευση τεσσάρων αἰώνων, ὁ βασιλέας Λέων Στ΄ ὁ Σοφός (886-912 μ.Χ.), χάριν τῆς ἄρρωστης γυναίκας του Ζωῆς, ἄνοιξε τήν Ἁγία Σορό, καί ἡ βασίλισσα ἀνέκτησε τήν ὑγεία της, ὅταν ὁ Πατριάρχης ἔθεσε τήν Ἁγία Ζώνη ἐπ’ αὐτῆς.

Ἡ Ἁγία Ζώνη βρέθηκε νεοῢφαντη, ἀπαστράπτουσα, ἔχοντας σφραγίδα μέ χρυσή βούλα, καί κωδίκελλο πού παρουσίαζε μέ λε-πτομέρεια τό χρόνο, τήν ἴνδικτο, καί τήν ἡμέρα πού προσκομί-σθηκε στήν Κωνσταντινούπολη.

† Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἀνακαίνισις τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν τῷ Νεωρίῳ.

Ὁ ἀρχικός ναός τῆς Παναγίας εἶχε ἀνεγερθεῖ κατά τούς χρόνους τῆς αὐτοκράτειρας Θεοδώρας καί τοῦ υἱοῦ της Μιχαήλ (830-856 μ.Χ.) καί ἀνῆκε στόν πατρίκιο Ἀντώνιο.

Αὐτός κάτω ἀπό τό ναό εἶχε κατασκευάσει λουτρό, γιά ἰδιωτική χρήση, τό ὁποῖο μέ θεία χάρη προσέλαβε ἰαματική δύναμη, ὥστε πολλοί πιστοί νά προσέρχονται σέ αὐτό καί νά θεραπεύονται.

Μετά τό θάνατο τοῦ Ἀντωνίου, ὁ ναός παραμελήθηκε καί ἐρημώθηκε, καί ὁ αὐτοκρά-τορας Ρωμανός Α΄ ὁ Λεκαπηνός (920-944 μ.Χ.) διέταξε τήν κατεδάφισή του καί τή χρησιμοποίηση τῶν ὑλικῶν σέ ἄλλη οἰκοδομή.

Ἡ Θεοτόκος ὅμως ἐμφανίσθηκε στόν ἐπιστάτη τῆς κατεδαφίσεως, τήν ὥρα πού ἐκεῖνος κοιμόταν, καί εἶπε πρός αὐτόν ὅτι ἔπρεπε ὁ αὐτοκράτορας νά ἀνακαινίσει τόν ναό.

Αὐτός ἔσπευσε καί ἀνακοίνωσε τό ὅραμα στόν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος διέταξε τήν ἄμεση ἀνακαίνιση τοῦ ναοῦ καί μέ χρυσόβουλο καθόρισε ἐτήσια χορηγία γιά ἀξιοπρεπή διατήρησή του.

Γιά νά μήν ἐγκαταλειφθεῖ στή συνέχεια προσάρτησε αὐτόν, ὡς μετόχι, στή μονή τοῦ Ραίκτορος κοντά στήν Χρυσούπολη.

Σεπτέμβριος

1 Σεπτεμβρίου

† Ἀνάμνησις τοῦ θαύματος τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν τῇ μονῇ Μιασηνῶν.

Ἡ θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Μονῆς τῶν Μιασηνῶν ἐρρίφθηκε στή λίμνη τῆς Γαζουροῦ γιά νά μήν τή καταστρέψουν οἱ εἰκονομάχοι.

Μετά ἀπό πολλά χρόνια, ἀνεφάνη ἄσπιλη ἀπό τά νερά τῆς λίμνης μέ θαυματουργικό τρόπο καί κατατέθηκε στή Μονή.

Ἡ Σύναξη αὐτῆς ἐτελεῖτο «ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις καί ἐν τοῖς Οὐβρικίου».

6 Σεπτεμβρίου

† Ἀνάμνησις ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, εἰς τό Δεύτερον ἐν τῷ οἴκῳ τῆς Ἁγίας Ἄννης.

8 Σεπτεμβρίου

† Τό Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας.

Ὅταν ὁ δημιουργός Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο γιά ἔργα ἀγαθά, γιά νά ἀναγνωρίζει μόνο Αὐτόν καί νά ἐνεργεῖ τό θέλημά Του, τόν φθόνησε ὁ διάβολος.

Καί πρῶτα παραπλάνησε τόν Ἀδάμ, ἀφοῦ τόν ἐξαπάτησε μέ τή γυναίκα του Εὔα.

Στή συνέχεια ἔπεισε καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους νά ἐγκαταλείψουν τόν Θεό, καί νά προσκυνοῦν τά εἴδωλα.

Σπλαχνιζόμενος, λοιπόν, ὁ Θεός τό πλάσμα Του, ἔδωσε το Νόμο καί τούς Προφῆτες, καί ἀπέστειλε τόν Υἱό Αὐτοῦ τόν Μονογενή, γιά νά λυτρώσει τούς ἀνθρώπους ἀπό τό θάνατο καί τήν ἁμαρτία.

Πρός ἐκπλήρωσιν τοῦ σχεδίου τῆς Θείας Οἰκονομίας εὐδόκησε ὁ Θεός νά γεννηθεῖ ἡ Παναγία πού ἐπρόκειτο νά γεννήσει τόν Κύριο, ἀπό τούς Ἁγίους Θεοπάτορες Ἰωακείμ καί Ἄννα.

Σέ αὐτούς πού προσεύχονταν, ὁ Θεός ὑποσχέθηκε νά δώσει καρπόν κοιλίας.

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου μαρτυρεῖται στὸ Πρωτευαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου.

Σύμφωνα μὲ παλαιὰ παράδοση, ἡ πατρικὴ οἰκία τῆς Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν ὁποία ἐγεννήθηκε, βρισκόταν κοντὰ στὴν προβατικὴ κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδά, στὴν πύλη εἰσόδου τῶν ποιμνίων στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου συντελέστηκε τὸ θαῦμα θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ ἀπὸ τὸ Χριστὸ (Ἰω. 5, 1-19).

Ἡ παράδοση αὐτὴ εἶναι γνωστὴ καὶ κατὰ τὸν 9ο αἰ., ὅταν ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ὅτι «ἐτέχθη ἡμῖν μήτηρ Θεοῦ ἐν ἁγίᾳ προβατικῇ».

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰῶνος μ.Χ., στόν τόπο τῆς προβατικῆς κολυμβήθρας ἐκτίσθηκε μία Ἐκκλησία χωρὶς σχέση μὲ τὴν Θεοτόκο.

Ἕναν αἰώνα ἀργότερα, στὸ ναὸ αὐτὸ ἄρχισε νὰ τιμᾶται τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, λόγῳ τῆς ἐγγύτητάς του μὲ τὴν πατρικὴ οἰκία τῆς Θεοτόκου, ὁπότε καὶ μαρτυρεῖται ὡς ναὸς τῆς «Κυρίας Θεοτόκου».

Ἡ συνάφεια τῆς προβατικῆς κολυμβήθρας μὲ τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ἐμπερικλείει καὶ μία μεταφορικὴ ἀναλογία, ἐφόσον ἡ ἐν λόγῳ κολυμβήθρα ἀποτε-λοῦσε πηγὴ ἰάσεων, ἐνῶ ἡ γέννηση τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱεροσολυμιτικὴ ἔναρξη τῆς ἑορτῆς, ὅπως μαρτυρεῖ καὶ ὁ Κώδικας Τιμίου Σταυροῦ 40 (10ος αἰ.). Η ἑορτὴ εἰσήχθη στὴν Κωνσταντινούπολη τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.

Ἡ πρώτη μαρτυρία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εὑρίσκεται στὸ Πασχάλιον Χρονικόν. Φαίνεται ὅτι εἰσηγητὴς τῆς ἑορτῆς στὴν Κωνσταντινούπολη ὑπῆρξε ὁ Αγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ὁ ὁποῖος ἔφθασε ἐκεῖ τὸ 685 μ.Χ. προερχόμενος ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, τόπο γενέσεως καὶ ἰσχύος τῆς ἑορτῆς.

Ὀκτώβριος

1 Ὀκτωβρίου

† Μνήμη τῆς Ἁγίας Σκέπης.

Ἡ καθιέρωση τῆς ἑορτῆς ἔγινε μέ ἀφορμή τήν ἐμφάνιση τῆς Θεομήτορος σέ ὅραμα μέσα στό ναό τῶν Βλαχερνῶν τῆς Κωνσταντινούπολεως τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Σοφοῦ (886-911 μ.Χ.).

Τό ὅραμα αὐτό εἶδαν δύο μοναχοί, ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας, ὁ διά Χριστόν σαλός, καί ὁ φίλος του Ἐπιφάνιος πιθανῶς λίγο πρό τῆς κοιμήσεως τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου (936 μ.Χ.).

Στό κεφάλαιο 24ο τοῦ Βίου τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ἀναφέρεται τό γεγονός τῆς ὀπτασίας τῆς Θεοτόκου.

Στό ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν, στήν Κωνσταντινούπολη, ἐτελεῖτο ὁλονύκτιος ἀγρυπνία καί οἱ πιστοί μέ ὕμνους καί προσευχές δοξολογοῦσαν τόν Κύριο.

Κατά τή διάρκεια τῆς ἱερᾶς ἀγρυπνίας καί περί τήν τετάρτη ὥρα τῆς νυκτός, οἱ Ἅγιοι Ἀνδρέας καί Ἐπιφάνιος εἶδαν μεγαλοπρεπή γυναίκα νά προχωρᾶ ἀπό τήν Ὡραία Πύλη μέ συνοδεία Ἀγγελικῶν Δυνάμεων, Προφητῶν (Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος), Ἀποστόλων (Ἰωάννης ὁ Θεολόγος) καί Ἁγίων.

Πολλοί Ἅγιοι προπορεύονταν μέ λευκές στολές ψάλλοντες ἱερούς ὕμνους. Ἡ γυναίκα αὐτή ἐγονάτισε καί μέ δάκρυα στά μάτια προσευχόταν γιά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Μετά προχώρησε πρός τό Θυσιαστήριο καί προσευχήθηκε γιά τό λαό, ὁ ὁποῖος ἦταν συναγμένος στό ναό.

Κατόπιν ἔβγαλε τό μαφόριο πού εἶχε στήν κεφαλή της καί ἐσκέπασε τόν παρευρισκόμενο λαό.

Οἱ μοναχοί ἔβλεπαν ὑπεράνω τοῦ λαοῦ τό ἁπλωμένο μαφόριο τῆς Θεοτόκου, πού ἔλαμπε, ὡς ἀστραπή, καί ἦταν ἕνα σημεῖο τῆς παρουσίας τῆς Θεομήτορος.

Μετά τήν ἀναχώρησή της ἡ Θεοτόκος ἐπῆρε μαζί της τό μαφόριο καί ἄφησε στή θέση του τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά προστατεύει τόν λαό Του.

Τήν ἐποχή ἐκείνη, ὡς εἶναι γνωστό, οἱ Χριστιανοί στό Βυζάντιο ἀντιμετώπιζαν τίς ἐπιβουλές τῶν Ἀγαρηνῶν.

Ὅταν ἐνίκησαν τίς ἐχθρικές αὐτές δυνάμεις, ἑόρτασαν τήν ἑορτή τῆς Σκέπης τῆς Θεοτόκου, ἐκφράζοντες τήν εὐγνωμοσύνη τους γιά τή βοήθεια καί τήν προστασία της.

Ἡ μετάθεση τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀπό τήν 1η Ὀκτωβρίου κατά τήν 28η Ὀκτωβρίου, στήν Ἑλλάδα, ἔγινε τό 1952 μέ απόφαση τῆς Ἱεράς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ελλάδος.

Νοέμβριος

21 Νοεμβρίου

† Μνήμη τῆς ἐν τῷ ναῷ εἰσόδου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει την ἡμέρα αὐτή τήν εἴσοδο τῆς Ὑπερευλογημένης Θεοτόκου, τῆς Παναγίας μας, στά Ἅγια τῶν Ἁγίων.

Γράφει, μέ ἀφορμή τήν ἑορτή, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ἐπειδή ἡ Παναγία εἶχε ἔνοικη τή θεοειδῆ χάρη παραπάνω ἀπό ὅλους, ἔπρεπε νά τήν ἀξιώσει τό ἀνώτερο ἀπό ὅλους, νά τήν εἰσαγάγει στά ἅγια τῶν ἁγίων καί… δέν εἰσήχθηκε ἁπλῶς καί μόνο στά ἅγια τῶν ἁγίων, ἀλλά καί κατά κάποιον τρόπο παραλήφθηκε ἀπό τό Θεό σέ συνοίκηση μέ Αὐτόν γιά ὄχι ὀλίγα ἔτη· ὥστε ἔτσι στόν κατάλληλο καιρό ν᾽ ἀνοιχθοῦν οἱ οὐράνιες μονές καί νά δοθοῦν γιά ἀΐδια κατοίκια σέ ὅσους πιστεύουν στήν παράδοξη γέννα της… Ἔτσι λοιπόν καί γι᾽ αὐτούς τούς λόγους ἀπετέθη δικαίως σήμερα στά ἅγια ἄδυτα σάν θησαυρός τοῦ Θεοῦ ἡ κόρη πού ἐξελέγη ἀνάμεσα στούς ἐκλεκτούς ἀπό αἰῶνες, πού ἀναδείχθηκε ἁγία τῶν ἁγίων».

Στήν ὀρθόδοξη πίστη τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό «χάραγμα» καί τό «σκῆπτρον τῆς Ὀρθοδοξίας» (Ἅγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως).

Καί ἐνῶ «γυναῖκες λέγονται ἄπειροι καί ἀνθρωποτόκοι ἀμέτρητοι καί παρθένοι μύριαι πλεῖσται καί Μαρίαι εἰσί» γιά τήν ὀρθόδοξη παράδοση καί ζωή, «κυρίως καί ἀληθῶς, μόνον καί ἰδιώτατον καί κυριώτατον καί σημαντικώτατον ἐστι τῇ ἁγίᾳ ἀχράντῳ καί ἀειδόξῳ Παρθένῳ ὄνομα τό Θεοτόκος» (Λεοντίου Βυζαντίου, Κατά Νεστοριανῶν).

Ἐμεῖς δέ, κατανοώντας τή σημασία τῆς σωτηρίας πού μᾶς ἑτοιμάσθηκε διά τῆς Θεοτόκου, ἀποδίδουμε μέ ὅλη τή δύναμή μας τήν εὐχαριστία καί τόν ὕμνο καί ἀναφωνοῦμε μαζί μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ: «Πραγματικά, ἄν ἡ εὐγνώμων γυναῖκα πού ἀναφέρεται στό σημερινό εὐαγγέλιο, μόλις ἄκουσε γιά λίγο τούς σωτηριώδεις λόγους τοῦ Κυρίου, ἀπέδωσε τό μακαρισμό καί τήν εὐχαριστία στήν Μητέρα Αὐτοῦ, ὑψώνοντας τήν φωνή της ἀπό τόν ὄχλο καί λέγοντας πρός τό Χριστό: «καλότυχη εἶναι ἡ κοιλία πού σ᾽ ἐβάστασε καί οἱ μαστοί πού ἐθήλασες» (Λουκ. 11, 27), ἐμεῖς πού ἔχουμε κοντά μας γραμμένα ὅλα τά λόγια τῆς αἰώνιας ζωῆς, καί ὄχι μόνο τά λόγια, ἀλλά καί τά θαύματα καί τά παθήματα καί τήν δι᾽ αὐτῶν ἔγερση τῆς φύσεως μας ἀπό τούς νεκρούς καί ἀνάληψή της ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, καί τήν δι᾽ αὐτῶν ἐπηγγελμένη σ᾽ ἐμᾶς ἀθάνατη ζωή καί ἀμετάτρεπτη σωτηρία, πῶς δέν θ᾽ ἀνυμνήσουμε καί μακαρίσουμε ἀδιαλείπτως τή Μητέρα Τοῦ Χορηγοῦ τῆς σωτηρίας, Τοῦ Δοτῆρος τῆς ζωῆς…».

Ἡ ἑορτή τῶν Εἰσοδίων μνημονεύεται στὸ Πρωτευαγγέλιον τοῦ Ἰακώβου, στὸ ὁποῖο περιγράφεται πῶς ἡ Παρθένος ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ τρίτο ἔτος τῆς ἡλικίας της στὸ ναό, ὅπου καὶ ἔμεινε ἕως τὸ δωδέκατο ἔτος.

Τὰ Εἰσόδια ἦσαν γνωστὰ ὡς γεγονὸς στὴν ἐκκλη-σιαστικὴ παράδοση προφανῶς ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους, ἑορτὴ ὅμως εἰς ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ δὲν μαρτυρεῖται κατὰ τοὺς πέντε πρώτους αἰῶνες.

Ὁ Αγιος Ἀνδρέας Κρήτης ὑπῆρξε ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἑορτῆς στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ δεδομένη μάλιστα τὴν ἐπισήμανση τοῦ Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως (ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰῶνος μ.Χ.) ὅτι ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων ἦταν «ἀρτιύμνητη», δηλαδὴ νεοσύστατη.

Ἡ καθολικὴ ἐπικράτησή της ἐπισυμβαίνει τὸ 12ο αἰώνα μ.Χ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μανουὴλ Α΄ Κομνηνὸς (1143- 1180) τὴν καθιερώνει ὡς ἡμέρα ἀργίας.

Δεκέμβριος

8 Δεκεμβρίου

† Ἀνάμνησις ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις.

9 Δεκεμβρίου

† Ἡ σύλληψις τῆς Ἁγίας Ἄννης, μητρός τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου.

Ὅ,τι πολυτιμότερο εἶχε νά ἐπιδείξει ἡ ἀνθρωπότητα τόσους αἰῶνες ἐντοπίζεται ἀναμφισβήτητα στό πρόσωπο τῆς πανάμωμης Μητέρας τοῦ Χριστοῦ.

Γι’αὐτό καί ἡ πατερική διδασκαλία ἀφιέρωσε μέ περισσή εὐλάβεια μεγάλο μέρος τῆς πνευματοκίνητης συγγραφικῆς προσφορᾶς της σέ μιά θεόπνευστη προσέγγιση τῶν μεγαλείων τῆς Παναγίας καί ἰδιαίτερα στή συμβολή της στό μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως.

Μόνο πού καί ἡ Ἁγία Γραφή διεκδικεῖ τό μερίδιό της σ’ αὐτή τήν προσφορά, μέ τό θεόκλητο ὄνομα τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας, πού συντίθεται ἀπό τά ἀρχικά τῶν ὀνομάτων πέντε γυναικῶν τῆς Π. Διαθήκης· τά χαρίσματά τους στόν ὕψιστο βαθμό συγκέντρωνε ἡ Παναγία τῶν Χαρίτων ὁ στέφανος, κατά τόν ἅγ. Ἀνδρέα Κρήτης.

Ἡ Παρθένος καί προφήτιδα Μαριάμ, ἀδελφή τοῦ Μωϋσῆ προεικονίζει τήν ἀειπάρθενο Κόρη, πού προφήτευσε τήν μελλοντική της δόξα στήν Ἐλισάβετ.

Ἡ ὡραία Ἀσυνέθ, γυναίκα τοῦ παγκάλου Ἰωσήφ, προτυπώνει τήν Κεχαριτωμένη νύμφη τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τή Μητέρα τήν Ἀνύμφευτη τοῦ ὡραίου κάλλει παρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ σεμνότητα καί ἡ ταπείνωση τῆς Ρεβέκκας, τῆς μητέρας τοῦ Ἰακώβ, ἀπηχεῖ στά βάθη τῶν αἰώνων τήν ταπείνωση τῆς Παναγίας, πού σ’ αὐτήν ἐπέβλεψε ὁ Θεός καί τήν ἐξέλεξε ὡς εὐλογημένη ἀνάμεσα στίς γυναῖκες γιά νά γίνει στήν ἄσπορη γαστέρα της ἄνθρωπος.

Ἔτσι σάν ἄλλη Ἰουδίθ ἡ Παναγία συνέτριψε τήν κεφαλή τοῦ νοητοῦ Ὁλοφέρνη τοῦ ἀρχέκακου Διαβόλου, καί ἀναδείχθηκε προστασία φοβερά καί ἀκαταίσχυτος τῶν ἀνθρώπων.

Τέλος, ἀντί τῆς Ἄννας πού ἐγέννησε τόν Προφήτη Σαμουήλ, τό στήριγμα τοῦ Ἰσραηλητικοῦ λαοῦ, ἡ Πανάχραντος Θεοτόκος έγέννησε τόν Σωτήρα τοῦ νέου Ἰσραήλ τῆς χάριτος.

Ἄννα ἐξ ἄλλου σημαίνει Χάρη. Ἡ στείρωση τῆς προφήτιδος Ἄννας δηλωνει τήν στειρότητα τῶν ἀνθρώπινων καρδιῶν, πρίν φανερωθεῖ ὁ Θεάνθρωπος.

Αὐτή ἡ στειρότητα καταλύθηκε στό πρόσωπο τῆς Παρθένου Μαρίας πού καλλιέργησε σέ ἄφθαστο βαθμό τό θεοπόθητο ἦθος τῶν ἀρετῶν καί σάν Κεχαριτωμένη γέννησε τόν Χριστό, πού ἔλυσε τά δεσμά αὐτῆς τῆς στειρότητος.

Ἔτσι ἔγινε συναίτιος τῆς παγκόσμιας ἀπολύτρωσης καί τοῦ ἁγιασμοῦ, ἔμψυχος παράδεισος, πού ἐγέννησε τόν Χριστό καί τροφοδοτεῖ μέ τή χάρη της ὅλη τήν Ἐκκλησία.

Τροφοδοτεῖ μέ τή Χάρη τήν ὁποία βρῆκε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως τῆς φανέρωσε ὁ Εὐαγγελιστής Ἀρχάγγελος καί ὅπως ἐκστατικά τό ἐξυμνεῖ ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἰεροσολύμων: «Μή φοβᾶσαι Μαριάμ, γιατί βρῆκες ἀπό τόν Θεό τήν ἀθάνατη Χάρη (τήν ὑπέρλαμπρη, τήν περιλάλητη, τήν ὑπέρφωτη, τήν ἀξόδευτη, τήν σωτήρια, τήν αἰώνια). Αὐτήν πού κανείς δέν τήν εἶδε… κανείς δέν μπόρεσε νά τή δεχθῆ. Βέβαια πρίν ἀπό σένα, ὑπῆρξαν ἄλλοι πολλοί ἅγιοι, ἀλλά κανένας τους ὡσάν ἐσένα, δέν χαριτώθηκε (δέν μακαρίσθηκε, δέν καθαγιάσθηκε, οὔτε δοξάσθηκε, οὔτε ὑπερυψώθηκε, ὅπως ἐσύ)… κανένας δέν πλησίασε τό Θεό οὔτε δέχθηκε τοῦ Θεοῦ τή χάρη σάν ἐσένα. Ξεπερνᾶς ὅλα ὅσα θαυμάζουν οἱ ἄνθρωποι εἶσαι ἀνώτερη ἀπό ὅλα μαζί τά δῶρα πού ἔδωσε ὁ Θεός σέ ὅλους».

Οἱ πρῶτες μαρτυρίες τελέσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Συλλήψεως ἀνάγονται στὰ τέλη τοῦ 7ου ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰώνος μ.Χ..

Ἔκτοτε, ἡ ἑορτὴ διαδόθηκε εὐρύτατα, μὲ ἀποκορύφωμα τὸ 12ο αἰώνα, ὅταν ἐπὶ αὐτοκράτορος Μανουὴλ τοῦ Κομνηνοῦ ἔλαβε ἐπίσημο κρατικὸ χαρακτήρα.

Τὸ ἀρχαιότερο ἐγκώμιο τῆς ἑορτῆς εἶναι ὁ Λόγος εἰς τὴν Σύλληψιν τῆς Ἁγίας Ἄννης τοῦ Ἰωάννου μοναχοῦ καὶ πρεσβυτέρου Εὐβοίας (8ος αἰ.).

Στὸ κείμενο αὐτὸ ἐξιστοροῦνται τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀτεκνία τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας, μὲ τὴν ἀπόρριψη τῶν δύο ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ περιβάλλον τους λόγῳ τῆς ἀτεκνίας τους, μὲ τὴ θερμὴ προσευχὴ τοῦ καθενὸς σὲ διαφορετικὸ τόπο, καθὼς καὶ μὲ τὴν πληροφόρηση τοῦ Θεοῦ ὅτι ἡ προσευχή τους εἰσακούστηκε.

Ὁ Εὐθύμιος Κωνσταντινουπόλεως (†917 μ.Χ.) ἀπο-καλεῖ τὴν ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως ὡς «πρώτη ἀπ᾿ὅλες τὶς ὑπόλοιπες», ὡς «πρόξενο τῆς σωτηρίας» μας καὶ ὡς «πάταξη» τοῦ «ὄφεως», ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς ἀναιρέσεως τῶν ἐπιπτώσεων τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος.

26 Δεκεμβρίου

† Ἡ Σύναξις καί ἡ εἰς Αἴγυπτον φυγή τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου.

Ὅταν οἱ Μάγοι προσκύνησαν τόν Χριστό, ἀναχώρησαν γιά τήν πατρίδα τους, χωρίς νά περάσουν ἀπό τό βασιλέα Ἡρώδη.

Τότε Ἄγγελος Κυρίου ἐφάνηκε σέ όνειρο στόν Ἰωσήφ καί τοῦ εἶπε νά πάρει τό παιδί μέ τή μητέρα Του καί νά φύγει στήν Αἴγυπτο.

Καί ἔμειναν ἐκεῖ, μέχρι πού ἀπέθανε ὁ Ἡρώδης, γιά νά ἐπαληθευθεῖ ἔτσι ἐκεῖνο πού λέχθηκε διά τοῦ Προφήτου Ὠσηέ: «Ἐξ Αὐγύπτου ἐκά-λεσα τόν υἱόν μου».

Μετά τή φυγή τοῦ Κυρίου στήν Αἴγυπτο, ὁ Ἡρώδης ἀπέστειλε στρατιῶτες καί ἐθανάτωσαν ὅλα τά παιδιά πού ἦταν στήν Βηθλεέμ καί τά περίχωρά της, ἀπό ἡλικίας δύο ἐτῶν καί κάτω, διότι ἐφοβόταν ὅτι ὁ Χριστός θά τοῦ στεροῦσε τή βασιλεία.

Ἡ φυγή τοῦ Κυρίου στήν Αἴγυπτο, κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, φράσσει καί τά στόματα τῶν αἱρετικών.

Διότι, ὅπως γράφει, ἐάν δέν ἔφευγε ὁ Κύριος καί φονευόταν ἀπό τόν Ἡρώδη, δεν θά εἶχε συντελεσθεῖ ἡ σωτηρία τῶν ανθρώπων.

Ἐάν πάλι τόν συνελάμβαναν καί δέν φονευόταν, θά ἔλεγαν πολλοί ὅτι δέν ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλά μόνο κατά δόκηση καί φαντασία.

Ἔπειτα, ἡ φυγή αὐτή φανερώνει ἄλλη μιά φορά, ὅτι τίποτα δέν μπορεῖ νά ματαιώ-σει τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος διακρατεῖ στά χέρια Του τήν ἱστορία τοῦ κόσμου.

Πεντηκοστάριον

† Τῇ Δευτέρᾳ τῆς Διακαινησίμου, ἡ σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεο-τόκου «Ἄξιόν ἐστιν», ἐν Καρυαῖς τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἡ ἱερά εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου «Ἄξιόν ἐστιν» φυλάσσεται στό ναό τοῦ Πρωτάτου στίς Καρυές τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Εἶναι ἡ ἐφέστιος τῶν ἐφεστίων εἰκόνα, τό Παλλάδιον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πολυτίμητη καί πολυσέβαστη ἀπό τούς Πατέρες καί μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τούς εὐλαβεῖς προσκυνητές.

Τή δεύτερη ἡμέρα τοῦ Πάσχα τελεῖται στό ναό τοῦ Πρωτάτου πανηγυρική Θεία Λειτουργία καί ἀκολουθεῖ λιτανεία τῆς θαυμα-τουργοῦ εἰκόνος στά ὅρια τῆς Σκήτης τῶν Καρυῶν.

Ἡ Παναγία στήν εἰκόνα αὐτή κρατεῖ στό δεξιό βραχίονά της τόν Χριστό καί περνᾶ τό ἀριστερό χέρι κάτω ἀπό τούς πόδες Του.

Σκύβει τήν κεφαλή της καί τό ἀκουμπᾶ μέ τρυφερότητα στήν κεφαλή τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι γερμένη στόν δεξιό ὦμο.

Φοράει βαθυπράσινο χιτώνα μέ χρυσές παρυφές, σκοῦρο μαφόριο μέ χρυσά κρόσσια καί πέπλο μέ χρυσδή παρυφή, διακοσμημένο μέ πολύτιμες πέτρες. Μαφόριο καί πέπλο διανθίζονται μέ ἀργυρο κονδυλιές.

Ὁ Χριστός κάθεσται στήν ἀγκαλιά τῆς Παναγίας καί ἔχει τήν κεφαλή του γερμένη στόν δεξιό ὦμο.

Μέ τό ἀριστερό χέρι κρατᾶ ἀπό τήν παρυφή τό πέπλο τῆς Παναγίας, ἐνῶ μέ τό ἀριστερό χέρι ἀγγίζει μισάνοικτο εἰλητάριο, πού κρατᾶ ἡ Παναγία, μέ τήν ἐπιγραφή «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ οὐ ἕνεκεν ἔχρισέ με εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με».

Φοράει γκριζόλευκο, λεπτό ἀχειρίδωτο χιτώνα, πορτοκαλί ἐπενδύτη μέ χρυσοκονδυλιές, χωρίς μανίκια, ἀνοικτό μπροστά στό στῆθος, καί ζώνη πράσινη μέ χρυσοκονδυλιές.

† Τῇ Παρασκευῇ τῆς Διακαινησίμου, ἑορτάζομεν τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ἔτι δέ καί μνείαν ποιούμεθα τῶν ἐν τούτῳ τελεσθέντων ὑπερφυῶν θαυμάτων παρά τῆς Θεομήτορος.

Ἡ Θεομητορική ἑορτή τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καθιερώθηκε ὡς ἐπέτειος τῶν ἐγκαινίων τοῦ νέου ἱεροῡ ναοῦ καί τοῦ παρεκκλησίου πρός τιμήν τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στό Βαλουκλῆ ἤ Μπαλουκλῆ τῆς Κωνσταντινούπολης, πού εἶναι το ἱερό χριστιανικό ἁγίασμα τῆς Παναγίας ἔξω ἀπό τή δυτική πύλη τῆς Σηλυβρίας, ὅπου ὑπῆρχαν τά λεγόμενα «παλάτια τῶν πηγῶν» στά ὁποῖα οἱ Βυζαντινοί αὐτοκράτορες παραθέριζαν τήν ἄνοιξη.

Πῆρε τήν ὀνομασία του ἀπό τό τουρκικό ὄνομα balık (= ψάρι) καί περιλαμβάνει τό μοναστήρι, τήν ἐκκλησία καί τό ἁγίασμα.

Γιά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγιάσματος ὑπάρχουν δύο ἐκδοχές: α. Ἡ πρώτη, πού ἐξιστορεῖ ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος ἀναφέρει ὅτι: ὁ μετέπειτα αὐτοκράτορας Λέων ὁ Θρᾶξ ἤ Λέων ὁ Μέγας (457 – 474 μ.Χ.), ὅταν ἐρχόταν ὡς ἁπλός στρατιώτης στήν Κωνσταντινούπολη, την ἐποχή τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ και Πουλχερίας (450-457), συνάντησε στή Χρυσή Πύλη ἕναν τυφλό πού τοῦ ζήτησε νερό.

Ψάχνοντας γιά νερό, μιά φωνή τοῦ ὑπέδειξε τήν πηγή. Πίνοντας ὁ τυφλός καί ἐρχόμενο τό λασπῶδες νερό στά μάτια του ἀνέβλεψε.

Ὅταν ἀργότερα ἔγινε αὐτοκράτορας, προφητική φωνή τοῦ εἶπε ποιό θά εἶναι τό μέλλον του και πώς θά ἔπρεπε νά χτίσει δίπλα στήν πηγή μία ἐκκλησία.

Πράγματι, ὁ Λέων, σέ ἀνάμνηση τοῦ διπλοῦ θαύματος, ἔχτισε μιά μεγαλοπρεπῆ ἐκκλησία πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου στό χῶρο ἐκεῖνο, τόν ὁποῖο καί ὀνόμασε «Καταφυγή».

Ὁ ἱστορικός Κάλλιστος περιγράφει τή μεγάλη αὐτή ἐκκλησία μέ πολ-λές λεπτομέρειες, ἄν καί ἡ περιγραφή ταιριάζει περισσότερο στό οἰκοδόμημα τοῦ Ἰουστινιανού.

Ἱστορικά πάντως εἶναι ἐξακριβω-μένο, ὅτι τό 536 μ.Χ. στή Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπό τόν Πατριάρχη Μηνᾶ (536 – 552 μ.Χ.), λαμβάνει μέρος καί ὁ Ζήνων, ἡγούμενος «τοῦ Οἴκου τῆς ἁγίας ἐνδόξου Παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας ἐν τῇ Πηγῇ».

β. Ἡ δεύτερη ἐκδοχή, πού ἐξιστορεί ὁ ἱστορικός Προκόπιος, τοποθετεῖται στίς ἀρχές τοῦ 6ου αἰώνα καί ἀναφέρεται στόν αὐτο-κράτορα Ἰουστινιανό.

Ὁ Ἰουστινιανός, ἄγνωστο πότε, ἦταν ἀσθε-νής καί ἀντιμετώπιζε ἐπίμονη δυσκολία στήν οὔρηση, πάθηση πού τοῦ προκαλοῦσε φρικτούς πόνους.

Οἱ εἰδικές ἀγωγές τῶν ἰατρῶν ἀπέτυχαν νά βελτιώσουν τήν κατάσταση καί ἔτσι ὁ θάνατος φαινόταν ἀναπόφευκτος μέχρι πού ἡ Θεοτόκος ἐμφανίσθηκε στόν ὕπνο τοῦ αὐτοκράτορα καί τόν προέτρεψε νά πιεῖ νερό ἀπό τήν πηγή της.

Ἡ ἐκκλησία πού ἀνηγέρθη πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου θεωρήθηκε ἀφιέρωση τοῦ αὐτοκράτορα ὡς εὐχαριστία γιά τήν ἴασή του. Ὁ ἱστορικός Ἰωάννης Κεδρηνός ἀναφέρει ὅτι χτίστηκε τό 560 μ.Χ.

Γράφοντας τόν 14ο αἰώνα γιά τὀ Ἁγίασμα τῆς Πηγῆς, ὁ Νι-κηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος παραθέτει, ἀπό διάφορες πηγές, ἕνα κατάλογο 63 θαυμάτων, ἀπό τά ὁποῖα τά 15 φθάνουν ὡς τήν εποχή τῆς βασιλείας τοῦ Ἀνδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου .

Στό μοναστήρι, ἐκτός ἀπό τόν κυρίως ναό, ὑπῆρχαν στόν εὐρύτερο προαύλειο χῶρο 3 παρεκκλήσια.

Τό πρῶτο ἐξ αὐτῶν ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ (886-912), γιά νά ἐξιλεωθεῖ ἀπό τήν ἀδικία πού διπέπραξε σέ ἕναν ἀπό τούς ἔμπιστους συνεργάτες του. Μέσῳ αὐτοῦ γινόταν ἡ πρόσβαση στό Ἁγίασμα, γιατί ἦταν κτι-σμένο ἔμπροσθεν τῆς κρύπτης.

Ἐπίσης, ἐκεῖ ἔψαλλαν οἱ μοναχοί μετά τό τέλος τῆς πρωϊνῆς Ἀκολουθίας. Ὑπάρχουν ἀναφορές γιά τό παρεκκλῆσι τῆς Ἁγίας Ἄννας ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἐπειδή ἐκεῖ ἐνταφιάσθηκε μέλος τῆς οἰκογένειάς του.

Ὁ πρῶτος αὐτός ναός θά μποροῦσε νά ἔχει καταστραφεῖ στήν ἐπιδρομή τοῦ Συμεών τῶν Βουλγάρων μεταξύ τῶν ἐτῶν 913-914.

Τό δεύτερο παρεκκλῆσι ἀνηγέρθη πρός τιμήν εἴτε τῆς Θεοτόκου εἴτε τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ ἀπό τήν Ἑλένη Ἀρταβασδίνα, ὅταν ἐκείνη μετανόησε γιά τήν ἄρνησή της νά ἐπιστρέψει τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας στό ναό της.

Τό τρίτο παρεκκλῆσι, ἄγνωστου κτήτορα, ἦταν ἀφιερωμένο στόν Ἅγιο Εὐστράτιο καί βρισκόταν κατά πᾶσα πιθανότητα στό αἴθριο τῆς μονῆς, ἀριστερά τῆς κρύπτης τοῦ Ἁγιάσματος.

Στό ναό τῆς Παναγίας προσερχόταν ὁ αὐτοκράτορας κατά τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως, γιά νά ἐκκλησιασθεῖ. Τό ἀκριβές Τυπικό πού ἀκολουθοῦσαν οἱ Βυζαντινοί τήν ἡμέρα ἐκείνη τό γνωρίζουμε μέσα ἀπό τό ἔργο De ceremoniis τοῦ Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου.

Ὁ αὐτοκράτορας καί τά μέλη τῆς Αὐλῆς ταξίδευαν μέ πλοιάριο μέχρι τήν Χρυσή Πύλη. Ἡ ἀποβίβασή τους γινόταν στήν ἀποβάθρα τῶν Πηγῶν, γιά τήν ὁποία ὑπάρχουν πολλαπλές μαρτυρίες ἀκόμη καί μετά τό 1453.

Ὅταν ἡ πομπή ἔφθανε στήν εἴσοδο πού βρισκό-ταν ἀπέναντι ἀπό τόν ναό καί εἶχε δημιουργηθεῖ εἰδικά γι’ αὐτή τήν περίσταση, κατέβαιναν ἀπό τά ἄλογά τους οἱ πατρίκιοι καί ὅλοι οἱ εὐγενεῖς.

Ὁ μόνος πού ἐπιτρεπόταν νά ξεπεζέψει μπροστά στό βα-πτιστήριο ἦταν ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας, ὁ ὁποῖος εἰσερχόταν στά διαμερίσματά του καί ἀφαιροῦσε τό στέμμα του, γιά νά ἐνδυθεῖ τήν τελετουργική χλαμύδα.

Λίγο ἀργότερα, συνοδευόμενος πάντοτε ἀπό τήν ἀκολουθία του, δεχόταν τιμές ἀπό τούς Βένετους καί τούς Πράσινους πού τοῦ προσέφεραν ἄνθη καί σταυρούς.

Ὁ αὐτοκράτορας καί ὁ Πατριάρχης εἰσέρχονταν μαζί στόν κυρίως ναό. Ἀφοῦ προσκυνοῦσε τήν Ἁγία Τράπεζα ὁ αὐτοκράτορας ἀνερχόταν μέσῳ κλίμακας στά ὑπερῶα, συμμετεῖχε ἀπό ἐκεῖ στή Θεία Λειτουργία καί ἐλάμβανε τή Θεία Εὐχαριστία ἀπό τά χέρια τοῦ Πατριάρχη.

Ὁ ναός τῆς Θεοτόκου τῆς Πηγῆς ἑόρταζε ἀρκετές φορές κατά τή διάρκεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἡ 8η Ἰανουαρίου ἦταν ἀφιερωμένη στό θαῦμα τοῦ γάμου στήν Κανᾶ.

Τήν Καθαρά Δευτέρα μνημονευόταν ἡ μετάνοια τῆς Ἑλένης Μαγίστρισσας.

Ὁ Βασίλειος Α΄ (867-886) και ὁ υἱός του Λέων ΣΤ΄ (886-912) καθιέρωσαν μεγαλοπρεπή ἑορτή στίς 25 Μαρτίου.

Τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου τῶν Πηγῶν μνημονεύονταν εἴτε στίς 9 Ἰουλίου εἴτε τήν Παρασκευή μετά τό Πάσχα.

Στίς 16 Αὐγούστου ἑορταζόταν ἡ ἐπα-ναφορά τῆς ροῆς τοῦ Ἁγιάσματος μετά ἀπό σεισμική δόνηση, πιθα-νότατα τό 541, ἐνῶ στίς 14 Αὐγούστου ἑορταζόταν ἡ πρσφορά τοῦ Πατριάρχη Εὐγενίου.

Σήμερα στήν αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ βρίσκονται οἱ τάφοι τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν. Τό Ἁγίασμα βρίσκεται στόν ὑπόγειο ναό πού ὑπάρχει μαρμαρόκτιστη πηγή με το ἁγιασμένο νερό.

Ἀπ’ ἐδώ διαδόθηκε ὁ εἰκονογραφικός τύπος τῆς Παναγίας Ζωοδόχου Πηγῆς σέ ὅλο τόν ὀρθόδοξο κόσμο.

Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ψηφι-δωτή παράσταση τῆς εἰκόνας σώζεται στόν ἐσωνάρθηκα τῆς Μονῆς τῆς Χώρας.

*Κατά τά λειτουργικά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας (Μηναῖα, Πεντηκοστάριο).
Λόγος ΛΘ´ Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Παναγίας Θεοτόκου, 2 PG 85,429B.

Μόνο ἕνας χειρόγραφος Συναξαριστής ἀναφέρει τήν ἑορτή αὐτή. Ἡ Σύναξη ἐτελεῖτο στόν περίφημο ναό τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στήν Κωνσταντινούπολη, βλ. Μ.Ι.Σ.Ν., Ἡ Ζωοδόχος Πηγή, Κωνσταντινούπολις 1937, σελ. 142. H. Delehaye, Act. Sanct. Jan. 8 Ἰανουαρίου, σελ. 380.
Ἡ Σύναξη ἐτελεῖτο στόν περίφημο ναό τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στήν Κωνσταντινού-πολη, βλ. Μ.Ι.Σ.Ν., Ἡ Ζωοδόχος Πηγή, Κωνσταντινούπολις 1937, σελ. 141.
Στίχ. 22-35.
P.G. 121, 780.
P.G. 147, 292.
Ἀμφιλοχίου Ἰκονίου, P.G. 39. Κυρίλου Ἀλεξανδρείας, P.G. 77.
Τό γεγονός τῶν ἐγκαινίων ἀναφέρεται στόν Παρισινό Κώδικα 1590 καί στόν Κώδικα 787 τῆς Μαρκιανῆς Βιβλιοθήκης. Τά ἐγκαίνια ἔγιναν τό ἔτος 1002 μ.Χ.
Λουκ. 1, 38.
Λουκ. 1, 31-33.
P.G. 92, 488C.
Λέγεται ὅτι ὁ ναός τῶν Χαλκοπρατείων ἐκτίσθηκε ἀπό τήν Πουλχερία, τό ἔτος 450 μ.Χ., καί ἦταν πρίν Ἰουδαϊκή συναγωγή. Ὁ ναός ἀπελάμβανε ἰδιαιτέρως τοῦ σεβασμοῦ τῶν Χριστιανῶν, διότι ἐκεῖ ἐφυλασσόταν ἡ Τιμία Ζώνη τῆς Θεομήτορος.
Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Περί τῆς ἐν Πνεύματι καί ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καί λατρείας 15, P.G. 68, 1005C.
«Οὐκ ἀναιρεῖ τύπους ἡ ἀλήθεια, καθίστησι δέ ἐμαφανέστερους», Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Πρός Ῥωμαίους, P.G. 74, 801D- 804A.
Βλ. Χρυσοστόμου Ἀ. Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, Σπουδή στή διδα-σκαλία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ἐκδ. «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 79.
Ζῆλα: Πόλη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας στό Γαλατικό Πόντο μεταξύ Ἀμασείας καί Σεβαστου-πόλεως.
Ι 70.
Δ΄ 39.
Ἡ ἑορτή αὐτή τῆς εὑρέσεως τῆς ἀχειροποιήτου εἰκόνος τοῦ Κυρίου στά Καμουλιανά τῆς Καππαδοκίας ἀναφέρεται καί ἀπό τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη στίς 9 Αὐγούστου.
Κατά τόν Ἱππόλυτο Delehaye.
Μανουήλ Γεδεών, Βυζαντινόν Ἑορτολόγιον, σελ. 112.
Σελ. 114.
Κατά τον Πατμιακό Κώδικα 266.
Κατά τον Λαυριωτικό Κώδικα Γ 74.
J.T.Milik, «Epigraphie et topographie palestinienne», Revue Biblique 67 (1960), σελ. 571-572. Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀρχαιολόγων [βλ. τὶς μελέτες τῶν Von Riess («Kathisma palaion», Zeitschrift für deutche Palästina-Verein 12, 1889, σελ. 17-23), G.Klameth (Die neutestamentlichen Lokaltraditionen Palästinas in der Zeit vor den Kreuzzüngen, I, Münster, Aschendorff, 1914) καὶ F.M.Abel (Bethléem, Paris Gabalda, 1914).
Πρωτευαγγέλιον, 17, 2-3: σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση αὐτή, ἡ Θεοτόκος, καθ᾿ ὁδὸν πρὸς τὴν Βηθλεὲμ καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου στὸ συγκεκριμένο σημεῖο γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Βλ. περισσότερα στὶς μελέτες τῶν E.de Strycker (La Forme la plus ancienne de Protévangile de Jacques, Bruxelles 1961, σελ. 142-145), Capelle («Fête de la Vierge», σελ. 21) καὶ Martimort (Eglise en prière, IV, σελ. 147). Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 μ.Χ. ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος (De situ terrae sanctae, ἔκδ. Geyer, Corpus Christianorum, Series Latina 175, σελ. 124), φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾿ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο (βλ. σχετικῶς: Klameth, Die neutestamentlichen Lokaltraditionen, σελ. 60-61). Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ πληροφορία τοῦ Raes ὅτι, στὸ ἐν λόγῳ «Κάθισμα» ἡ Ραχὴλ ἐγέννησε τὸν Βενιαμὶν καὶ ἀπέθανε ἐκεῖ («Assomption», σελ. 262).
Πρβλ. E.Schwartz, Kyrillos von Skythopolis, Leipzig 1939, σελ. 236 (20). Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία αὐτή, ὁ ναὸς ἀνοικοδομήθηκε ἀπὸ μία Ρωμαία προσκυνήτρια εὐγενοῦς καταγωγῆς, τὴν Ἰκελία (ἤ Ἰκηλία) κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβενάλιου Ἱεροσολύμων (417-458 μ.Χ.).
Βίος Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ἔκδ. Usener, Theodosios, σελ. 58.
Στεφανίδου Βασιλείου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, σελ. 317. Ἐὰν λάβουμε ὑπόψη τὸ «ἀρμενικὸν λεκτσιονάριον» ἤ «ἐκλογάδιον», τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε σὲ παράρτημα ὁ F.C.Conybeare (Rituale Armenorum, Oxford, Clarendon Press, 1905, σελ. 507-527) καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκδότης ἰσχυρίζεται ὅτι καταγράφει τὴ λειτουργικὴ πράξη τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν 6ο αἰ., συμπεραίνουμε ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑφίστατο ἀκόμα ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ ἴσχυε ἡ ἑορτὴ μὲ τὸ γενικὸ θεομητορικὸ περιεχόμενο (ἡ ἑορτὴ τοῦ «καθίσματος»). Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ ἐνισχύεται ἀπὸ τὰ ὑπὸ τοῦ «λεκτσιοναρίου» ἀναφερόμενα περὶ ἑορτῆς τῆς Θεοτόκου στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου πρὸ τοῦ 479 μ.Χ. (βλ. σχετικῶς Capelle, «Fête de la Vierge», σελ. 19-20). Τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. ὑφίσταται ἀκόμα ἡ παλαιὰ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος» ἐπισημαίνεται καὶ ἀπὸ τὸν C.Andronicof (Le sens des fêtes, τ. I, Paris, Cerf, 1970, σελ. 279).
Βλ. Σιώτη Μάρκου, Λατρεία Θεοτόκου, σελ. 11. Martimort, Eglise en prière, IV, σελ. 147.
Βλ. Σπουρλάκου- Εὐτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος, σελ.64.
Τὴν πληροφορία αὐτὴ παρέχει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος: «Τάττει δὲ καὶ Μαυρίκιος τὴν τῆς πανάγνου καὶ θεομήτορος κοίμησιν, κατὰ τὴν πεντεκαιδεκάτην τοῦ Αὐγού-στου μηνὸς» (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 17, 28, P.G 147, 292Α-Β).
Γαζαροῦ κατά τόν Κώδικα 1578 τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ταῶν Παρισίων (αἰ. 15ος -16ος , Συναξαριστής Σεοτεμβρίου-Φεβρουαρίου, Ζαγουροῦ κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, Συναξαριστής, ἔκδ. Βενετίας 1819.
Τό ναό τῆς Ἁγίας Ἄννης ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτοροας Ἰουστινιανός ὁ Μέγας.
«Ἐπληρώθησαν δὲ οἱ μῆνες αὐτῆς· ἐν δὲ τῷ ἐνάτῳ μηνὶ ἐγέννησεν ἡ Ἄννα. Καὶ εἶπεν τῇ μαίᾳ. Τὶ ἐγέννησα; Ἡ δὲ εἶπεν, Θῆλυ. Καὶ εἶπεν Ἄννα. Ἐμεγαλύνθη ἡ ψυχή μου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ· καὶ ἀνέκλινεν αὐτήν. Πληρωθεισῶν δὲ τῶν ἡμερῶν ἀπεσμήξατο Ἄννα, καὶ ἔδωκεν μασθὸν τῇ παιδί, καὶ ἐπωνόμασεν τὸ ὄνομα αὐτῆς Μαριὰμ», (C. Tischendorf, Apocrypha, σελ. 10-11).
Λόγος εἰς τὸ Γενέσιον, 6, ἔκδ. P.Voulet, Sources Chrétiennes 80, 1961, σελ. 60. Ὁ P. Voulet σημειώνει ὅτι ὁ λόγος τοῦ Δαμασκηνοῦ ἐξεφωνήθη προφανῶς στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ μᾶλλον ἐγγὺς τοῦ παρὰ τὴν προβατικὴ κολυμβήθρα ναοῦ (σελ. 8).
A. Raes, «Assomption», σσ. 267-268/ Ἰ. Ἀναστασίου, Εἰσόδια, σελ. 44.
A. G. Martimort, Eglise en prière, IV, σελ. 147. Ἰ. Καλογήρου, «Μαρία», στ. 664.
Αὐτὸ τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ.Δαμασκηνὸς (Λόγος εἰς τὸ Γενέσιον, 1, ὅ.π., σελ. 9).
J. Mateos, «Le Typicon de la Grande Eglise», τ. I, Roma 1962, σελ. 18 (Orientalia Christiana Analecta 165).
Στεφανίδου Βασιλείου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, σελ. 317.
A. Raes, «Assomption», σελ. 268.
K.A.Kellner, Heortologie (oder die geschichtliche Entwicklung des Kirchenjahres und der Heilgenfeste), Freibourg i.Br., Herder, 1096, σελ. 169. Ὁ Ἀνδρέας Κρήτης συνέγραψε τέσσερις Λόγους περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεσίου: Λόγος Α΄, Ἐγκώμιον εἰς τὸ Γενέθλιον τῆς Υπεραγίας Θεοτόκου, P.G 97, 805A-820D/ Λόγος Β΄, Εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Υπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Μετὰ ἀποδείξεως, ὅτι ἐκ σπέρματος κατάγεται Δαβίδ, P.G 97, 820D-844B/ Λόγος Γ΄, Εἰς τὴν Γενέθλιον ἡμέραν τῆς παναμώμου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, καὶ ἀπόδειξις ἐκ Παλαιᾶς ἱστορίας, καὶ διαφόρων μαρτυριῶν, ὅτι ἐκ σπέρματος κατάγεται Δαβίδ, PG 97, 844Β-861Β/ Λόγος Δ΄, Εἰς τὴν ἁγίαν γέννησιν τῆς Υπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Αειπαρθένου Μαρίας, P.G 97, 861Β-881Β.
Tischendorf, Apocrypha, σελ. 14-15.
Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς Υπεραγίας Θεοτόκου, Α΄, P.G 98, 292C.
M. Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P. Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σελ. 483.
Ἰ. Καλογήρου, «Μαρία», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, 8, 1966, στ. 664.
P.G 96, 1459C- 1500B.
Ἐγκώμιον εἰς τὴν σύλληψιν τῆς ἁγίας Ἄννης, 7, ἔκδ. M.Jugie, «Homelies mariales byzantines», ἐν P. Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σελ. 503 (26-30).
Ματθ. 2, 13-18.
Ὠσ. 11, 1
Ἡσ., κεφ. 61.
Ἡ πρώιμη ἱστορία τῆς μονῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ δέν εἶναι γνωστή μέ βεβαιότητα. Ἡ παράδοση πού τή συνοδεύει τοποθετεῖ τήν ἵδρυσή της τόν 6ο αἰώνα ἀπό τόν Θεόδωρο Μετοχίτη, ἐνῶ ἔχει ἀποδοθεῖ καί στόν Κρίσπο, γαμπρό τοῦ αὐτοκράτορα Φωκᾶ (7ος αἰ.). Σήμερα ἔχει αποδειχθεῖ πώς ὁ ναός χτίστηκε τό διάστημα 1077-81 ἀπό τήν πεθερά τοῦ o “Αλέξιος Α'” Ἀλεξίου Κομνηνοῦ Μαρία Δούκαινα, στή θέση παλαιότερων κτισμά-των πού χρονολογοῦνται τόν 6ο καί 9ο αἰώνα. Ἡ μονή μετατράπηκε σέ ὀθωμανικό τέμενος μέ εντολή τοῦ μεγάλου βεζίρη τοῦ σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512) πού ἔγινε γνωστό ὡς Καριγιέ Τζαμί. Σημαντικό μέρος τῆς διακόσμησης τοῦ ναοῦ κατα-στράφηκε. Τά ψηφιδωτά καί οἱ εἰκόνες εἶναι ἀπό τίς ὡραιότερες βυζαντινές δημιουρ-γίες.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.