Όταν ήμουν μικρός, τη σχέση μου με την παράδοση δεν θα την έλεγες και παθιασμένη. Κάθε άλλο μάλιστα. Δεν ντρέπομαι να πω, ότι το μόνο που μου άρεσε ήταν η γνωστή βαβούρα των πάγκων στα πανηγύρια, οι καντίνες με τα λουκάνικα (ακόμα αναρωτιέμαι πώς εκείνα τα λουκάνικα άλλαζαν μαγικά γεύση προς το καλύτερο) και αν τσιμπούσα καμιά καραμπίνα δώρο της γιαγιάς μου, που γρήγορα μετέτρεπα σε σπαθί, τότε το πανηγύρι έπαιρνε διαστάσεις έπους για μένα. Τέτοιες ιστορίες να σας πω έχω αρκετές, αλλά να με δείτε να ασχολούμαι με παραδοσιακούς χορούς, φορεσιές, φαγητά, έθιμα κτλ, ούτε καν, που λένε και οι νέοι σήμερα.

Ωστόσο, καθώς μεγάλωνα, αλλά και ασχολούμενος με το κρασί, άρχισα να εκτιμώ πράγματα γύρω από την παράδοσή μας και κυρίως αυτά που είχαν να κάνουν με το φαγητό και το κρασί ενός τόπου. Κοινώς, αυτό που λέμε «γαστρονομική κουλτούρα» μιας περιοχής ή ενός πληθυσμού τέλος πάντων.

Ως συνέχεια της προηγούμενης μου αλλαγής, εδώ και λίγα χρόνια έχω αποκτήσει ένα κρυφό «χούι» που το γνωρίζουν μόνο όσοι με ξέρουν καλά. Μου αρέσει να αναζητώ παραδοσιακές συνταγές και αν αυτές σχετίζονται με κάποιο τοπικό έθιμο, ή με κάποιο πανηγύρι, ακόμα καλύτερα. Φορτώνομαι το σακίδιο με τα κρασιά μου στους ώμους και ορμάω να μάθω για τη συνταγή, με την πρόκληση όμως, να τη συνδυάσω όσο καλύτερα γίνεται με τα κρασιά που θα πάω εγώ.

Φυσικά, γνωρίζω πάνω κάτω τα υλικά του μαγειρέματος, ούτως ώστε να είναι πιο επιτυχημένος ο συνδυασμός.

Με άλλα λόγια, οι «τελετάρχες» βάζουν το φαΐ κι εγώ βάζω το κρασί, προσπαθώντας να δημιουργήσω μια όμορφη σχέση, που θα απογειώσει τη γευστική εμπειρία. Ένα τέτοιο έθιμο είναι και το παραδοσιακό κουρμπάνι του Δρυμού, το οποίο αν και κοντοχωριανός, δυστυχώς το αγνοούσα.

Το κουρμπάνι είναι ένα έθιμο που απαντάται σε όλο τον ελλαδικό χώρο, κυρίως σε αρκετά μακεδονίτικα και θρακιώτικα χωριά και αν και οι ρίζες του είναι πολύ παλιές (στις πρώτες ζωοθυσίες στην αρχαιότητα σύμφωνα με λαογραφικές μελέτες), το όνομά του προέρχεται από την τουρκική λέξη “kurban”, που θα πει «θύμα ή θυσία ζώου». Το έθιμο περιλαμβάνει το μαγείρεμα του εκάστοτε ζώου για πάρα πολλές ώρες μέσα σε μεγάλα τσουκάλια, ενώ στη συνέχεια προσφέρεται υπό μορφή δωρεάς στους παρευρισκομένους. Κατά κύριο λόγο έχει συνδεθεί με θρησκευτικές γιορτές της χώρας μας και τα τοπικά πανηγύρια, οπότε φέρει και το αντίστοιχο όνομα πχ το κουρμπάνι του Προφήτη Ηλία, το κουρμπάνι της Αγίας Παρασκευής κτλ.

Τα έθιμα αυτά σε κάποιες περιοχές κρατάνε ακόμα την παλιά τους σημασία, αλλά σε κάποια άλλα κόντεψαν να ξεχαστούν με το πέρασμα των χρόνων, την αλλαγή του τρόπου ζωής μας, την αδιαφορία των νέων ανθρώπων, αλλά κυρίως με την έλλειψη επικοινωνίας που επιφέρει το χάσμα γενεών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ουσιαστικό σημείο επαφής ανάμεσα στους παλιούς και τους νεότερους ώστε να μεταλαμπαδευτεί σωστά το έθιμο.

Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια απροσδόκητη στροφή πολλών νέων παιδιών προς τις παραδόσεις του τόπου τους, με αποτέλεσμα έθιμα, δρώμενα και παραδόσεις που κινδύνευαν να σκεπαστούν από την ομίχλη της αδιαφορίας, να ζωντανεύουν με μεγάλη επιτυχία. Και αν ρωτήσετε ποια είναι η μαγική λέξη πίσω από αυτή την τάση, αυτή είναι μία: μεράκι.

Κουρμπάνια όπως είπαμε υπάρχουν σε πολλά χωριά της Ελλάδας. Ο Δρυμός όμως είναι το μόνο χωριό (απ’ όσο γνωρίζω τουλάχιστον) που έχει τρία διαφορετικά κουρμπάνια: ένα στις 20 Ιουλίου στο παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία, ένα στις 26 Ιουλίου στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής και το τρίτο στις 15 Αυγούστου, με αφορμή τον εορτασμό του κεντρικού ναού του χωριού, την Κοίμηση της Θεοτόκου. Όπως πληροφορήθηκα, το καθένα το αναλαμβάνει και μια ξεχωριστή παρέα, με μια όμορφη άτυπη κόντρα να αναπτύσσεται ανάμεσά τους για το ποιος κάνει το πιο νόστιμο και πετυχημένο κουρμπάνι.

Όπως και να ΄χει όμως, οι ρίζες και το μοτίβο είναι πάνω κάτω το ίδιο, ενώ η κάθε παρέα νιώθει το ίδιο περήφανη για το αποτέλεσμα. Εγώ είχα την τύχη να παρευρεθώ στο παραδοσιακό «κουρμπάνι» του Προφήτη Ηλία στο Δρυμό Θεσσαλονίκης, καλεσμένος του φίλου μου Θανάση Διαμέλα, κρεοπώλη-«φιλόσοφου» του χωριού, μα πάνω απ’ όλα εξαιρετικό παιδί με υπέροχο χαμόγελο και ειλικρινέστατο βλέμμα. Το «κουρμπάνι» του Προφήτη Ηλία διοργανώνεται στην κορυφή ενός τεχνητού λόφου, που λέγεται «τούμπα» και έχει ύψος 150 μ. περίπου.

Ο λόφος βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και απ’ ότι έμαθα έχει αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς υπάρχουν ευρήματα που μαρτυρούν την εγκατάσταση ανθρώπων στην περιοχή από το 5.200 π.Χ.

Η περιοχή είναι μέσα στα κυπαρίσσια και από την κορυφή της έχεις μια μοναδική θέα. Το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο της τούμπας, σε ένα σημείο που κάποτε βρισκόταν ένας αλευρόμυλος, στον οποίο υπήρχε η εικόνα του προφήτη Ηλία.

Η εικόνα μεταφέρθηκε στο εκκλησάκι στα τέλη του 19ου αιώνα, το οποίο χτίστηκε σχεδόν δίπλα στον αλευρόμυλο. Δυστυχώς, το παρεκκλήσι γκρεμίστηκε το 1978 από τους σεισμούς, αλλά στη θέση του χτίστηκε ένα καινούργιο, το οποίο, όπως με πληροφόρησαν οι διοργανωτές, συντηρείται με τις δωρεές και τη φροντίδα των πιστών.

Έφτασα ασθμαίνοντας στο λόφο και αμέσως μου έκανε εντύπωση το πόσος κόσμος είχε μαζευτεί. Το πρώτο που παρατήρησα ήταν ο ειδικός χώρος που έχει χτιστεί δίπλα στο παρεκκλήσι για να μπαίνουν τα καζάνια, ενώ τα κάρβουνα σιγοέκαιγαν ακόμα, μαρτυρώντας τα απομεινάρια μιας «μάχης» ανάμεσα σε άνθρωπο, φωτιά και φαγητό, που μαίνονταν για ώρες.

Βλέπετε, στο κουρμπάνι του προφήτη Ηλία τα τεράστια καζάνια στήνονται από το χάραμα πάνω στη φωτιά στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο και σιγοβράζουν μέχρι το απόγευμα. Το βασικό υλικό είναι φυσικά το κρέας, με την προέλευση τις αναλογίες να παίζουν ανάλογα με τους «τελετάρχες», οι οποίοι καυχιούνται δικαίως για τη νοστιμιά του.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.