Βρισκόμαστε στην Α’ Κυριακή των Νηστειών και καλούμαστε να οδεύσουμε το υπόλοιπο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με άσκηση πνευματική και εκκλησιαστική ζωή.

Σήμερα η Εκκλησία μας όρισε, όπως εορτάζεται ο θρίαμβος της ορθόδοξης πίστης ενάντια στην αίρεση της Εικονομαχίας.

Πολλοί ίσως από άγνοια, άλλοι από αδιαφορία, αλλά και εμείς, οι λεγόμενοι της Εκκλησίας, προσπερνούμε το κεφάλαιο της Εικονομαχίας κάπως επιπόλαια και, πάντως, όχι με επίγνωση των πραγματικών διαστάσεων του σάλου, ο οποίος κυριολεκτικά συγκλόνισε την Εκκλησία για πάνω από 110 χρόνια.

Οι πρώτες απαρχές της κατά των εικόνων πολεμικής ξεκίνησαν δειλά, δειλά από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντα Γ’ τον Ίσαυρο. Αυτός, λόγω προσωπικών αντιλήψεων, αλλά και γιατί, ως στρατηλάτης υπηρέτησε σε περιοχές των μονοφυσιτών –και αυτό έχει σημασία και θα το εξηγήσουμε πιο κάτω-, όταν έγινε Αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, υποκινούμενος και από άλλες τάσεις της εποχής του, προμελέτησε την «απαλλαγή» της Εκκλησίας από τον θεσμό των εικόνων.

Το 730 μ.Χ. ο Λέοντας, σε προσωπική επικοινωνία του με τον άγιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανό, τον καλούσε, σε πρώτο στάδιο, οι εικόνες να αναρτηθούν ψηλότερα από τα τέμπλα των ναών, ώστε απλά να υπάρχουν ως διακοσμητικά στοιχεία και, πάντως, να μην προσκυνούνται από τους πιστούς.

Και τούτο, γιατί, κατά την αντίληψή του, αποτελεί αντικανονική εκκλησιαστική πράξη, αφού αποδίδεται, κατά την εξήγησή του, προσκύνημα στην ύλη, δηλαδή το ξύλο και την μπογιά της εικόνας.

Αντιδρώντας ο άγιος Πατριάρχης Γερμανός, του απάντησε: «Αδύνατόν μοι καινοτομήσαι πίστιν, ω Βασιλεύ». Ο Λέοντας εξοργίστηκε και τότε διέταξε να αφαιρέσουν την εικόνα του Χριστού από τη Χαλκή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και από τους ναούς της Πόλης.

Και, στην αντίδραση ξανά του Πατριάρχη για τις βέβηλες ενέργειές του αυτές, ο Λέοντας έδωσε εντολή να απαγορευθεί στον Πατριάρχη Γερμανό να ξαναλειτουργήσει. Αντί αυτού, ο γενναίος Πατριάρχης, λαμβάνοντας τη γραπτή αυτοκρατορική απαγόρευση, το ίδιο βράδυ προέστη σε λειτουργική αγρυπνία.

Ωστόσο, μετά την εκκλησία, στρατιωτικό απόσπασμα τον οδηγούσε στην εξορία, για να πεθάνει εκεί. Και είναι χαρακτηριστικό αυτό, το οποίο διηγούνται, στην προκειμένη περίπτωση, οι χρονογράφοι, ότι, δηλαδή ο Ηγούμενος Θεοφάνης, χωρίς να γνωρίζει τα τεκταινόμενα, βγήκε έξω από τη Μονή του και θυμιάτιζε προς τον Κεράτιο Κόλπο, για να απορήσουν οι Πατέρες της Μονής και να ερωτήσουν, για ποιο σκοπό ο Ηγούμενός τους προβαίνει σε αυτή την ενέργεια. Και να τους απαντήσει, ότι κατευοδώνει τον Πατριάρχη Γερμανό, που οδηγείται στην εξορία.

Ενώ, αντίστοιχα, όντας στο πλοίο προς την εξορία ο Γερμανός, σηκώθηκε και ευλογούσε μέσα στη νύχτα, χωρίς να γνωρίζει, προς το μέρος του τον Θεοφάνη. Και, στην ερώτηση, γιατί προβαίνει σε αυτό, απάντησε, ότι ευλογεί τον Θεοφάνη, που τον κατευοδώνει.

Και αυτό ήταν φώτιση Θεού εκείνης της στιγμής και για τους δύο αγίους ανθρώπους.

Το καταγράφουμε αυτό, ακριβώς για να δείξουμε, ότι οι πρόμαχοι και οι υπερασπιστές των εικόνων ήταν άγιες της Εκκλησίας μας προσωπικότητες.

Αλλά και προς τον τότε Πάπα Λέοντα της Ρώμης –τότε η Εκκλησία ήταν ενωμένη-, ο Αυτοκράτορας Εικονομάχος Λέοντας ο Γ’ ζήτησε, απευθυνόμενος με επιστολή του προς αυτόν, να τον ακολουθήσει στον διωγμό των αγίων εικόνων, για να του απαντήσει ο άγιος εκείνος Επίσκοπος, ότι τα πολιτικά πράγματα είναι υπόθεση των Βασιλέων, ενώ τα εκκλησιαστικά είναι υπόθεση των Αρχιερέων.

Οπότε, σε γράμμα του, αντιδρώντας και απειλώντας, συνάμα ο Αυτοκράτορας, του διαμηνούσε: «Θα έλθω στη Ρώμη και θα κατατσακκίσω την εικόνα του αγίου Πέτρου και εσένα θα σε οδηγήσω δέσμιο στην Κωνσταντινούπολη».

Αναμφίβολα, αυτές ήταν οι απαρχές της Εικονομαχίας, με παρακολουθήματα, στη συνέχεια, τραγικά και για τους Εικονοφίλους, αλλά και για τον ίδιο τον θησαυρό των αγίων εικόνων.

Με τη δύναμη των όπλων και της εξουσίας, απογυμνώνονταν οι ναοί και οι Μονές από αμύθητα εικονικά θησαυρίσματα, τα οποία οι Εικονομάχοι παρέδιδαν στη φωτιά.

Ταυτόχρονα, το μένος τους στρεφόταν και κατά των ιερών κειμηλίων, όπως αγίων λειψάνων, σταυρών και άλλων ειδών εκκλησιαστικής τέχνης, τα οποία και κατέστρεφαν.

Και, δυστυχώς, σε αυτό το δαιμονικό παραλήρημα, «και αιρεσιάρχαι γεγόνασι και οι Ιεράρχαι».

Ναι. Στην εικονομαχική Σύνοδο, η οποία συγκλήθηκε στην Δρυν, μια πόλη κοντά στην Κωνσταντινούπολη, από τον τότε γιο του Λέοντα και διάδοχο του θρόνου, τον Κωνσταντίνο τον Ε΄, τον αποκαλούμενο Κοπρώνυμο, οι 337 Επίσκοποι, που συγκρότησαν τη Σύνοδο υπέγραψαν αναθέματα και πολεμική εναντίον των αγίων εικόνων και των Εικονοφίλων.

Και εδώ πρέπει να πούμε, ότι τότε οι νόμοι της Εκκλησίας συνιστούσαν και νόμους του κράτους, το οποίο σημαίνει, ότι οι παραβάτες των άθεσμων νόμων της υπό αναφορά Συνόδου ήταν, ταυτόχρονα, και παραβάτες πολιτικών νόμων, με φοβερές ποινικές συνέπειες.

Επί του προκειμένου, είναι χαρακτηριστική μια περίπτωση από τις πολλές, όπου ο διοικητής του Θέματος, δηλαδή της περιοχής της Εφέσου, ο απαίσιος Μιχαήλ Λαχανοδράκων, κάλεσε στο στάδιο της Εφέσου Εικονόφιλους Μοναχούς και Μοναχές, υπαγορεύοντάς τους να αποπτύσουν της άγιες εικόνες, διαφορετικά να αποβάλουν το μοναχικό σχήμα και να επιλέξουν ποιος θα νυμφευθεί ποιαν. Και αυτό σε Μοναχούς και Μοναχές.

Και, επειδή αυτοί αρνήθηκαν, τότε τους είχε «υποσχεθεί» να τους προσφέρει ένα δώρο έκπληξη. Και ποιο είναι αυτό; Προέβηκε στο ανοσιούργημα της βίαιης εξόρυξης των ματιών τους. Και, όπως οι τότε χρονογράφοι αναφέρουν, τους έβαλε σε πλοία και τους οδήγησε εξορία στην Κύπρο.

Σε ό,τι αφορά, μάλιστα, τους Γεροντάδες των Μονών, σε αυτούς επεφύλαξε μια άλλη αδυσώπητη έκπληξη. Και ποια ήταν αυτή;

Μας πληροφορούν οι χρονογράφοι της εποχής εκείνης: «Ήλειφε τας υπήνας αυτών κηρελαίω». Δηλαδή άλειφε με κηρέλαιο (κερί και λάδι αναμειγμένα) τα γένια τους και τους έβαζε φωτιά, οπότε και τους έκαιγε ζωντανούς.

Τα όσα διεκτραγωδεί ο Πρόεδρος της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, ο άγιος Ταράσιος, είναι φοβερά και συγκλονιστικά: «Πόθεν ή πώς άρξομαι διηγήσασθαι;».

«Την τρομοκρατία, τους διωγμούς, τις φυλακίσεις, τις μαστιγώσεις, το δέσιμο με αλυσίδες των ποδιών και των χεριών, τον αφανισμό των ιερών σκευών, το κάψιμο των ιερών βιβλίων, επειδή είχαν εικόνες μέσα, τους μολυσμούς των ναών και των Μοναστηριών και τη μεταποίησή τους σε κοσμικά καταγώγια… και, αντί να μελωδούνται στις Μονές αυτές ιεροί ύμνοι και παννυχίδες, οργανώνονταν πορνικά και σατανικά μελωδήματα, με γυναίκες ελευθέρων ηθών και, κοντά σε αυτά, η εξόρυξη των ματιών, η αποκοπή της μύτης και των γλωσσών, το κάψιμο ζωντανών και τη βίαιη συζυγία…» και άλλα αποτρόπαια.

Και, δυστυχώς, παρά τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία έγινε το 787 μ.Χ. και παρά τη σχετική ανάπαυλα για μικρό χρονικό διάστημα, η Εικονομαχία επανήλθε, με το απαίσιο προσωπείο της, για να κορυφωθεί με τον αδίστακτο Εικονομάχο Θεόφιλο.

Αυτός, για να αναφέρουμε απλά ένα παράδειγμα, τον τότε Αρχιμανδρίτη Εικονόφιλο Μεθόδιο, και μετέπειτα Πατριάρχη, τον καταδίκασε σε φυλάκιση σε μια σπηλιά με δύο ληστές. Οπότε ο ένας εκ των δύο ληστών κάποια μέρα απέθανε. Και τον άφησε έγκλειστο να ταλαιπωρείται αβάστακτα από την κακοσμία του πτώματος.

Ωστόσο, το 843 μ.Χ. η Αγία Θεοδώρα, παρά το γεγονός, ότι ήταν σύζυγος του Εικονομάχου Θεόφιλου, μετά τον πρόωρο θάνατό του, και όντας αυτή Βασίλισσα και επίτροπος του μικρού τότε γιου τους Μιχαήλ, συνεργάστηκε και, με τη βοήθεια του Θεού, συγκρότησε Σύνοδο και, μέσα από πολλές δυσκολίες και προβλήματα, τελικά κατορθώθηκε η αναστήλωση των αγίων εικόνων.

Και από τότε καθιερώθηκε το γεγονός αυτό, ώστε να εορτάζεται την Α’ Κυριακή των Νηστειών, ως η «γενέθλιος ορθοδοξοποιός ημέρα».

Επειδή πιο πάνω αναφερθήκαμε στον πρωτεργάτη της Εικονομαχίας Λέοντα Γ’ τον Ίσαυρο και επειδή μιλήσαμε, ότι αυτός έζησε σε περιβάλλον μονοφυσιτών και από αυτό επηρεάστηκε σε ό,τι αφορά την κατασκευή και τιμητική προσκύνηση των εικόνων, θα πρέπει εδώ να δοθεί μια εξήγηση και να διασυνδεθεί πώς σχετίζεται η αίρεση του μονοφυσιτισμού με την πολεμική εναντίον των εικόνων.

Η αίρεση του μονοφυσιτισμού εμφανίστηκε τον 4ο αι. μ.Χ., με αρχηγέτη κάποιον Αρχιμανδρίτη, ονόματι Ευτυχή. Ο δυστυχής Ευτυχής δίδασκε, ότι στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκαν οι δύο φύσεις του, η θεϊκή και η ανθρώπινή του φύση.

Όμως, σύμφωνα με τον Ευτυχή, κατά την ένωση των δύο φύσεων, δηλαδή της θείας και της ανθρώπινης, η ανθρώπινη φύση, ως μικρή, σε σχέση με την άπειρη θεία φύση, τελικά απορροφήθηκε από τη θεία φύση και, έτσι, εξαφανίσθηκε.

Δηλαδή έπαθε, δίδασκε ο Ευτυχής, ότι παθαίνει μια σταγόνα νερού, η οποία πέφτει σε μια τεράστια θάλασσα. Έτσι ο Χριστός είχε μόνο μια φύση, τη θεϊκή, το οποίο σημαίνει, πως δεν είχε ανθρώπινη φύση. Ότι, δηλαδή, ο Χριστός φαινόταν ότι είναι άνθρωπος, χωρίς να είναι άνθρωπος.

Σ’ αυτή, όμως, την περίπτωση, η αίρεση του μονοφυσιτισμού οδηγούσε και στην Εικονομαχία. Με ποια έννοια; Αν ο Χριστός απλά φαινόταν, χωρίς και να είναι άνθρωπος, τότε εμείς, ζωγραφίζοντας το πρόσωπο του Χριστού, σημαίνει ότι παρουσιαζόταν και με την ανθρώπινη φύση.

Ταυτόχρονα, ο μονοφυσιτισμός αντλούσε την αιρετική διδασκαλία του και από την προχριστιανική αντίληψη, σε ό,τι αφορά τη σημασία και την αξία της ύλης.

Η ύλη, δηλαδή όλα τα υλικά στοιχεία, θεωρούνταν, ότι είναι προϊόντα και δημιουργήματα ενός κακού θεού και, επομένως, η ύλη δεν είναι κάτι καλό, αλλά, ως μέγεθος, είναι κάτι κακό.

Έτσι, αυτές οι αντιλήψεις, δυστυχώς, μπήκαν και στον χώρο της Εκκλησίας, οπότε και, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, και οι μονοφυσίτες, αλλά και τα παιδιά τους οι Εικονομάχοι, θεωρούσαν την ύλη ως εκφραστή του κακού, αφού είναι προϊόν ενός κακού θεού.

Αλλά και η εικόνα είναι φτιαγμένη από ύλη. Το ξύλο, το χρώμα, είναι υλικά στοιχεία. Έτσι, προσκυνώντας την εικόνα, έλεγαν οι Εικονομάχοι, απονέμουμε ασπασμό και σεβασμό στην ύλη, η οποία εκπροσωπεί το κακό και, ουσιαστικά, τον διάβολο, γιατί ο διάβολος είναι η πηγή και ο δημιουργός του κακού. Εκεί έφτασαν οι Εικονομάχοι.

Έτσι με απλά λόγια εξηγείται το φαινόμενο της Εικονομαχίας.

Ωστόσο, υπέρμαχος της ορθόδοξης πίστης αναδείχθηκε ο κορυφαίος Πατέρας της Εκκλησίας μας άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, με τους τρεις συγκλονιστικούς λόγους του, τους οποίους επιγράφει «Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας», για να συνοψίσει και να πει ο Άγιος: «Κακίζεις την ύλη (θεωρείς κακή την ύλη) και άτιμον αυτήν αποκαλείς (και την αποκαλείς ότι είναι ανάξια τιμής και σεβασμού);

Ωστόσο, εγώ σέβω την ύλη (απονέμω σε αυτήν σεβασμό) και δι’ αιδούς (και τρέφω αισθήματα υποχρέωσης προς την ύλη)». Και αυτό γιατί; Και απαντά ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Διότι δι’ αυτής της ύλης η σωτηρία μου είργασται».

Ω, τι φοβερός, αλλά και αληθής είναι ο λόγος και ο συλλογισμός αυτός του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού!

Ο πρύτανης αυτός θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας μας, μέσα σε λίγες λέξεις, συνοψίζει και επεξηγεί την ποιότητα, το μεγαλείο, αλλά και τον σκοπό της ύλης, ότι, δηλαδή, η ύλη αποτελεί το καλύτερο εργαλείο στα χέρια του Θεού, για να σώσει τον αμαρτωλό άνθρωπο.

Για να κορυφώσει τον συλλογισμό του αυτό ο Δαμασκηνός και να πει, ότι ακόμη και το Μυστήριο των Μυστηρίων, η Θεία Ευχαριστία, τελεσιουργείται και γίνεται Σώμα και Αίμα Χριστού, για να προσφέρει σε εμάς τη σωτηρία μας.

Αλλά και η εικόνα είναι αποτύπωση μιας πραγματικότητας. Αποτελεί έκφραση και παιδαγωγό προς την αγιότητα των μελών της Εκκλησίας.

Ωστόσο, και η εικόνα, ως υλικό στοιχείο, είναι ταυτόχρονα επιδεκτική και αποδεκτική, αλλά και μεταδοτική της χάριτος και της επισκέψεως σε αυτή του Αγίου Πνεύματος. Ναι.

Προσκυνώντας την εικόνα, πέρα από τον σεβασμό προς το πρόσωπο, που εικονίζει και τη φωνή, που μας απευθύνει να μιμηθούμε το εικονιζόμενο πρόσωπο, ταυτόχρονα η εικόνα αποβαίνει και εργαλείο μετάδοσης σε εμάς της χάρης του Θεού.

Πόσες εικόνες είναι κειμήλια και θησαυρίσματα χάριτος! Και, επί του προκειμένου, η εικόνα η Ελεούσα του Κύκκου, της δικής μου Μονής, δεν είναι χαριτόβρυτη;

Μπορεί, επομένως, να πολεμήθηκε η Εκκλησία για τις εικόνες της πάνω από 110 χρόνια.

Ωστόσο, οι εικόνες θριάμβευσαν και παραμένουν μέσα στους ναούς μας και λειτουργούν ως εκφραστικά όργανα και εργαλεία της αγιότητας και μας μεταδίδουν τη χάρη του Θεού και, ταυτόχρονα, επιτελούν και κάτι το πολυσήμαντο.

Ποιο είναι αυτό; Μας απευθύνουν την πρόσκληση, ότι και εμείς μπορούμε να γίνουμε όπως τα εικονιζόμενα πρόσωπα, οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, και ότι κι εμείς έχουμε και μας ανήκει μια θέση κοντά τους.

Αυτό, λοιπόν, το γεγονός γιορτάζουμε σήμερα, Α’ Κυριακή των Νηστειών, Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.