Μητροπολίτου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐγεννήθηκε σέ ἕνα χωριό τῆς λεγομένης Μι-κρᾶς Ρωσίας, περί τό ἔτος 1690, ἀπό γονεῖς εὐλαβεῖς καί ἐνάρετους.

Ὅταν ἐφθασε σέ νόμιμη ἡλικία ἐστρατεύθηκε, ἐνῶ ἐβασίλευε στή Ρωσία ὁ Μέγας Πέτρος. Ἔλαβε μέρος στόν πόλεμο ὅπου ἔκανε ἐκεῖ-νος ὁ τολμηρός τσάρος ἐναντίον τῶν Τούρκων, κατά τό ἔτος 1711, καί συνελήφθη αἰχμάλωτος ἀπό τούς Τάταρους, οἱ ὁποῖοι τόν ἐπούλησαν σέ ἕνα Ὀθωμανό ἀξιωματικό Ἵππαρχο, πού καταγόταν ἀπό τό Προκόπιον τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τό ὁποῖο εὑρίσκεται πλησίον στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας.

Ὁ ἀγᾶς τόν ἐπῆρε μαζί του στό χωριό του. Πολλοί ἀπό τούς αἰχμάλωτους συμπατριῶτες του ἀρνή-θηκαν τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ἔγιναν Μουσουλμάνοι, εἴτε γιατί ἐκάμφθησαν ἀπό τίς ἀπειλές, εἴτε γιατί ἐδελεάσθησαν ἀπό τίς ὑπο-σχέσεις καί τίς προσφορές ὑλικῶν ἀγαθῶν.

Ὁ Ἰωάννης, ὅμως, ἦταν ἀπό μικρός ἀναθρεμμένος μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου καί ἀγαποῦσε πολύ τόν Θεό καί τήν πίστη τῶν πατέρων του. Ἦτο ἀπό ἐκείνους τούς νέους, ὅπου τούς σοφίζει ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκήρυξε ὁ σοφός Σολομών, λέγοντας: «Ὁ δίκαιος εἶναι γνωστικός καί στή νεότητά του. Διότι τιμημένο γῆρας δέν εἶναι τό πολυχρόνιο, οὔτε μετριέται μέ τόν ἀριθμό τῶν ἐτῶν.

Ἡ φρονιμάδα στούς νέους ἀνθρώπους εἶναι σεβάσμια ὡσάν νά εἶναι γέροντες, καί ὁ καθαρός βίος τούς κάνει ὡσάν νά εἶναι γέροντες πολύμαθοι».

Ἔτσι, λοιπόν, καί ὁ μακάριος Ἰωάννης, ἔχοντας τή σοφία ὅπου δίδει ὁ Θεός σέ ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν, ἔκανε ὑπομονή στή δουλεία καί στήν κακομεταχείριση τοῦ αὐθέντου του καί στίς ὕβρεις καί τά πειράγματα τῶν Ὀθωμανῶν, οἱ ὁποῖοι τόν ἐφώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή ἄπιστο, φανερώνοντάς του τήν περιφρόνηση καί τήν ἀπέχθειά τους.

Στόν αὐθέντη του καί σέ ὅσους τόν παρακι-νοῦσαν νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του, ἀποκρινόταν μέ σθεναρά γνώμη ὅτι προτιμοῦσε νά ἀποθάνει, παρά νά πέσει σέ τέτοια φοβερή ἁμαρ-τία. Στόν ἀγᾶ εἶπε: «Ἐάν μέ ἀφήσεις ἐλεύθερο στήν πίστη μου, θά εἶμαι πολύ πρόθυμος στίς διαταγές σου. Ἄν μέ βιάσεις νά ἀλλαξο-πιστήσω, γνώριζε ὅτι σοῦ παραδίδω τήν κεφαλή μου, παρά τήν πίστη μου. Χριστιανός ἐγεννήθηκα καί Χριστιανός θά ἀποθάνω».

Ὁ Θεός, βλέποντας τήν πίστη του καί ἀκούοντας τήν ὁμολογία του, ἐμαλάκωσε τή σκληρή καρδιά τοῦ ἀγᾶ καί μέ τόν καιρό τόν ἐσυμπάθησε. Σέ αὐτό συνήργησε καί ἡ μεγάλη ταπείνωση ὅπου ἐστόλιζε τόν Ἰωάννη, καθώς καί ἡ πραότητά του.

Ἔμεινε, λοιπόν, ἥσυχος ὁ μακάριος Ἰωάννης ἀπό τίς ὑποσχέ-σεις καί ἀπειλές τοῦ Ὀθωμανοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος τόν εἶχε διορι-σμένο στό σταῦλο του, γιά νά φροντίζει τά ζῶα του. Σέ μιά γωνιά τοῦ σταύλου ἐξάπλωνε τό κουρασμένο σῶμα του καί ἀναπαυόταν, εὐχαριστώντας τόν Θεό, διότι ἀξιώθηκε νά ἔχει ὡς κλίνη τή φάτνη στήν ὁποία ἀνεκλίθη κατά τήν γέννησή Του ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἦταν δέ ἀφωσιωμένος στό ἔργο του, περιποιούμενος μέ στοργή τά ζῶα τοῦ κυρίου του, τά ὁποῖα αἰσθάνονταν τόση τήν πρός αὐτά ἀγάπη τοῦ Ἁγίου, ὥστε νά τόν ζητοῦν ὅταν ἀπουσίαζε, νά τόν προσβλέπουν μέ ἀγάπη καί νά χρεμετίζουν μέ χαρά ὅταν τά ἐχάϊδευε, ὡσάν νά συνομιλοῦσαν μαζί του.

Μέ τόν καιρό ὁ ἀγᾶς τόν ἀγάπησε, καθώς καί ἡ σύζυγός του, καί τοῦ ἔδωσαν γιά κατοικία ἕνα μικρό κελλί κοντά στόν ἀχυρῶνα. Ὅμως ὁ Ἰωάννης δέν ἐδέχθηκε καί ἐξακολούθησε νά κοιμᾶται στό σταῦλο, γιά νά καταπονεῖ τό σῶμα του μέ τήν κακοπέραση καί μέ τήν ἄσκηση, μέσα στή δυσοσμία τῶν ζώων καί στά ποδοβολητά τους.

Κάθε ν΄θκτα ὁ σταῦλος ἐγέμιζε ἀπό τίς προσευχάς τοῦ Ἁγίου καί ἡ κακοσμία ἐγίνετο ὀσμή εὐωδίας πνευματικῆς. Ὁ μακάριος Ἰωάννης εἶχε ἐκεῖνο τό σταῦλον ὡς ἀσκητήριο, καί ἐκεῖ ἐπορευόταν κατά τούς κανόνας τῶν Πατέρων, ἐπί ὧρες γονυπετής καί προσευ-χόμενος, κοιμώμενος γιά λίγο ἐπάνω στά ἄχυρα, χωρίς ἄλλο σκέπασμα ἀπό μιά παλαιά κάπα, γευόμενος μέ διάκριση, πολλές φορές μόνον λίγο ψωμί καί νερό καί νηστεύοντας τίς περισσότερες ἡμέρες.

Συνέχεια ἔψαλε τούς λόγους τοῦ ἱεροῦ ψαλμωδοῦ: «Ὁ κατοι-κῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καί καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καί ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτός ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καί ἀπό λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καί ἐν σκιᾷ θανάτου.

Ἐγώ δέ πρός τόν Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καί εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τήν εἴσοδόν μου καί τήν ἔξοδόν μου ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρός σέ ᾗρα τούς ὀφθαλμούς μου, Κύριε, τόν κατοι-κοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδού ὡς ὀφθαλμοί δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοί ἡμῶν πρός Κύριον τόν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὕ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμούς ἐσιγόψαλε καί τήν ὥρα ὅπου ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπό τό ἄλογο τοῦ ἀφέντη του.

Μέ τήν εὐλογία, ὅπου ἔφερε ὁ Ἅγιος στόν οἶκο τοῦ Τούρκου Ἱππάρχου, αὐτός ἐπλούτισε καί ἔγινε ἕνας ἀπό τούς ἰσχυρούς τοῦ Προκοπίου.

Ὁ Ἅγιος ἱπποκόμος του, παρεκτός τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας, πού ἔκανε ὡς ἄλλος Ἰώβ, ἐπήγαινε τήν νύκτα καί ἔκανε ὄρθιος ἀγρυπνίες στό νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη μέσα σέ ἕνα βράχο καί εὑρισκόταν πλησίον στόν οἶκο τοῦ Τούρκου κυρίου του. Ἐκεῖ ἐπήγαινε κρυφά τή νύκτα, ἐκοινωνοῦσε δέ κάθε Σάββατο τά Ἄχραντα Μυστήρια. Καί ὁ Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς», ἐπέβλεψε ἐπί τόν δοῦλο του τόν πιστό καί ἔκανε, ὥστε νά πάψουν νά τόν περιπαίζουν καί νά τόν ὑβρίζουν οἱ σύνδουλοί του καί οἱ ἄλλοι ἀλλόθρησκοι.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ ἀφέντης τοῦ Ἰωάννου ἐπλούτισε, ἀπεφάσισε νά ὑπάγει γιά προσκύνημα στή Μέκκα, τήν ἱερά πόλη τῶν Μωα-μεθανῶν.

Ἀφοῦ ἐπέρασαν ἀρκετές ἡμέρες ἀπό τήν ἀναχώρησή του, ἡ σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα καί προσεκάλεσε τούς συγγενεῖς καί τούς φίλους τοῦ ἀνδρός της, γιά νά εὐφρανθοῦν καί νά εὐχηθοῦν νά ἐπιστρέψει ὑγιής στόν οἶκο του ἀπό τήν ἀποδημία. Ὁ μακάριος Ἰωάννης διακονοῦσε στήν τράπεζα. Παρέθεσαν δέ σέ αὐτή καί ἕνα φαγητό, τό ὁποῖο ἄρεσε πολύ στόν ἀγᾶ, τό λεγόμενο πιλάφι, ὅπου τό συνηθίζουν πολύ στήν Ἀνατολή. Τότε ἡ οἰκοδέσποινα ἐθυμήθηκε τό σύζυγό της καί εἶπε στόν Ἰωάννη: «Πόση εὐχαρίστηση θά ἐλάμβανε, Γιουβάν, ὁ ἀφέντης σου, ἄν ἦταν ἐδῶ καί ἔτρωγε μαζί μας ἀπό τοῦτο τό πιλάφι!».

Ὁ Ἰωάννης τότε ἐζήτησε ἀπό τήν κυρά του ἕνα πιάτο γεμᾶτο πιλάφι καί εἶπε ὅτι θά τό ἔστελνε στόν ἀφέντη του στή Μέκκα. Στό ἄκουσμα τῶν λόγων του ἐγέλασαν οἱ προσκεκλημένοι. Ἀλλά ἡ οἰκοδέσποινα εἶπε στή μαγείρισσα νά δώσει τό πινάκιο μέ τό φαγητό στόν Ἰωάννη, σκεπτόμενη ἤ ὅτι ἤθε-λε νά τό φάει ὁ ἴδιος μόνος του ἤ νά τό πάει σέ καμιά πτωχή χρι-στιανική οἰκογένεια, ὅπως ἐσυνήθιζε νά κάνει, δίδοντας τό φαγητό του.

Ὁ Ἅγιος τό ἐπῆρε καί ἐπῆγε στό σταῦλο. Ἐκεῖ ἐγονυπέτησε καί ἔκανε προσευχήν ἐκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τόν Θεό νά ἀποστείλει τό φαγητό στόν ἀφέντη του μέ ὅποιο τρόπο ἤθελε οἰκονομήσει Ἐκεῖνος μέ τήν παντοδυναμία Του. Μέ τήν ἁπλότητα πού εἶχε στήν καρδιά του ὁ Ἰωάννης ἐπίστεψε ὅτι ὁ Κύριος θά εἰσακούσει τήν προσευχή του καί τό φαγητό θά πήγαινε θαυμα-τουργικά στή Μέκκαν.

Ἐπίστευε, «μηδέν διακρινόμενος» κατά τό λόγον τοῦ Κυρίου, χωρίς νά ἔχει κανένα δισταγμό, ὅτι θά αὐτό πού ἐζήτησε θά ἐγινόταν. Καί, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος, «τά ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καί θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ὅτι, δηλαδή, αὐτά τά ὑπερφυσικά θαύ-ματα συμβαίνουν σέ ἐκείνους πού ἔχουν ἁπλούστερη διάνοια καί εἶναι θερμότεροι στήν ἐλπίδα τήν ὁποία ἔχουν πρός τόν Θεό. Πράγματι! Τό πιάτο μέ τό φαγητό ἐχάθηκε ἀπό τά μάτια τοῦ Ὁσίου. Ὁ μακάριος Ἰωάννης ἐπέστρεψε στήν τράπεζα καί εἶπε τήν οἰκοδέσποιναν, ὅτι ἔστειλε τό φαγητό στή Μέκκα. Ἀκούοντας οἱ προσκεκλημένοι τό λόγο αὐτό ἐγέλασαν καί εἶπαν ὅτι τό ἔφαγε ὁ Ἰωάννης.

Ἀλλά ὕστερα ἀπό λίγες ἡμέρας ἐγύρισε ἀπό τή Μέκκα ὁ κύριός του καί ἔφερε μαζί του τό χάλκινο πιάτο, πρός μεγάλη ἔκπληξη τῶν οἰκείων του. Μόνο ὁ μακάριος Ἰωάννης δέν ἐξεπλάγη.

Ἔλεγε, λοιπόν, ὁ ἀγᾶς στούς οἰκείους του: «Τήν δεῖνα ἡμέρα (καί ἦταν ἡ ἡμέρα τοῦ συμποσίου, κατά τήν ὁποία εἶπε ὁ Ἰωάννης ὅτι ἔστειλε τό φαγητό στόν ἀφέντη του), τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἐπέστρεψα ἀπό τό μεγάλον τζαμί στόν τόπο ὅπου ἐκατοικοῦσα, εὑρῆκα ἐπάνω στό τραπέζι, σέ ἕναν ὀντᾶ (δωμάτιο) ὅπου τόν εἶχα κλειδωμένο, τοῦτο τό σαχάνι (πιάτο) γεμᾶτο πιλάφι.

Ἐστάθηκα μέ ἀπορία, σκεπτόμενος, ποῖος ἄραγε εἶχε φέρει ἐκεῖνο τό φαγητό καί πρό πάντων δέν μποροῦσα νά ἐννοήσω μέ τί τρόπο εἶχε ἀνοίξει τήν πόρτα, τήν ὁποία εἶχα κλείσει καλά.

Μή γνωρίζοντας πῶς νά ἐξηγήσω αὐτό τό παράδοξο πρᾶγμα, περιεργαζόμουν τό πιάτο μέσα στό ὁποῖο ἄχνιζε τό πιλάφι καί εἶδα μέ ἀπορίαν ὅτι ἦταν χαραγμένο τό ὄνομά μου ἐπάνω χτό χάλκωμα, ὅπως σέ ὅλα τά χάλκινα σκεύη τῆς οἰκίας μας. Ὡστόσο, μέ ὅλην τήν ταραχήν ὅπου εἶχα ἀπό ἐκεῖνο τό ἀνεξήγητο περιστατικό, ἐκάθησα καί ἔφαγα τό πιλάφι μέ μεγάλη ὄρεξη, καί ἰδού τό πιάτο πού τό ἔφερα μαζί μου, καί εἶναι ἀληθινά τό δικό μας».

Ἀκούοντας αὐτήν τή διήγηση οἱ οἰκεῖοι τοῦ Ἱππάρχου ἐξέστησαν καί ἀπόρησαν, ἡ δέ σύζυγός του τοῦ ἐξιστόρησε πῶς ἐζή-τησε ὁ Ἰωάννης τό πιάτο μέ τό φαγητό καί εἶπε ὅτι τό ἔστειλε στή Μέκκα, καί ὅτι, ἀκούγοντάς τον νά λέγει ὅτι τό ἔστειλε, ἐγέλασαν.

Αὐτό τό θαῦμα ἐμαθεύτηκε σέ ὅλο τό χωριό καί στή γύρω περιοχή καί ὅλοι ἐθεωροῦσαν πλέον τόν Ἰωάννη ὡς ἄνθρωπο δίκαιο καί ἀγαπητό στό Θεό, τόν ἔβλεπαν δέ μέ φόβο καί σεβασμό, καί δέν ἐτολμοῦσε κανείς νά τόν ἐνοχλήσει. Ὁ κύριός του καί ἡ σύζυγός του τόν ἐπεριποιοῦντο περισσότερο καί τόν παρακαλοῦ-σαν πάλι νά φύγει ἀπό τό σταῦλο καί νά κατοικήσει σέ ἕνα οἴκημα, τό ὁποῖο ἦταν κοντά στόν σταῦλο, ὅμως ἐκεῖνος δέν ἤθελε νά ἀλλάξει κατοικίαν. Ἐπερνοῦσε, λοιπόν, τό βίο του μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὡς ἀσκητής, ἐργαζόμενος ὅπως πρίν στήν περιποίηση τῶν ζώων καί κάνοντας μέ προθυμία τά θελήματα τοῦ ἀγᾶ.

Ἀλλ’ ὕστερα ἀπό λίγα χρόνια, κατά τά ὁποῖα ἔζησε ὁ μακά-ριος Ἰωάννης μέ νηστεία, προσευχή καί χαμευνία, πλησιάζοντας στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἀσθένησε καί ἦταν ξαπλωμένος ἐπάνω στά ἄχυρα τοῦ σταύλου, τόν ὁποῖο εἶχε ἁγιάσει μέ τίς δεήσεις του καί μέ τήν κακοπάθεια τοῦ σώματός του γιά τό ὄνομα καί τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Προαισθανόμενος ὁ Ὅσιος τό τέλος του, ἐζήτησε νά κοινω-νήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καί πρός τοῦτο ἔστειλε καί ἐκάλεσε ἕναν ἱερέα.

Ἀλλά ὁ ἱερεύς ἐφοβήθηκε νά μεταφέρει φανερά τά Ἅγια Μυστήρια στό σταῦλο, γιά τό φανατισμό τῶν Τούρκων. Ὅμως ἐσοφίσθηκε, κατά θεία φώτιση, καί ἐπῆρε ἕνα μῆλο, τό ἔσκαψε, ἔβαλε μέσα τή Θεία Κοινωνία καί ἔτσι μετέβη στό σταῦλο καί ἐκοινώνησε τόν μακάριο Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος μόλις ἔλαβε τό Ἄχραντο Σῶμα καί τό Τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου παρέδωκε τήν ἁγία ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ, τόν Ὁποῖο τόσο ἀγάπησε. Ἦταν τό ἔτος 1730.

Τό 1733, τό ἀκέραιο καί εὐωδιάζον ἱερό λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου μεταφέρθηκε, μετά τήν ἐκταφή του, ἀρχικά στή λατομη-μένη σέ βράχο ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀργότερα στό νεόδμητο ναό τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καί τέλος στόν πρός τιμήν του ἀνεγερθέντα ναό. Ἐτοποθετήθηκε σέ λάρνακα στό δεξιό μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ κατέφθαναν ἀναρίθμητοι προσκυνητές καί πάσχοντες ἀπό διάφορα νοσήματα εὕρισκαν τή θεραπεία τους.

Ὅταν, κατά τό ἔτος 1832, ἐπί σουλτάνου Μαχμούτ τοῦ Β΄, ἐπανεστάτησε ἐναντίον του ὁ ἀντιβασιλέας τῆς Αἰγύπτου Ἰμπραχήμ παςᾶς, ὁ σουλτᾶνος ἔστειλε ἐναντίον του καί τόν Χαζνετάρ Ὀγλού Ὀσμάν παςᾶ μέ 1800 στρατιῶτες.

Ὁ Ὀσμάν παςᾶς, ἀφοῦ ἐπέρασε τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἔφθασε κοντά στό Προκόπιο, ὅπου ἐσκεπτόταν νά ἀναπαυθεῖ καί νά ἀναχωρήσει τήν ἄλλη ἡμέρα. Ἐπειδή ὅμως οἱ περισσότεροι ἀπό τούς Μουσουλμάνους τοῦ Προκοπίου, σάν γενίτσαροι πού ἦσαν, ἐμισοῦσαν τό σουλτάνο, συμφώνησαν ὅλοι νά μήν δεχθοῦν τόν Ὀσμάν πασᾶ στό Προκόπι οὔτε στά σύνορα.

Οἱ Χριστιανοί, πού ἦσαν πιστοί στό σουλτάνο, προσπάθησαν νά πείσουν τούς συμπατριῶτες τους νά πειθαρχήσουν στό σουλτάνο καί νά δεχθοῦν τό στρατό πού ἐρχόταν ἀπό ἐκεῖνον, λέγοντας μάλιστα σ’ αὐτούς ὅτι μπορεῖ ὁ Ὀσμάν πασᾶς νά ἀγανακτήσει καί νά καταστρέψει τό χωριό.

Ἐκεῖνοι ὅμως δέν ἄλλαζαν γνώμη. Τότε οἱ Χριστιανοί ἐπῆραν τά γυναικόπαιδα καί ἔφυγαν στά γύρω χωριά καί στίς σπηλιές, γιά νά μήν πέσουν θύματα τῆς ἀνόητης ἀντιδράσεως τῶν γενιτσάρων.

Πράγματι, τήν ἄλλη ἡμέρα, ὅταν ὁ Ὀσμάν πασᾶς εῖσῆλθε στό Προκόπι, τό ἐλεηλάτησε καί τό κατέστρεψε. Κάποιοι ἀπό τούς στρατιῶτες εἰσῆλθαν καί στό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Ἅρπαξαν τά ἱερά σκεύη καί ἄνοιξαν τή λάρνακα τοῦ Ὁσίου ἐλπίζοντας νά εὕρουν καί ἐκεῖ χρυσαφικά καί ἀσημικά. Δέν εὑρῆκαν ὅμως τίποτε. Ἀπό τό κακό τους, πού βγῆκαν γελασμένοι καί γιά νά κοροϊδέψουν τή χριστιανική πίστη, ἀπεφάσισαν νά κάψουν τό ἱερό λείψανο.

Τό ἔβαλαν στό προαύλιο, ἐμάζεψαν πολλά φρύγαναν, ἔβαλαν φωτιά καί ἔρριψαν μέ ἀσέβεια τό ἱερό σκήνωμα μέσα στίς φλόγες. Τό ἱερό λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου ὄχι μόνο ἔμεινε ἀφλεκτο, ἀλλά καί ἐφάνηκε στούς ἄπιστους ὅτι ἐζοῦσε, τούς ἐφοβέριζε καί τούς ἔδιψχνε ἀπό τόν περίβολο τῆς ἐκκλησίας.

Τήν ἑπόμενη ἡμέρα γέροντες Χριστιανοί εὑρῆκαν τά ἀσημικά, πού εἶχαν ἀφήσει ἀπό τόν τρόμο τους οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες, ἐπῆραν μέ εὐλάβεια τό ἱερό λείψανο καί τό ἐτοποθέτησαν πάλι μέσα στή λάρνακα.

Τό ἱερό λείψανο μεταφέρθηκε στήν Εὔβοια τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἔτους 1924 μαζί μέ τούς πρόσφυγες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπό τό πλοῖο «Βασίλειος Δεστούνης».

Καί ἐνῶ τό πλοῖο εὑρισκόταν στή Ρόδο δέν προχωροῦσε, ἀλλά περιστρεφόταν μέσα στή θάλασσα καί ἔμενε στόν ἴδιο τόπο. Ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου ἐφοβήθηκε.

Τότε ὁ Παναγιώτης Παπαδόπουλος, πού εἶχε πάρει μαζί του τό ἱερό λείψανο κρυφά, ἐξήγησε στόν πλοίαρχο, ὅτι μέσα στό πλοῖο καί μάλιστα στό ἀμπάρι ἦταν τό ἱερό λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου.

Ἀμέσως ὁ κυβερνήτης διέταξε τή μεταφορά τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος στό διαμέρισμα τοῦ πλοίου, τό ὁποῖο ἐχρησιμοποιόταν ὡς εὐκτή-ριος οἶκος, ὅπου τό ἐναπέθεσαν καί ἄναψαν τό κανδήλι.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.