ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤ. ΠΟΝΗΡΟΣ Δρ Θ., Μ.Φ.-Συντονιστής Ἐκπαιδευτικοῦ Ἔργου Θεολόγων Ἀττικῆς-Ἀντιπρόεδρος τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων, Ἐφέτος συμπληρώνονται διακόσια ἔτη ἀπό τήν ἔναρξη τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Τά διακόσια αὐτά ἔτη δέν πέρασαν βέβαια δίχως προβλήματα, δίχως ἀποτυχίες, δίχως ἐθνικές συμφορές, ὅπως δέν πέρασαν καί δίχως ἐπιτυχίες. Ἡ Ἑλλάδα μέ ἀλλεπάλληλους ἀγῶνες, ποτισμένους μέ ἄφθονο αἷμα καί δάκρυ, κέρδισε τήν ἐθνική της ὕπαρξη, τήν ἐπιβίωσή της, τή συνέχειά της μέχρι σήμερα.

Το ζητούμενο ὅμως δέν εἶναι οἱ κενοί περιεχομένου ἑορτασμοί, χωρίς νά διδασκόμαστε κατ΄ οὐσίαν τίποτε. Οὔτε ἡ ἐπινόηση ἑνός ἀκαλαίσθητου ἐπετειακοῦ σήματος, τό ὁποῖο στερεῖται τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἔλειπε ἀπό κανέναν ἀγωνιστή τοῦ 1821 καί γι΄ αὐτό τέτοιου εἴδους σῆμα προσβάλλει τούς ἀγῶνες τῶν προγόνων μας καί τήν ταυτότητά μας. Τό ζητούμενο εἶναι ἡ συνέχιση τῆς ὑπάρξεως τῆς πατρίδας μας – τῆς ὑπάρξεώς μας γιά ὅσο ὑπάρχει ἀνθρωπότητα, γιά ὅσο ὑπάρχει γῆ. Πρός τοῦτο πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ποιοί κίνδυνοι μᾶς ἀπειλοῦν, ποιά τά ἐλαττώματά μας καί πῶς πρέπει νά τά καταπολεμήσουμε, καί, φυσικά, πῶς πρέπει νά ἀντιμετωπίσουμε τούς κινδύνους.

Δυστυχῶς ὁ κίνδυνος τόν ὁποῖον ἀντιμετώπιζε τό ἔθνος μας τό 1821 δέν ἔπαυσε νά ὑπάρχει. Τό τουρκικό ἔθνος δέν ἔμαθε ποτέ τί σημαίνει “εἰρήνη”, “καλή γειτονία”, “φιλία”, “συνεργασία”. Ἀσκεῖ, ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε, ἐδῶ δηλαδή καί ὀκτακόσια χρόνια, ληστρική πολιτική καί ἀναμένει νά ἀντικρίσει ἀδύναμα σημεῖα στά ὁποῖα θά κτυπήσει.

Ὅλοι οἱ κατά καιρούς ἐχθροί τῆς πατρίδας μας ἔχουν ἀλλάξει. Ἡ ἔχθρα τους ὀφειλόταν στά καθεστώτα τά ὁποῖα τήν γεννοῦσαν καί τήν ἐξέτρεφαν. Ἡ Ἰταλία καί ἡ Γερμανία πολέμησαν ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος ἐξ αἰτίας τοῦ φασιστικοῦ καί τοῦ ναζιστικοῦ καθεστῶτος, τά ὁποῖα εἶχαν. Ἅπαξ καί τά καθεστῶτα αὐτά ἔπεσαν, ἔληξε καί ἡ ἐμπόλεμη κατάσταση μεταξύ μας. Φυσικά ὁ χῶρος τῆς πολιτικῆς οὐδέποτε ὑπῆρξε ἀγγελικός καί οὐδέποτε, οὔτε παλαιότερα, οὔτε τώρα, διακινεῖται ἀπό ἀγγελικά πλάσματα, κάτι τέτοιο δέν πρόκειται νά συμβεῖ ποτέ. Ὅμως, παρ΄ ὅλο ὅτι κάθε κράτος ἐπιδιώκει τό συμφέρον του, συχνά εἰς βάρος τῶν ἄλλων, δέν μᾶς ἀπειλεῖ πλέον μέ τά ὅπλα οὔτε ἡ Ἰταλία, οὔτε ἡ Γερμανία, οὔτε ἡ Βουλγαρία, οἱ ὁποῖες μᾶς εἶχαν στό παρελθόν πολεμήσει.

Τοῦτο ὅμως δέν εἶναι δυνατόν νά συμβεῖ μέ τήν Τουρκία. Ὄχι ἐπειδή τάχα δέν τό θέλουμε, ἀλλά ἐπειδή ἡ Τουρκία δέν γνωρίζει νά τό πράττει. Δέν τό ἔμαθε ποτέ, διότι ἁπλούστατα εἶναι ἐθνική της παράδοση, τρόπος ζωῆς της καί ἀπαράβατος ἐθνικός της κανόνας νά ἐπιδιώκει ἐς ἀεί νά ἀδικεῖ τούς γείτονές της. Νά θέλει νά τούς ἀφαιρεῖ τμήματα, ἤ καί τό σύνολο, ἐάν τά καταφέρει, τῆς ἐθνικῆς τους κυριαρχίας. Εἴτε μέ αὐτοκρατορικό πολίτευμα, εἴτε μέ “δημοκρατικό”, εἴτε μέ τήν Α κυβέρνηση, εἴτε μέ τή Β, εἴτε μέ ἀπατηλά συνθήματα φιλίας, εἴτε μέ ἀπροκάλυπτες ἀπειλές, ἡ Τουρκία παραμένει ἡ ἴδια. Γι΄ αὐτό καί πρέπει ἡ Ἑλλάς νά εἶναι ἀνά πάσα στιγμή ἕτοιμη, ἐφ΄ ὅσον προκληθεῖ, νά τῆς ἀπαντήσει στή μοναδική γλώσσα τήν ὁποία ἡ Τουρκία κατανοεῖ, τή γλώσσα τῶν ὅπλων.

Ἀμφισβητεῖ κανένας, ὅτι ἡ Τουρκία ὀνομάζει τμήματα τῆς πατρίδας μας Ἑλλάδος “γκρίζες ζῶνες” καί διακηρύττει ὅτι δέν μᾶς ἀνήκουν; Ἀμφισβητεῖ κανένας, ὅτι ἡ Τουρκία ὀνειρεύεται “γαλάζιες πατρίδες” εἰς βάρος τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας; Θέλει πολύ μυαλό, γιά νά καταλάβει κανείς, ὅτι θά ἐπιχειρήσει νά καταλάβει, αὐτά τά ἀδιαμφισβήτητα τμήματα τῆς Ἑλλάδας, ὅταν νομίσει ὅτι ἔχει τήν ἀπαραίτητη δύναμη, ὥστε νά ἀσκήσει βία; Εἶναι στό χέρι τῆς Ἑλλάδος, νά μή ἀποκτήσει ἡ Τουρκία ποτέ τή δύναμη αὐτή, ὥστε τά ὄνειρά της νά μετατραποῦν σέ ἐφιάλτες. Διότι ἔτσι καί τήν ἀποκτήσει, θά συμβοῦν ἀσυγκρίτως χειρότερα ἀπό ὅσα συνέβησαν τό 1974.

Αὐτά τά πράγματα εἶναι ἔτσι, εἶναι ἡ πικρή ἀλήθεια καί ὅποιος δέν τήν ὁμολογεῖ, δέν πράττει τίποτε ἄλλο ἀπ΄ τό νά ἐθελοτυφλεῖ. Καί γιά ἐθνικά θέματα δέν ἐπιτρέπεται νά ἐθελοτυφλοῦμε. Πράγμα τό ὁποῖο δέν ἐπιτρέπουμε στόν ἑαυτό μας νά πράττει γιά ἰδιωτικά ζητήματα, πῶς θά ἦταν ποτέ δυνατόν νά τό πράξουμε γιά ἐθνικά; Θά ἀδιαφοροῦσε ποτέ κανείς, ἐάν γνώριζε ὅτι ἡ ὑγεία του κινδυνεύει; Θά γελοῦσε καί θά ἰσχυριζόταν πώς τάχα οἱ γιατροί ὑπερβάλλουν; Ὄχι βέβαια, ὄχι ἐφ΄ ὅσον διατηρεῖ τά λογικά του. Γιατί λοιπόν νά πράξουμε τό ἴδιο, ὅταν ἡ πατρίδα μας κινδυνεύει; Γιά νά ζημιωθοῦμε ὅλοι; Γιά νά παύσει νά ὑπάρχει ἡ Ἑλλάς καί μαζί της νά παύσουμε νά ὑπάρχουμε κι ἐμεῖς; Διότι δέν διακυβεύεται μόνον ἡ ἐλευθερία μας, ἀλλά καί ἡ ὕπαρξή μας ἡ ἴδια. Ὁ ἐχθρός, ἄν τοῦ δοθεῖ δεύτερη εὐκαιρία, δέν θά διαπράξει τό ἴδιο σφάλμα ὅπως παλαιότερα. Δέν θά ἀφήσει ψυχή ζώσα στά ἐδάφη ὅπου θά εἰσβάλει, ὥστε νά μή ἀντιμετωπίζει στό μέλλον ἐπαναστάσεις.

Γι΄ αὐτό ἀπαιτεῖται ἀγάπη πρός τήν πατρίδα, ἡ φιλοπατρία ἤ πατριωτισμός. Χωρίς πατριωτισμό, οὔτε πατρίδα ἔχουμε, οὔτε δημοκρατία, οὔτε ἐλευθερία καί θά κινδυνεύσουμε νά μή ἔχουμε κἄν ζωή. Γι΄ αὐτό καί ὁ συντακτικός μας νομοθέτης στήν ἀκροτελεύτια διάταξη τοῦ Συντάγματός μας, στό ἄρθρο 120, παρ. 4 ἐπιβάλλει τόν πατριωτισμό ὡς καθῆκον ὅλων τῶν Ἑλλήνων.

Ἡ δέ ἀγάπη γιά τήν πατρίδα φέρνει καί τή μαχητικότητα. Διότι ὅποιος ἀγαπᾶ τήν πατρίδα του, δέν περιμένει νά τοῦ τήν ὑπερασπίσει ἄλλος, ἀλλά μάχεται γι΄ αὐτήν. Διότι κάποιος τρίτος, ἀκόμη καί ἄν θέλει δέν εἶναι σέ θέση νά τήν ὑπερασπίσει. Τρανό παράδειγμα πρός ἀποφυγήν ἡ περίπτωση τοῦ Νοτίου Βιετνάμ. Εἶχε καταντήσει νά μή ἀγωνίζονται γι΄ αὐτό οἱ δικοί του ἄνθρωποι, ἀλλά νά ἀναθέσουν ἐν λευκῷ τήν ὑπεράσπισή του στίς Η.Π.Α., οἱ ὁποῖες δέν κατάφεραν νά τό σώσουν, γι΄ αὐτό καί ἔπαυσε νά ὑφίσταται ὡς κρατική ὀντότητα.

Φυσικά ὑπάρχουν καί μερικοί, οἱ ὁποῖοι διαθέτουν ἑλληνική “ταυτότητα” μόνον τυπικά. Κι ὅταν ἀκούσουν τίς λέξεις “ἔθνος”, “πατρίδα” καί “πατριωτισμός” καταλαμβάνονται ἀπό ἀνεξέλεγκτη μανία. Ὅμως δέν θά ὑπακούσουμε σέ μιά ἀπειροελάχιστη μειοψηφία ἀποτελούμενη ἀπό δωσιλόγους. Οἱ δωσίλογοι, ἄν δέν μποροῦμε νά τούς ἀφαιρέσουμε τήν ἑλληνική ὑπηκοότητα καί νά τούς διώξουμε γιά πάντα ἀπό τήν Ἑλλάδα, πρέπει νά παύσουν νά ἀσκοῦν τήν παραμικρή κοινωνική ἐπιρροή – κανένας δέν πρέπει νά τούς ἀκούει, κανένας δέν πρέπει νά τούς δίνει σημασία. Κι εἶναι μιά ἀρρώστεια, ἕνα καρκίνωμα στό σῶμα τῆς Ἑλλάδος τῶν τελευταίων δεκαετιῶν τοῦ 20ου αἰῶνος καί τῶν πρώτων τοῦ 21ου τό γεγονός, ὅτι ἐνῷ ἀναθεματίζει διαρκῶς τοῦ δωσιλόγους τῆς γερμανικῆς κατοχῆς, οἱ ὁποῖοι εἶναι νεκροί καί δέ μποροῦν νά τή βλάψουν πιά, ἐκφράζοντας μέ κάθε εἴδους τρόπο τή βδελυγμία της γιά ἐκείνους, ἀφήνει νά δροῦν ἀνενόχλητοι οἱ νέοι δωσίλογοι, οἱ ὁποῖοι τῆς ὑποσκάπτουν μεθοδικά τά θεμέλια καί ἀπεργάζονται τήν καταστροφή της.

Τό μόνο τό ὁποῖο πρέπει νά προσέξουμε, εἶναι νά μή ἐπικαλεῖται κανένας πατρίδα καί ἔθνος γιά ἰδιοτελεῖς σκοπούς, γιά νά ἐξυπηρετήσει τά προσωπικά του συμφέροντα εἰς βάρος ὅλων μας καί νά μᾶς ρίξει μέ τά πατριωτικά κηρύγματα στάχτη στά μάτια, νά μᾶς ἐξαπατήσει μέ ἄλλα λόγια. Αὐτό εἶναι μία ἄλλης μορφῆς προδοσία, ἡ ὁποία πρέπει νά τιμωρεῖται αὐστηρά. Ὅπως εἶναι προδοσία καί ἡ κάθε εἴδους ἀπάτη εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, τήν ὁποία θά πρέπει καί νά μάθουμε νά μή τή διαπράττουμε ποτέ, διότι δέν συμφέρει κανέναν καί ὅποιος διαπράττει κάτι τέτοιο κυριολεκτικά πριονίζει τό κλαδί ὅπου κάθεται, καί γι΄ αὐτό θά πρέπει νά τιμωρεῖται παραδειγματικά.

Tό ἴδιο ὑποσκάπτει τήν ἑλληνική οἰκονομία καί τό μέλλον τῆς Ἑλλάδος ἡ μή ἀξιοποίηση τῶν νέων ἐπιστημόνων της, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται νά φύγουν γιά πάντα καί νά προσφέρουν τίς ὑπηρεσίες τους σέ ἄλλη χώρα. Ὅποιος ἔχει πρωτοποριακές ἰδέες καί ὄρεξη γιά ἐργασία, πρέπει νά ἀξιοποιεῖται ἀπό τήν πατρίδα του καί ὄχι ἀπό ξένη χώρα. Ὅπως ἐπίσης καί ὅποιος ἔχει κεφάλαια καί ἰδέες γιά βιομηχανική ἀξιοποίησή τους. Ἐάν ἐπιχειρεῖ κάποιος νά στήσει βιομηχανία στήν πατρίδα του, ἡ ὁποία βιομηχανία θά πρόσφερε μισθούς σέ ἐργαζόμενους καί φόρους στήν πατρίδα, καί οἱ “κρατοῦντες” τοῦ προβάλλουν σειρά ἀνυπέρβλητων ἐμποδίων ὥστε νά τόν ἀναγκάζουν νά φύγει γιά πάντα χωρίς ποτέ νά ξανακοιτάξει πίσω, ἡ πράξη τους αὐτή δέν εἶναι μόνον ἀπαράδεκτη, εἶναι κακούργημα εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος, .

Ἡ δέ ἀγάπη γιά τήν πατρίδα καί ἡ θέληση γιά ἐπιβίωση περιλαμβάνει καί τήν ἐθνική ἑνότητα. Ἐάν δέν ἔχουμε ἐθνική ἑνότητα καί ὁμοψυχία, τότε ὅποιος μᾶς ἐπιβουλεύεται θά ἐκμεταλλεύεται αὐτό τό ἐλάττωμά μας πρός ὄφελός του.

Καί φυσικά ἡ ἀγάπη γιά τήν πατρίδα συνεπάγεται καί τή συμμόρφωση μέ τό Σύνταγμα καί τούς νόμους της. Τό Σύνταγμα, οἱ νόμοι καί οἱ δικαστικές ἀποφάσεις τῆς πατρίδας μας δέν εἶναι δυνατόν νά ἰσχύουν μόνο γιά τούς ἄλλους καί νά ἐξαιροῦν ἐμᾶς τούς ἴδιους ὅταν νομίζουμε ὅτι δέν μᾶς συμφέρουν!

Ἡ παιδεία εἶναι ἕνας τομέας ζωτικῆς σημασίας, ἀπό αὐτόν ἐξαρτᾶται τό μέλλον τῆς νέας γενιᾶς, τό αὔριο τῆς πατρίδας. Γι΄ αὐτό πρέπει νά σταματήσουν οἱ ἀνεύθυνοι πειραματισμοί. Εἶχε καταντήσει κάπως παραπάνω ἀπό ἀστεῖο, τό νά πραγματοποιεῖ κάθε νέος ὑπουργός παιδείας καί μία ἀκόμη ἐκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Δέν ἐπιτρέπεται νά ἔχουμε κάθε διετία καί μιά νέα “ἐκπαιδευτική μεταρρύθμιση”, καί προτοῦ ἀποδώσει καρπούς ἡ πρώτη νά ἔρχεται ἡ δεύτερη! Πρέπει λοιπόν νά διενεργοῦνται μικρῆς κλίμακας ἀλλαγές, ἐάν καί ἐφ΄ ὅσον διαπιστωθεῖ, κατόπιν μελέτης, ὅτι εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητο.

Καί φυσικά ἐντός τῶν πλαισίων τῆς σωστῆς παιδείας περιλαμβάνεται καί ὁ σεβασμός τῆς ἱστορίας μας. Ὀφείλουμε λοιπόν νά προσέχουμε τήν ἱστορία μας, νά τήν ἐρευνοῦμε, νά τή μαθαίνουμε καί νά διδάσκόμαστε ἀπό αὐτήν καί πρό παντός νά μή ἐπιτρέπουμε σέ κανέναν νά τή διαστρεβλώνει. Διότι ἐπ΄ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν διακοσίων χρόνων ἀπό τήν ἔναρξη τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 εἰπώθηκαν φρικτά λόγια στερούμενα ἐπιστημονικῆς βάσεως καί ἀληθείας. Δέν περιμέναμε ποτέ νά ἀκούσουμε κάτι τέτοιο, κι ὅμως τό ἀκούσαμε: “πανεπιστημιακός ἱστορικός” δήλωσε ὅτι “ἐφέτος γιορτάζουμε τή γέννηση ἑνός ἔθνους”!!! Ἄν ἔχουμε τέτοιου εἴδους “πανεπιστημιακούς ἱστορικούς”, τί τά θέλουμε τά πανεπιστήμια; Ἄς τά κλείσουμε νά ἡσυχάσουμε ἀπό δαῦτα!

Γιά τόν ἄνθρωπο αὐτόν, ὁ ὁποῖος δέν αἰσχύνεται νά αὐτοαποκαλεῖται … “καθηγητής πανεπιστημίου”, τό ἑλληνικό ἔθνος γεννήθηκε τό 1821! Τό ἑλληνικό ἔθνος γιά τό ὁποῖο ὁ Ἡρόδοτος λέγει, ὅτι “τό Ἑλληνικόν, ἐόν ὅμαιμόν τε καί ὁμόγλωσσον, καί θεῶν ἱδρύματα τε κοινά καί θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα”[1]. Καί φυσικά δέν εἶναι ἰδέα τοῦ Ἡροδότου αὐτό. Περιλαμβάνεται στή διήγηση, ἑνός ἱστορικοῦ περιστατικοῦ, τό ὁποῖο συνέβη πρό τῆς μάχης τῶν Πλαταιῶν, τῆς μάχης ἡ ὁποία ἐξάλειψε ὁριστικά τόν περσικό κίνδυνο ἀπό τήν Ἑλλάδα. Τότε οἱ Σπαρτιάτες, φοβούμενοι μήπως οἱ Ἀθηναῖοι συμβιβασθοῦν μέ τούς Πέρσες, ἀπέστειλαν ἀντιπροσωπεία στήν Ἀθήνα μέ σκοπό νά ἀποτρέψουν τέτοιο ἐνδεχόμενο. Ἡ ὑπόθεση συζητήθηκε στήν ἐκκλησία τοῦ δήμου καί οἱ Σπαρτιάτες ἔλαβαν ἀπάντηση, ἡ ὁποία ἀρχίζει ὡς ἑξῆς: “τό Ἑλληνικό (ἐννοεῖται ἔθνος) ἔχει κοινή καταγωγή, κοινή γλώσσα, κοινά ἱερά γιά τούς θεούς καί θυσίες, ὅπως ἐπίσης καί ὅμοιας νοοτροπίας ἤθη καί ὅλα αὐτά δέν θά εἶναι ὡραῖο νά τά προδώσουν οἱ Ἀθηναῖοι.” Ἄν λοιπόν κάποιος ὁ ὁποῖος θέλει νά λέγεται “καθηγητής πανεπιστημίου”, δέν τά γνωρίζει αὐτά, τότε ὄχι καθηγητής πανεπιστημίου δέν εἶναι ἄξιος νά λέγεται, ἀλλά οὔτε πρωτοετής φοιτητής!

Κι ἕνα ἱστορικό γεγονός ἄμεσα σχετιζόμενο μέ τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821, τό ὁποῖο ὅμως συναντᾶ τή λυσσαλέα ἀντίδραση τοῦ ἀνθελληνικοῦ κατεστημένου εἶναι ἡ συνάντηση τῆς Ἁγίας Λαύρας. Δέν ξέρουμε γιατί τό ἱστορικό αὐτό γεγονός κάνει κάποιους, ἄσχετους μέ τήν ἐπιστήμη, τήν ἀλήθεια καί τήν ἑλληνική πατρίδα, νά παραφρονοῦν μέχρι ἀηδίας. Ἀπό ἐπιστημονικῆς πλευρᾶς πάντως δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή ἀμφιβολία γιά τήν ἱστορικότητά του. Καί ἡ αἰτία εἶναι ἁπλῆ: μαρτυρεῖται ἀπό τίς πηγές. Θά παραθέσουμε ἐδῶ μία ἀπό τίς πλέον σημαντικές, τή μαρτυρία τοῦ ἀγωνιστῆ Φώτιου Χρυσανθόπουλου ἤ Φωτάκου ὑπασπιστοῦ τοῦ ἀρχιστρατήγου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη:

“Μετά δέ ταῦτα ὁ τοποτηρητής τοῦ Χουρσήτ-πασά τῆς Πελοποννήσου ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον διαταγήν εἰς τούς Τούρκους διοικητάς, διά τῆς ὁποίας ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νά εἰδοποιήσωσι τούς ἀρχιερεῖς καί τούς κοτσαμπάσηδες, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά ὑπάγουν εἰς Τριπολιτσᾶν μετά τάς ἀπόκρεω, […] Οἱ δέ προὔχοντες μαθόντες τήν πρόσκλησιν τοῦ τοποτηρητοῦ ἐσυνεννοήθησαν πῶς νά ἀπατήσουν τήν ἐξουσίαν καί νά μήν ὑπάγουν εἰς Τριπολιτσᾶν φοβούμενοι τήν φυλάκισιν καί αὐτήν τήν ζωήν των. […] καί ἐπῆγαν εἰς τήν Ἁγίαν Λαύραν κατά τάς 13 Μαρτίου ξημέρωμα 14, καί ἐκεῖθεν διά τῶν δύο Τούρκων, οἱ ὁποῖοι εἶδαν τά καθ΄ ὁδόν γενόμενα ἐπαράγγειλαν εἰς τόν Βοϊβόντα, ὅτι ἔλαβαν γράμμα ἀπό τήν Τριπολιτσάν καί φοβούμενοι περί τῆς ζωῆς των δέν θά ὑπάγουν πλέον ἐκεῖ, ἀλλά θά πορευθοῦν εἰς τόν αὐθέντην των τόν Σουλτάνον εἰς Κωνσταντινούπολιν. Τά ἴδια ἐπαράγγειλαν καί εἰς τήν Τριπολιτσάν διά τοῦ Ἀ. Καλαμογδάρτη, καί προσέτι νά εἴπῃ οὗτος εἰς τούς ἀγᾶδες καί εἰς τόν τοποτηρητήν τοῦ Χουρσήτ-πασά, ὅτι ἐπήγαιναν, καί ὅτι καθ΄ ὁδόν ἀπήντησαν τόν πεζόν, τόν ὁποῖον Τοῦρκος φίλος των ἔστειλε καί τούς ἔγραψε νά μήν ὑπάγουν, διότι θά ἀποκεφαλισθοῦν ἀμέσως ὅταν φθάσουν. […] Οἱ προὔχοντες καί οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι, ὡς εἴπαμεν, ἐπῆγαν εἰς τό μοναστῆρι τῆς Ἁγίας Λαύρας ἦσαν οἱ ἑξῆς· ὁ ἀρχιερεύς Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, ὁ Κερνίτσης Προκόπιος καί οἱ προεστῶται τῶν ἐπαρχιῶν Βοστίτσης καί Καλαβρύτων Σωτήρης Χαραλάμπης, Ἀνδρέας Ζαΐμης, Ἀσημάκης Φωτήλας, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος καί ὁ Ἀνδρέας Λόντος· αὐτοί ὅλοι ἐκοιμήθησαν ἐκεῖ εἰς τό μοναστῆρι, καί ἦσαν φοβησμένοι καί ἀπελπισμένοι. Προτοῦ ὅμως φύγουν ἐκεῖθεν ἦλθαν μεταξύ τους εἰς διαφόρους ὁμιλίας ἀμηχανοῦντες τί νά πράξωσι καί ἕκαστος ἔλεγεν ὅ,τι ἐσυλλογίζετο. Ἔλεγαν οἱ μέν· “νά φύγωμεν, ἀλλά ποῦ νά ὑπάγωμεν;”

Οἱ δέ ἀποκρίνοντο· «εἰς τήν Πόλιν νά ὑπάγωμεν»· οἱ δέ πάλιν εἰς τήν Ὕδραν· ἄλλοι εἰς τήν Φραγκιάν, καί ἄλλοι ἀλλοῦ. Ἕως τότε δέ δέν εἶχαν μάθει τήν ἐπανάστασιν τῆς Βλαχίας. Τότε ὁ Ἀσημάκης Φωτήλας εἶπε τά ἑξῆς· «ὅ,τι ἐδυνήθημεν ἐκάμαμεν μέχρι τοῦδε καί ἀρκετά ἐμακρύναμεν τόν καιρόν, ἀλλ΄ εἰς τό ἑξῆς οἱ Τοῦρκοι δέν μᾶς πιστεύουν, ὅσον καί ἄν προσπαθήσωμεν νά τούς γελάσωμεν· ὥστε ὅπως ἔφθασαν τά πράγματα αὐτοί θά κόψουν τά κεφάλια μας, καί ὄχι μόνον τά ἰδικά μας, ἀλλά καί ὅλων τῶν χριστιανῶν, καί Κύριος οἶδεν, ἄν δέν στείλουν τής γυναῖκες καί τά παιδιά μας εἰς τήν Ἀνατολήν. Μακάρι καί ἡμεῖς οἱ ἴδιοι μέ τά χέρια μας νά κόψωμεν τούς ἄλλους ἀδελφούς μας Χριστιανούς ὅλους καί σωρόν νά τούς κάμωμεν, καί εἰς τό τέλος ἄς κόψουν καί ἡμᾶς. Ἀλλ΄ ἡ γνώμη μου εἶναι νά πιάσωμεν τά ὅπλα καί ὁ Θεός ἄς μᾶς βοηθήσει, καί ὅ,τι γίνει ἄς γείνῃ. Ἄν γλυτώσει δέ κανένας ἀπό ἡμᾶς καί φύγῃ καί ὑπάγῃ ἀλλοῦ εἰς τούς Χριστιανούς πιστεύω, ὅτι θά τοῦ δώσουν ἕνα κομμάτι ψωμί νά φάγῃ, διότι θά εἴπῃ ὁ κόσμος, ἐπολέμησαν οἱ κ α κ ό μ η ρ ο ι διά τήν σωτηρίαν των μέ τό μεγάλον θηρίον τῆς οἰκουμένης, ἀλλά δέν τό ἐνίκησαν καί εἶναι ἄξιοι ἐλέους. Ἔπειτα καί ἡμεῖς θά ἔχωμεν ὀλίγον θάρρος εἰς τοῦτο, ὅτι ἐκάμαμεν τό χρέος μας». Οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ Φωτήλα ὑπῆρξαν ἡ ὑστερινή των ἀπόφασις. Ἔπειτα δέ ἐσκορπίσθησαν ἐκεῖθεν μέ τό αὐτό πνεῦμα καί τό αὐτό θάρρος διά νά ἑτοιμασθοῦν εἰς τήν περιμενομένην ἡμέραν καί ὥραν, καί πλέον δέν εἶδον ὁ ἕνας τόν ἄλλον κατά πρόσωπον, παρά μετά τήν ἐπανάστασιν.[2]»

Ἡ μαρτυρία τοῦ Φωτάκου δέν ἀφήνει περιθώρια γιά ἀμφιβολίες καί ἀμφισβητήσεις. Πολύ περισσότερο διότι παραθέτει καί τόν λόγο τοῦ Ἀσημάκη Φωτήλα, τόν ὁποῖο δέν θά ἦταν δυνατόν νά πλαστογραφήσει χωρίς νά προκαλέσει ἀντιδράσεις ἀπό τήν οἰκογένειά του. Ἐξηγεῖ ἡ πολύτιμη αὐτή μαρτυρία σαφῶς τούς λόγους γιά τούς ὁποίους ἔλαβε χώρα ἡ συνάντηση αὐτή. Ἔπρεπε ἀφ΄ ἑνός οἱ πρόκριτοι καί ἀρχιερεῖς νά ἀποφύγουν νά παρουσιασθοῦν στήν Τριπολιτσά καί ἀφ΄ ἑτέρου νά ἀποφασίσουν τί θά πράξουν παρακάτω. Καί ἡ ἀπόφασή τους εἶναι ἐπίσης σαφέστατη, αὐτή τήν ὁποία πρότεινε ὁ Φωτήλας: ἡ ἐπανάσταση.

Ἕνας ἀκόμη παράγοντας, ὁ πλέον σημαντικός ὅλων, τόν ὁποῖο πρέπει νά διαφυλάξουμε ὥστε νά ἐπιβιώσουμε, εἶναι ἡ πίστη μας, διότι χάρη σ΄ αὐτήν ἐπιβίωσε ὁ ἑλληνισμός κατά τή διάρκεια τῆς τουρκοκρατίας, ἀφοῦ ὅποιος ἐξισλαμιζόταν, ταυτόχρονα ἐκτουρκιζόταν. Καί κάποιοι ἐξισλαμίζονταν ἐπειδή δέν ἄντεχαν τήν ἀπάνθρωπη βία τῶν Τούρκων, ἐνῷ κάποιοι ἄλλοι ἐπειδή δέν ἄντεχαν τούς ὑπέρογκους φόρους τούς ὁποίους ἐπέβαλλαν οἱ βάρβαροι στούς ὑπόδουλους. Μαρτυρεῖ σχετικά ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ ἀγώνα Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στόν περίφημο λόγο του “πρός τούς νέους”: “Καί μερικοί μήν ὑποφέροντες τήν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καί βλέποντας τές δόξες καί τές ἡδονές ὁπού ἀνελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τήν πίστη τους καί ἐγίνοντο μουσουλμάνοι.” Ὅμως ὅποιος πίστευε στ΄ ἀλήθεια, εἶχε τήν πίστη βοηθό καί συμπαραστάτη του σέ κάθε του βῆμα, παρά τίς ἀφόρητες κακουχίες τῆς δουλείας. Καί πάλι μαρτυρεῖ ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ἀπό τόν ἴδιο λόγο του, λέγοντας ὅτι οἱ μουσουλμάνοι: “ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν διά νά ἀλλάξη ὁ λαός τήν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλούς ἀνθρώπους, ἀλλ΄ ἐστάθη ἀδύνατο νά τό κατορθώσουν. Τόν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τό σταυρό του ἔκαμε.”

Ἡ προσευχή ἦταν τό στήριγμα τῶν Ἑλλήνων σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἀπάνθρωπης δουλείας. Καί σήμερα; Τί γίνεται σήμερα; Ὁ λαός μας δέν ἔχει ἀλλάξει. Ἡ προσευχή τόν συντροφεύει καθημερινά καί τοῦ δίνει δύναμη νά ἀντιμετωπίσει τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς του. Θά βρεθεῖ πολιτική παράταξη, ἡ ὁποία θά ἐπιχειρήσει νά ἀπαγορεύσει τήν προσευχή ἀπό τά σχολεῖα μας; Ἐάν βρεθεῖ τέτοιου εἴδους πολιτική παράταξη, ὁπωσδήποτε θά πειθαρχεῖ σέ τουρκικές ἀπαιτήσεις. Διότι εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ Τουρκία στίς 23 Μαρτίου τοῦ 1964 διά τῆς ὑπ΄ ἀριθμόν 410/16 ἐγκυκλίου της ἀπαγόρευσε τήν πρωινή προσευχή στά ἑλληνικά σχολεῖα τῆς ἐπικράτειάς της. Ποιός λοιπόν τουρκολάτρης θά βρεθεῖ, γιά νά ἀπαγορεύσει τήν πρωινή προσευχή, ἤ τήν προσευχή σέ ὁποιαδήποτε στιγμή τῆς ἡμέρας, καί στά σχολεῖα τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας; Ὁ τουρκολάτρης ὁ ὁποῖος θά ἀποτολμήσει τέτοιου εἴδους ἀνοσιούργημα, θά δοκιμάσει τήν πλήρη ἀπόρριψη τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.

Κι ἄν μερικοί ἐπί κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν λαό, ἄς τούς διδάξουμε ἐμεῖς πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ σωστός ποιμήν ψυχῶν. Ἄς τούς θυμίσουμε πώς πρέπει νά εἶναι στ΄ ἀλήθεια πατήρ καί διδάσκαλος, καί κατά τόν κυριακό λόγο “πάντων ἔσχατος καί πάντων διάκονος”.

Ἄν τά πράξουμε ὅλα αὐτά, εἶναι βέβαιο πώς θά ἐπιβιώσουμε. Ἄν δέν τά πράξουμε, ἄν ἀμελήσουμε, ἄν ραθυμήσουμε, τότε κατά τόν κυριακό λόγο “ἔσονται τά ἔσχατα χείρονα τῶν πρώτων”. Καί δέν θά ὠφελεῖ πλέον ἐάν ὁμολογοῦμε “στερνή μου γνώση νά σ΄ εἶχα πρῶτα”.

[1] Ἡρόδοτος 8, 144, 2.

[2] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Ἀπομνημονεύματα περί τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, τόμ. 1ος, Ἀθῆναι 1899, σ. 59, 61-64.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.