1829 Φλεβαρίου 26, Ἄργος. Εἶμαι διορισμένος ἀπὸ τὴν κυβέρνηση τοῦ Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικὸς Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς δύναμης τῆς Πελοπόννησος καὶ Σπάρτης.[1] Ὁ σταθμός μου εἶναι ἐδῶ εἰς Ἄργος. Κάθομαι καὶ ἀγροικιῶμαι μὲ τὴν Κυβέρνηση καὶ παντοῦ εἰς τὴς ἐπαρχίες μ' ἀρχὲς κι' ἀξιωματικοὺς καὶ ὅποτε κάνει χρεία, φέρνω καὶ γύρα σὲ ὅλα τὰ μέρη αὐτὰ διὰ τὴν γενικὴ ἡσυχία καὶ ξακολουθῶ τὰ χρέη μου καθήμενος τὸν περισσότερον καιρὸν ἐδῶ. Καὶ γιὰ νὰ μὴν τρέχω εἰς τοὺς καφφενέδες καὶ σὲ ἄλλα τοιοῦτα καὶ δὲν τὰ συνηθῶ - (ἤξερα ὀλίγον γράψιμον, ὅτι δὲν εἶχα πάγῃ εἰς δάσκαλο ἀπὸ τὰ αἴτια ὁποῦ θὰ ξηγηθῶ, μὴν ἔχοντας τοὺς τρόπους) περικαλοῦσα τὸν ἕναν φίλον καὶ τὸν ἄλλον καὶ μ' ἔμαθαν κάτι περισσότερον ἐδῶ εἰς Ἄργος, ὁποῦ κάθομαι ἄνεργος. Ἀφοῦ λοιπὸν καταγίνηκα ἕνα δυὸ μῆνες νὰ μάθω ἐτοῦτα τὰ γράμματα ὀποῦ βλέπετε, ἐφαντάστηκα νὰ γράψω τὸν βίον μου, ὅσα ἔπραξα εἰς τὴν μικρή μου ἡλικία καὶ ὅσα εἰς τὴν κοινωνία, ὅταν ἦρθα σὲ ἡλικία, καὶ ὅσα διὰ τὴν πατρίδα μου, ὁποῦ μπῆκα εἰς τῆς Ἑταιρίας τὸ μυστήριον διὰ τὸν ἀγῶνα τῆς λευτεριᾶς μας καὶ ὅσα εἶδα καὶ ξέρω ὁποὔγιναν εἰς τὸν Ἀγῶνα, καὶ σὲ ὅσα κατὰ δύναμη συμμέθεξα κ' ἐγὼ κ' ἔκαμα τὸ χρέος μου, ἐκεῖνο ὁποῦ μποροῦσα.

Δὲν ἔπρεπε νὰ ἔμπω εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον ἕνας ἀγράμματος, νὰ βαρύνω τοὺς τίμιους ἀναγνῶστες καὶ μεγάλους ἄντρες καὶ σοφοὺς τῆς κοινωνίας καὶ νὰ τοὺς βάλω σὲ βάρος, νὰ τοὺς κινῶ τὴν περιέργειά τους καὶ νὰ χάνουν τὴς πολυτίμητες στιμὲς εἰς αὐτά. Ἀφοῦ ὅμως ἔλαβα καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος αὐτείνη τὴν ἀδυναμίαν, σᾶς ζητῶ συγνώμη εἰς τὸ βάρος ὁποῦ θὰ σᾶς δώσω. Ἂν εἶμαι τίμιος ἄνθρωπος, θέλω γράψῃ τὴν ἀλήθεια, καθὼς ἔγιναν τὰ γραφόμενα, ὁποῦ θὰ σημειώσω. Ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες ἔχετε χρέος πρῶτα νὰ ‘ρευνήσετε διὰ τὴν διαγωγή μου, πῶς φέρθηκα εἰς τὴν κοινωνία καὶ Ἀγῶνα, καὶ ἂν τιμίως φέρθηκα, βάλετε βάση καὶ εἰς τὰ γραφόμενά μου˙ ἂν ἀτίμως φέρθηκα, μὴν πιστεύετε τίποτας. Καὶ ἀφοῦ μάθετε ὅτι φέρθηκα τιμίως καὶ ἰδῆτε σημειωμένα ἔγγραφα καὶ ἀπόδειξες[2], ἀρχὴ καὶ τέλος, ἀπὸ διαφόρους, ἀπὸ κυβέρνησες καὶ ἀπὸ ἀρχὲς καὶ ἀπὸ ἄλλους πολλούς, ὅθεν χρημάτισα ἐγὼ μὲ τοὺς ἀδελφούς μου συναγωνιστάς, ὁποῦ μ’ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ἔχω εἰς τὴν ὁδηγίαν μου, ὅλο καλύτερούς μου εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ εἰς ὑπηρεσίες, ὅθεν διατάχτηκα. Μὲ δεκοχτὼ ἀνθρώπους πρωτοκινήθηκα[3] εἰς τὸν ἀγῶνα˙ ὡς τοὺς χίλιους τετρακόσιους μ’ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νἄχω εἰς τὴν ὁδηγίαν μου. Ποτὲ δὲν μολύθηκαν τ’ ἀρχεῖα τῆς πατρίδος μου˙ οὔτε εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὔτε εἰς ἐπαρχίες, οὔτε εἰς ἄτομα, ὁποῦ ἀγωνιστήκαμεν εἰς τὴν Ρούμελη, Πελοπόννησον καὶ νησιὰ καὶ Σπάρτη, δὲν εἶναι πουθενὰ κατηγορία παραμικρὴ διὰ ἐμᾶς. Εὐκαριστήρια θὰ ἰδῆτε ἀπ’ οὗλα τὰ μέρη πλῆθος ἐδῶ μέσα σημειωμένα, καὶ παντοῦ εἰς τὸ κράτος καὶ εἰς τ’ ἀρχεῖα τῆς κυβέρνησης φαίνονται αὐτά. Καὶ μ’ ὅσους ἀνθρώπους μ’ ἀξίωσε ὁ Θεὸς καὶ διοίκησα, διάφορες ἀκαταστασίες καὶ ἁρπαγὲς ηὗραν τὴν πατρίδα, ἀρχὴ καὶ τέλος, δοξασμένο νὰ εἶναι τὸ πανάγαθον ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἐμᾶς δὲν μᾶς ἄφησε νὰ μολυθοῦμεν. Καὶ αὐτὲς τὴς χάριτες πρέπει νὰ τὴς χρωστάγῃ ἡ πατρὶς εἰς τοὺς ἀξιότιμους καὶ ἀγαθοὺς καὶ γενναίους πατριῶτες τοὺς συναγωνιστάς μου, ὁποὖχα εἰς τὴν ὁδηγίαν μου εἰς τὸν ἀγῶνα, ὁποῦ συνεισφέραμεν καὶ ἐμεῖς κατὰ δύναμιν εἰς τὴς ἀνάγκες πατρίδος. Εἶναι ἡ ἀρετὴ καὶ ὁ πατριωτισμός, ὁποῦ ἔδειξαν, αὐτείνων τῶν καλῶν πατριώτων, ὄχι ἐμένα. Ὅτι ἐγὼ δὲν εἶχα αὐτείνη τὴν ἀρετή, οὔτε τὴν ἔχω ἀκόμα˙ καθὼς εἰς τοὺς πολέμους, καὶ τώρα εἰς τὴν ‘πηρεσίαν εἶναι αὐτεῖνοι οἱ καλύτεροί μου. Εἶναι καὶ τώρα εἰς τὴν ‘πηρεσία, εἰς τὴν ὁδηγία μου, οἱ γενναῖγοι καὶ ἀγαθοὶ ἀξιωματικοὶ Μισολογγιοῦ μὲ τὸν ἀγαθὸν καὶ γενναῖον ἀρχηγόν τους Μῆτρο Ντεληγιώργη, φρούραρχο εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ Μισολογγιοῦ.[4] Εἶναι πολλοὶ γενναῖγοι καὶ ἀξιότιμοι νησιῶτες καὶ Πελοποννήσιοι, ἀγαθοὶ ἀγωνισταί˙ εἶναι Ρουμελιῶτες. Εἶναι οἱ ἀγαθοὶ καὶ φιλόπατροι νοικοκυραῖοι καὶ ἀξιωματικοὶ Ἀθηνῶν, ὁποῦ ἀγωνιζόμαστε εἰς τὸ κάστρο τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀλλοῦ εἰς τοὺς ἀγῶνες τῆς πατρίδος. Καὶ ἡ ἀρετὴ αὐτείνων ὅλων τῶν καλῶν πατριώτων -ἡ ἀγαθότη πρῶτα του Θεοῦ- μᾶς γλύτωσε ἀπ’ ὅσα βλάβουν τὴν πατρίδα. Ἡ ἀφεντειά σας, ἀγαθοὶ ἀναγνῶστες, σᾶς περικαλῶ, ἂν καὶ θέλετε νὰ μάθετε τὴν ἀλήθεια, ‘ρευνήσετε ὅλα αὐτὰ ὁποῦ θὰ ἰδῆτε, ἂν εἶναι ἀλήθεια ἢ ψέματα. Ἕνα σᾶς περικαλῶ, ὅλους τοὺς ἀξιότιμους ἀναγνῶστες˙ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρετε καμμίαν κρίση οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά, ἂν δὲν τὸ διαβάσετε ὅλο -καὶ τότε εἶστε νοικοκυραῖοι νὰ κάμετε ὅ,τι κρίση θέλετε ἢ ὑπέρ, εἴτε κατά. Ὅταν τὸ διαβάσετε ὅλο, ἀρχὴ καὶ τέλος, τότε νὰ κάμετε τὴν κρίση γιὰ ὅσους φέραν δυστυχήματα εἰς τὴν πατρίδα καὶ ἐμφύλιους πολέμους διὰ τὰ ἀτομικὰ τοὺς νιτερέσια καὶ τὴν ‘διοτέλειά τους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔπαθε καὶ παθαίνει ὡς σήμερον ἡ δυστυχισμένη πατρίδα καὶ οἱ τίμιοι ἀγωνισταί. Θὰ σημειώσω γυμνὴ τὴν ἀλήθεια καὶ χωρὶς πάθος. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρὴ καὶ ὅσοι κάμαμεν τὸ κακό μᾶς κακοφαίνεται, ὅτι καὶ τὸ κακὸ τὸ θέλομε καὶ τὸ νιτερέσιον νὰ τὸ κάνωμε καὶ καλοὺς πατριῶτες θέλομε νὰ μᾶς λένε. Καὶ αὐτὸ δὲν γίνεται, οὔτε θὰ τὸ κρύψω ἐγὼ καὶ νὰ μείνῃ κρυμμένο, ὅτι ἡ πατρὶς ζημιώθη, διατιμήθη[5] καὶ ὅλο ‘σ αὐτὸ κατανταίνει· ὅτι μᾶς ηὗρε ὅλους θερία. Καὶ τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ θὰ τὰ εἰποῦνε κ’ ἱστορίες καὶ ‘φημερίδες καθημερινῶς τὰ λένε. Καὶ δὲν σημαίνουν τὰ δικά μου· καὶ πρέπει νὰ τὰ γράφουνε προκομμένοι κι’ ὄχι ἁπλοὶ ἀγράμματοι˙ καὶ νὰ τὰ γλέπουν οἱ νεώτεροι˙ καὶ οἱ μεταγενέστεροι νἄχουν περισσότερη ἀρετὴ καὶ πατριωτισμόν. Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ θρησκεία εἶναι τὸ πᾶν καὶ πρέπει νὰ θυσιάζῃ καὶ πατριωτισμὸν καὶ νὰ ζῆ αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς του ὡς τίμιοι ἄνθρωποι εἰς τὴν κοινωνία. Καὶ τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μὲ πατριωτικὰ αἰστήματα˙ τὸ ἀναντίον λέγονται παλιόψαθες τῶν ἐθνῶν καὶ βάρος γῆς. Καὶ διὰ τοῦτο ὡς πατρίδα γενικὴ τοῦ κάθε ἑνοῦ καὶ ἔργο τῶν ἀγώνων τοῦ μικρότερου καὶ ἀδύνατου πολίτη, ἔχει κι’ αὐτὸς τὰ συμφέροντά του εἰς αὐτείνη τὴν πατρίδα, εἰς αὐτείνη τὴν θρησκεία. Δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ βαρύνεται καὶ νὰ ἀμελῇ αὐτά˙ καὶ ὁ προκομμένος πρέπει νὰ φωνάζῃ ὡς προκομμένος τὴν ἀλήθεια, τὸ ἴδιον καὶ ὁ ἁπλός. Ὅτι κρικέλλα δὲν ἔχει ἡ γῆς νὰ τὴν πάρῃ κανεὶς εἰς τὴν πλάτη του[6], οὔτε ὁ δυνατός, οὔτε ὁ ἀδύνατος˙ καὶ ὅταν εἶναι ὁ καθεὶς ἀδύνατος εἰς ἕνα πρᾶμα καὶ μόνος του δὲν μπορῇ νὰ πάρῃ τὸ βάρος καὶ παίρνῃ καὶ τοὺς ἄλλους καὶ βοηθοῦν, τότε νὰ μὴν φαντάζεται νὰ λέγῃ ὁ αἴτιος ἐγώ˙ νὰ λέγῃ ἐμεῖς. Ὅτι βάναμε ὅλοι τὴς πλάτες, ὄχι ἕνας. Οἱ ἄρχοντές μας, οἱ ἀρχηγοί μας ἔγιναν «Ἐκλαμπρότατοι», ἔγιναν «Γενναιότατοι» καὶ οἱ ντόπιοι καὶ οἱ φερτικοί, ὅμως τίποτας δὲν τοὺς ἀναπεύει. Ἤμασταν φτωχοί, ἐγίναμεν πλούσιοι. Ἦταν ὁ Κιαμίλμπεγης ἐδῶ εἰς τὴν Πελοπόννησο καὶ οἱ ἄλλοι οἱ Τοῦρκοι πλουσιώτατοι, ἔγινε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ ἄλλοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι πλούσιοι ἀπὸ γές, ἀργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες καὶ ἄλλα πλούτη τῶν Τούρκων. Ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ οἱ συντρόφοι του ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ζάκυθο, δὲν εἶχαν οὔτε πιθαμὴ γῆς˙ τώρα φαίνεται τί ἔχουν. Τὸ ἴδιον καὶ εἰς τὴν Ρούμελη˙ Γκούρας καὶ Μαμούρης, Κριτζώτης[7], Γριβαῖγοι, Στάικος καὶ οἱ ἄλλοι, Τζαβελαῖγοι καὶ ἄλλοι πολλοί. Καὶ τί ζητοῦνε ἀπὸ τὸ ἔθνος; Μιλλιούνια ἀκόμα διὰ τὴς μεγάλες δούλεψες. Καὶ σὲ αὐτὰ ποτὲς δὲν ἀναπεύονται˙ ὅλο νόμους καὶ φατρίες διὰ τὸ καλό τῆς πατρίδος, ὅλο αὐτὸ πασκίζουν. Ὅσα ἔπαθε ἡ πατρὶς διὰ τοὺς «νόμους» καὶ τὸ καλὸ αὐτεινῶν καὶ ὅσα παληκάρια σκοτώθηκαν, δὲν τἄπαθε ἡ πατρὶς εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν Τούρκων. Κατοικίσαμεν τοὺς κατοίκους μέσα τὰ σπήλαια καὶ ζοῦνε μὲ τὰ θερία καὶ ρημώσαμε τοὺς τόπους καὶ ἐγίναμε ἡ παραλυσία τοῦ κόσμου.

Ὅλα αὐτά μου δῶσαν ἀφορμὴ νὰ μάθω γράμματα εἰς τὰ γεράματα, νὰ τὰ σημειώσω ὅλα. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἤμουν καὶ ἐγώ. Ἃς γράψῃ ἄλλος διὰ ‘μένα ὅ,τι γνωρίζῃ. Ἐγὼ τὴν ἀλήθεια θὰ τὴν εἰπῶ γυμνή. Ὅτι ἔχω τὸ μερίδιό μου˙ ‘σ αὐτείνη τὴν πατρίδα θὰ ζήσω ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου. Ὅτ’ ἤμουν νέος καὶ στραβογέρασα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεινά της πατρίδας˙ πέντε πληγὲς πῆρα εἰς τὸ σῶμα μου εἰς διάφορους ἀγῶνες πατρίδος καὶ ἀποκαταστάθηκα μισὸς ἄνθρωπος καὶ τὸν περισσότερον καιρὸ εἶμαι εἰς τὰ ροῦχα ἀστενὴς ἀπὸ αὐτά. Δοξάζω τὸν Θεὸν ὁποῦ δὲν μοῦ σήκωσε τὴν ζωή μου καὶ εὐκαριστῶ καὶ τὴν πατρίδα μου ὁποῦ μὲ τίμησε βαθμολογῶντας κατὰ τὴν τάξη, κατὰ τὴς περίστασες, ὡς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ καὶ ζῶ ὡς ἄνθρωπος μ’ ἐκεῖνο ὁποῦ εὐλόγησε ὁ Θεὸς χωρὶς νὰ μὲ τύπτῃ ἡ συνείδησή μου, χωρὶς νὰ γυμνώσω κανέναν οὔτε μίαν πιθαμὴ γῆς.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ἤρθετε ἐσεῖς οἱ μεγάλοι μας πολιτικοὶ νὰ μᾶς λευτερώσετε, ὅταν σηκώσαμεν τὴν ἐπανάστασιν μόνοι μας κι’ ἀγωνιζόμαστε τὴς πρῶτες χρονιὲς μὲ τοὺς σημαντικοὺς τῆς πατρίδος μας πολιτικοὺς -φαίνεται ὁ ἀγῶνας ἐκεῖνος κι’ ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ ἀδερφοσύνη ὀποὔχαμεν ἀναμεταξύ μας. Ὅταν κοπιάσετε ἐσεῖς, μᾶς γυμνάσετε τὴν διχόνοια, μᾶς φέρατε τὴς φατρίες καὶ τ’ ἄλλα τ’ ἀγαθά˙ καὶ κακοβάλετε τὸ δυστυχησμένο ἀθῶον ἔθνος. Πρωτόηφερες τὴν διχόνοιαν ἐσύ, Κύριε Μαυροκορδᾶτε, κι’ ἀπὸ αὐτὸ ἄλλοι καπεταναῖοι πῆγαν ὀπίσου εἰς τοὺς Τούρκους, ἄλλους ἤθελες μὲ τοὺς νόμους σου νὰ τοὺς σκοτώσῃς. Θὰ σκότωνες τὸν Καραϊσκάκη˙ ποῦ θὰ τὸν εὕρισκε ἡ πατρίδα, ὅταν ξαναγιόμωσε Τουρκιά; Δεύτερος ἔρχεσαι ἐσύ, κύριε Κωλέτη˙ θὰ σκότωνες τὸν Δυσσέα -καὶ ὕστερα δὲν γλύτωσε ἀπὸ σένα˙ ποῦ θὰ τὸν εὑρίσκαμεν μ’ ἕναν τεσκερὲ νὰ διώξῃ δώδεκα χιλιάδες Τούρκους, ὁποὖταν περισσότεροι ἄλλοι εἰς τὸ Γριπονῆσι καὶ Ρωπὸ κι’ ἀλλοῦ, καὶ πρόσμεναν κι’ αὐτείνη τὴν δύναμιν ν’ ἀφανίσουν ὅλη τὴν Ἑλλάδα, κι’ αὐτὸ τοὺς νέκρωσε ὅλα τους τὰ σκέδια; Ἂν ἦταν κακοὶ στρατιωτικοὶ ἐκεῖνοι κ’ ἐσεῖς καλοὶ πολιτικοί, τοὺς κάνετε κι’ αὐτοὺς κι’ ὅλο τὸ στρατιωτικὸν καλὸ καὶ μὲ πειθαρχίαν. Ἂν ἤσουνε ἐσύ, κύριε Μεταξά, καλός, ἔκανες τὸν Κολοκοτρώνη πλέον καλύτερο. Ἦταν καλὸς πατριώτης, ἀλλὰ οἱ δικές σου συβουλὲς ὅλο σὲ ἐφύλιους πολέμους τὸν κινούσανε καὶ σὲ μεγάλη διχόνοια μὲ τοὺς πατριῶτες του˙ καὶ κάποτε τὸν γύριζες μὲ τὸ ἕνα κόμμα καὶ κάποτε μὲ τὸ ἄλλο. Καὶ χύνονταν τόσα ἀθῶα αἵματα. Θυμήσου τὸν Κανέλλο Ντεληγιάννη, ὁποῦ πιάστη μὲ τὸν Κολιόπουλον καὶ μὲ τοὺς Κολοκοτρωναίους -πρώτη διαίρεση καὶ φατρία, ὁποῦ δὲν τὸ ξέραμεν αὐτὸ τὸ φροῦτο καὶ τότε τὸ μάθαμεν. Ἦρθα ἐγὼ εἰς τὴν Πελοπόννησον˙ ἔφυγα ἀπὸ τὸν Δυσσέα καὶ ἦρθα εἰς τὸν Κολοκοτρώνη κ’ ἐσένα, ὁποῦ ἤσασταν εἰς τὰ πράματα, εἰς τὸ Ἐκτελεστικὸν Σῶμα· καὶ μοῦ εἴπετε νἀρθῶ κ’ ἐγὼ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μου βοήθεια ἐδική σας καὶ δὲν θέλησα -πόσα αἵματα χύθηκαν τότε; Θυμήσου ὅταν βήκατε εἰς τὸ Ἄργος νὰ διαλύσετε τὴν Βουλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ τοὺς πάρετε καὶ τὰ πραχτικά, στάθηκα συνφώνως μὲ τὸν Ζαχαρόπουλον καὶ τοὺς ‘περασπιστήκαμεν καὶ κρύψαμεν καὶ τὰ πραχτικά. Κ’ ἔπεσα εἰς τὴν ὀργή σας. Θυμήσου αὐτὸ τί ἔβγαλε. Στάθηκες τοῦ λόγου σου καὶ οἱ ἄλλοι εἰς τ’ Ἀνάπλι καὶ οἱ Κολοκοτρωναῖγοι κι ὁ Πετρόμπεγης πήγαμεν εἰς τὴν Τροπολιτζὰ -πόσοι τάφοι ἐκεῖ ἄνοιξαν; Τελειώνοντας ἀπὸ τὴν Τροπολιτζά, ὁποῦ τὴν λαφυραγώγησαν καὶ σκοτώθηκαν τόσοι ἄνθρωποι, πήγαμεν εἰς τὰ Τρίκκαλα. Καὶ χάλασα αὐτό σας τὸ σκέδιο κ’ ἔπεσα εἰς τὴν ὀργή σας, γιατί ἤθα κάνετε μίαν μεγάλη ἑτοιμασίαν ἀναντίον τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦ Κουντουργιώτη. Ἀφοῦ ἐγὼ ἔφυγα ἀπὸ τὴν συντροφιά σας, ὅταν ματαπήγαμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν Τροπολιτζά, ὁποῦ ἦταν οἱ Κολοκοτρωναῖγοι κι’ ὁ Πετρόμπεγης κι’ ἄλλοι, πόσοι τάφοι πάλε ἄνοιξαν; Καὶ σᾶς βγάλαμεν ὅλους ἀπὸ τὴν Τροπολιτζά, καὶ τὴν πῆρε ἡ Κυβέρνηση. Ἀπὸ ἐκεῖ κατεβήκαμεν εἰς τ’ Ἄργος καὶ ἦρθαν ἀναντίον μας ὅλοι αὐτεῖνοι -πόσοι σκοτώθηκαν εἰς τοῦ Ἄργους τὸν κάμπο καὶ εἰς τ’ Ἀνάπλι ἀπὄξω; Καὶ πήραμεν τ’ Ἀνάπλι καὶ τὰ κάστρα.

Ὕστερα πιάσετε κομπανία μὲ Ζαΐμη, Ντεληγιανναίους κι’ ἄλλους πολλοὺς -πόσοι σκοτώθηκαν εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ ὕστερα εἰς τὴν Τροπολιτζά, εἰς τὰ χωριά, ὁποῦ χάθηκε κι’ ὁ Πάνος Κολοκοτρώνης; Ἦρθα εἰς τὴν Ἀθήνα κ’ ἔμπασα τοὺς Καρατασσαίους καὶ Γκούρα εἰς τὸν Μωριᾶ. Καὶ πῆγαν εἰς τὸν Ἁγιώργη τῆς Κόρθος, ὁποῦ τὸν βαστήγετε, κι’ ἀπὸ ἐκεῖ ἀλλοῦ -πόσοι τάφοι ἄνοιξαν σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα, ὁποῦ τοὺς πιάσαμεν ὅλους αὐτοὺς καὶ τοὺς πῆγαν εἰς τὴν Ὕδρα ρέστο; Τί ἔπαθαν οἱ κάτοικοι ἀπὸ τοὺς Ρωμαίγους, ὄχι ἀπὸ τοὺς Τούρκους; Ὕστερα εἰς Παλαμῆδι, Ἀνάπλι, Ἄργος, Κρανίδι διὰ τὴς ἐκλογὲς τῆς Συνέλεψης τί ἔγινε, τί ἔπαθε ἡ πατρίδα, καὶ εἰς Κόρθο κι’ ἄλλα μέρη ὥσο ὁποὖρθε ὁ Κυβερνήτης; ‘Σ τὴν ἀρχὴ δὲν τὸν ρεθίζετε ἐσεῖς οἱ μεγαλοκέφαλοι καὶ ἦτον μὲ τὴν πατρίδα. Τὸν ἀγαποῦσε ὅλος ὁ λαὸς καὶ δυὸ χρόνια κυβέρνησε καλά. Ὕστερα περιλάβετε ἐσεῖς τὸν Κυβερνήτη -πόσοι τάφοι ἔγιναν εἰς Σπάρτη καὶ Μεσσηνία, εἰς Πόρον κι’ ἀλλοῦ καὶ ποῦ κατάντησε ἡ κυβέρνησή του; Ὕστερα πιάστη μὲ τοὺς Μαυρομιχαλαίγους. Σᾶς ἔλεγαν ἄνθρωποι γνωστικοὶ νὰ κλίνετε κ’ ἐσεῖς τὴν θέλησή σας, καθὼς συγκατάνευε κι’ ὁ Κυβερνήτης, ν’ ἀγαπηθῇ μ’ αὐτούς˙ δὲν στάθη τρόπος. Καὶ χάθη κι’ αὐτὸς καὶ ἡ πατρίδα διατιμήθη.

Σκοτώνοντας ὁ Κυβερνήτης, πόσοι ἄνθρωποι χάθηκαν εἰς τ’ Ἄργος ἐξ αἰτίας σας καὶ πόσοι σὲ ὅλο τὸ διάστημα ὁποῦ γυρίσαμεν εἰς τ’ Ἀνάπλι; Εἰς τ’ Ἄργος ὕστερα γύρευε ἡ συντροφιά σας νὰ χτυπήσουν τοὺς Γάλλους -στρατέματα τῆς Συμμαχίας! Αὐτεῖνοι μὲ δύναμη καὶ μ’ ὅλα τ’ ἀναγκαῖα κ’ ἐμεῖς μὲ χωρὶς φουσέκια ἠθέλαμεν νὰ τοὺς σκοτώσουμεν! Κι’ ἀναντιώθηκα ἐγὼ ἐκεῖ καὶ κιντύνεψα· καὶ κρυφίως ἔφυγα˙ καὶ ὕστερα εἰς τὸ κονάκι τοῦ Χατζηχρήστου ἦρθαν ὁ Κριτζώτης, ὁ Νότης καὶ οἱ ἄλλοι καὶ μίλησα ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ρίχτηκαν ἀπάνου εἰς τοὺς ἀρχηγούς τους, ὁποὖχαν ὁρκιστῇ νὰ βαρέσουν τοὺς Γάλλους, καὶ τραβήχτηκαν αὐτεῖνοι. Δὲν ἦρθαν οἱ φίλοι σας μόνοι τους εἰς τὸ Κιόσκι τοῦ Ἀναπλιοῦ κι’ Ἀγροκήπιον; Κ’ ἐγὼ πῆγα εἰς τ’ Ἀνάπλι καὶ ‘σύχασα τοὺς γκενεραλαίγους τοὺς Γάλλους, ὁποῦ ‘ρεθίστηκαν κ’ ἔλεγαν ὅτ’ εἶναι γενικὸν κίνημα καὶ ἦταν ἀναντίον γενικῶς τῆς πατρίδας. Κι’ ὡς ἀδύνατοι οἱ Κολοκοτρωναῖγοι κι’ ὁ Τζαβέλας καὶ οἱ ἄλλοι φύγαν ὀπίσου εὐτύς, ἀφοῦ μάθαν ὅτι δὲν ἔχουν ἄλλους συντρόφους˙ κ’ ἔμεινε αὐτὸ διὰ τὴν ὥρα. Καὶ ὕστερα ὁ Τζόκρης, ὁ Κριτζώτης κι’ ἄλλοι θέλησαν νὰ κάμουν αὐτείνη τὴν γενναιότητα εἰς τ’ Ἄργος ἀναντίον τῶν Γάλλων καὶ πιάστη τὸ ντουφέκι. Δὲν σκοτώθηκαν περίτου ἀπὸ τρακόσοι ἄντρες κι’ ἀθῶα γυναικόπαιδα; Καὶ γύρεψα τὴν ἄδεια ἐσᾶς τῶν κυβερνήτων καὶ ἦρθε κι’ ὁ Ρουάν, ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας, καὶ σᾶς εἶπε νὰ μοῦ δώσετε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὴν αὐγὴ νὰ πάγω νὰ μιλήσω μὲ τοὺς γκενεραλαίους, ὁποῦ εἶχα εἰς τὴν φιλίαν τους, διὰ νὰ σβέσῃ αὐτὸ τὸ κακόν, νὰ μὴν πάθῃ τόσος ἀθῶος κόσμος, καὶ δὲν θελήσετε -μόνον ὁ Κωλέτης ἦταν σύνφωνος μὲ τὴν γνώμη μου -καὶ τὸ δειλινὸ μ’ ἀφήσετε καὶ πῆγα, ὁποὖχε τελειώσῃ τὸ κακόν˙ καὶ μιλήσαμεν τῶν γκενεραλαίγων κι’ ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν ἐγώ, ὁ Μῆτρο Ντεληγιώργης, ὁ Δανίλης Πανᾶς, ὁποῦ μᾶς στείλετε ἡ Κυβέρνηση καὶ οἱ πληρεξούσιοι κι’ ὅλοι οἱ πολῖτες νὰ εἰποῦμεν τὴν μεγάλη λύπη ὁποῦ δοκιμάσετε ἀκούγοντας αὐτὸ τὸ δυστύχημα. Καὶ τοὺς καταπραγύναμεν καὶ σήκωσαν τὴν ἀγανάχτησίν τους, ὁποὖχαν γενικῶς εἰς τὸ Ἔθνος.

Πόσοι τάφοι ἄνοιξαν εἰς τὴν Τροπολιτζά, ὁποῦ πῆγε ὁ Γρίβας καὶ οἱ Κολοκοτρωναῖγοι; Τί ἔπαθαν οἱ κάτοικοι καὶ ποῦ τοὺς κατοίκισαν; Ἤμουν κ’ ἐγὼ μὲ τὸν Ντεληγιώργη, μὲ τὸ σῶμα μας, πρωτύτερα ἐκεῖ -πῆγα καὶ μάζωξα τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὰ σπήλαια καὶ τοὺς ἤφερα καὶ κάναν τὸ ἐμπόριόν τους, ὁποῦ ἦταν τόσα ἀσκέρια. Πειράχτη τίποτας; Πόσο ξύλο τοὺς τίναζα μέσα εἰς τὸ παζάρι; Καὶ δι’ αὐτείνη τὴν ἡσυχίαν καὶ τάξη οὔτε τοὺς μιστούς μας ὁλουνῶν ἐμᾶς δὲν μᾶς δώσετε! Δὲν πληρώσετε τὸν Ζέρβα κι’ ἀλλουνοὺς καὶ δέσαν τοὺς πληρεξούσιους τοῦ Ἔθνους εἰς τὴν Πρόνοια; Δὲν ἀφανίστη ὅλος ὁ κόσμος ἐκεῖ; Δὲν κόβαν τὸ νερὸ σήμερα ὁ ἕνας κι’ αὔριον ὁ ἄλλος καὶ πλερώνονταν καὶ τ’ ἄφιναν, ὁποῦ θὰ σκάζαμεν ὅλοι μέσα εἰς τ’ Ἀνάπλι; Τί ἔπαθε τὸ Μισολόγγι καὶ τ’ Ἀντελικὸ ἀπὸ τοὺς Γριβαίους; Τὄπαθε χερότερα ἀπὸ τοὺς Τούρκους.

Ὅταν ἦρθε ὁ Βασιλέας, ποιὸς τοὺς ‘ρέθιζε τοὺς ἀγωνιστάς; Ἡ ἀφεντειά σας οἱ μεγάλοι πολιτικοί. Καὶ πῆγαν εἰς τὴν Τουρκιὰ καὶ χάθηκαν οἱ περισσότεροι. Καὶ τόσοι ἄλλοι χάθηκαν εἰς τὴν Πελοπόννησο, ὁποῦ σκοτώθη ὁ Κρίτζαλης κι’ ἄλλοι, καὶ εἰς τὴν Σπάρτη κι’ ἀλλοῦ. Καὶ τόσοι εἰς τὰ τριάντα ἕξι, ὁποῦ χάθη τὸ ἄνθος τοῦ Ἔθνους. Καὶ τόσους ὁποῦ ἔκοψε ἡ τζελατίνα καὶ τόσοι ὁποῦ πέθαναν εἰς τὴς φυλακές. Καὶ τόσοι εἰς τὴς διάφορες ἐκλογὲς ἐσᾶς τῶν Ἐκλαμπρότατων πολιτικῶ μας.

Σᾶς ἐρωτῶ, ἐσᾶς τοὺς Ἐκλαμπρότατους καὶ μεγαλόγνωσους πολιτικούς τῆς Ἑλλάδος ἀρχὴ καὶ τέλος˙ ἂν ἤρθετε ἀπὸ καλωσύνη σας νὰ μᾶς φωτίσετε, νὰ μᾶς λευτερώσετε, διατὶ νὰ χυθοῦν αὐτὰ τὰ αἵματα ὁποῦ χύθηκαν καὶ ἡ πατρίδα νὰ εἶναι εἰς τὴν κατάστασιν ὁποῦ εἶναι ὡς τὴν σήμερον, καὶ νὰ γένῃ αὐτείνη ἡ δυστυχία γενικῶς εἰς τοὺς τίμιους ἀνθρώπους; Καὶ νὰ θέλουν οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γάλλοι, οἱ Ρούσσοι, οἱ Ἀουστριακοὶ ἢ ἄλλο κράτος νὰ μᾶς κυβερνήσουν μὲ τὸ μέσον τὸ δικόν σας;

Ἡ ἀφεντειά σας, οἱ ξενοφερμένοι πατριῶτες, ἦστε καὶ οἱ πρῶτοι πολιτικοὶ καὶ οἱ δεύτεροι καὶ οἱ τρίτοι καὶ οἱ τέταρτοι καὶ οἱ πέφτοι καὶ οἱ ἕχτοι κι’ ἀκόμα εἰς ὅλα τὰ πράματα τῆς πατρίδας˙ ἂν εἴχετε ἀρετὴ κι’ ὁμόνοια, γένονταν αὐτά; Διατιμιέταν τὸ δυστυχισμένο, τὸ ἀθῶον Ἔθνος; Μπαίναν ὅλοι οἱ μπερμπάντες παντοῦ; Πότε συβουλέψετε τὸ στρατιωτικὸν πατριωτικῶς, κι’ αὐτὸ ἐβῆκε ἀπὸ τὰ καθήκοντά του καὶ δὲν σᾶς ἄκουσε; Μεγαλύτερον εἴχαμεν εἰς τὴν Πελοπόννησον τὸν Κολοκοτρώνη˙ ὅπως τοῦ λέγετε ἔτζι ἔκανε˙ «πολέμα ὑπὲρ τῆς πατρίδος», πολέμαγε˙ «κάνε ἐφύλιους πολέμους», ἔκανε. Ἦταν ὁ Δυσσέας εἰς τὴν Ἀνατολικὴ Ἑλλάδα˙ ἀπὸ τίνος συβουλὴ ἐπέταξε τὸ ντουφέκι κ’ ἔβαλε τὸ καλαμάρι κ’ ἔγινε πολιτικὸς καὶ φατριαστὴς ὁ στρατιωτικός; Ἀπὸ δική σας. Ἔστειλε ὁ κύριος Κωλέτης εἰς τὸν Δυσσέα τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο καὶ τὸν σκότωσε αὐτὸν καὶ τὸν γενναῖον καὶ τίμιον Παλάσκα. Ὁ Δυσσέας τοὺς σκότωσε, ἀλλὰ ὁ Κωλέτης καὶ ἡ συντροφιά του τοὺς ἔστειλε -ἢ ἐκεῖνοι σκότωναν τὸν Δυσσέα, ἢ ὁ Δυσσέας αὐτούς, ὄφελος τοῦ Κωλέτη καὶ τῆς συντροφιᾶς του ἦταν. Ὕστερα σκότωσε καὶ τὸν Δυσσέα.

Εἶπα τὰ πατρικά σας αἰστήματα καὶ τὸν πατριωτισμὸν ὁποῦ δείξετε ὅλοι σας, ὁποῦ κοπιάσετε νὰ μᾶς λευτερώσετε. Αὐτεῖνοι εἶναι οἱ ἀγῶνες σας. Εἴχαμεν τόσα σπίτια σημαντικὰ καὶ εἰς τὴν Ρούμελη καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησο καὶ νησιά, ὁποῦ πραματικῶς θυσιάσαν διὰ τὴν πατρίδα. Ποῦ εἶναι τώρα; Χάθηκαν τὰ περισσότερα. Τὰ παιδιά τους καὶ πολλοὶ ὁποῦ ζοῦνε ἀπὸ αὐτοὺς στραβώνουν μυῖγες μέσα εἰς τοὺς δρόμους τῆς ματοκυλισμένης πατρίδας τους. Θυσιάστηκαν ἀπὄξω ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ καὶ σκοτώθηκαν τόσοι σημαντικοὶ ἀρχηγοί, τόσοι νοικοκυραῖοι -τὰ παιδιά τους κι’ ὅσοι ζοῦνε λένε «ψωμάκι» οἱ περισσότεροι, καὶ ποὖν’ το; Ἐσᾶς σᾶς τιμήσαμεν, σᾶς δοξάσαμεν, σᾶς κάμαμεν Ἐκλαμπρότατους, ἀντιπρόσωπους εἰς τὰ δυνατὰ ἔθνη. Καὶ πληρώνεστε χοντροὺς μιστούς. Ὅτι σας κάμαμεν σημαντικοὺς καὶ βέβαια θέλετε καὶ καλοὺς μιστοὺς νὰ ζήσετε. Ἐνῷ ἐμεῖς καὶ πρῶτα καὶ τώρα ζοῦμεν ὅπως μπορέσωμεν -ὅμως οἱ Ἐκλαμπρότητές σας δὲν θέλομεν νὰ κακοπορέψετε˙ κι’ ἄν σᾶς ἰδοῦμεν δυστυχεῖς λυπώμαστε κ’ εὐτὺς θαν’ ἀναπάψωμεν τὰ δεινά σας. Κι’ ὡς τίμιοι ἄνθρωποι αὐτὸ πρέπει νὰ κάμωμεν διὰ ν’ ἀναστήσωμεν στύλους εἰς τὴν πατρίδα μας ἀπὸ ἀνθρώπους ἄξιους νὰ τὴν βοηθοῦν, καθὼς κάνουν ὅλα τὰ ἔθνη. Ἐμεῖς αὐτὸ ἀρχὴ καὶ τέλος τὸ ἀκολουθοῦμεν εἰς τὴν Ἐκλαμπρότη σας˙ ἡ Ἐκλαμπρότη σας τί κάμετε ‘σ ἐμᾶς;

Ὅταν θἄρχονταν ὁ Βασιλέας ἀπὸ τὴν Μπαυαρία, δὲν ἔπρεπε, ἂν ἤσασταν καλοὶ ποιμένες, νὰ συναχτῆτε ὅλοι ἐσεῖς, ὁποῦ μᾶς κυβερνάγετε, καὶ νὰ συνάξετε κι’ ἄλλους προκρίτους, πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς, καὶ νὰ τοὺς εἰπῆτε˙ «Ὅ,τι διχόνοιαν ἔχομεν ἀναμεταξύ μας τὄνα τὸ κόμμα μὲ τ’ ἄλλο (ὁποῦ ἡ καλωσύνη σας μᾶς κάμετε κόμματα˙ καὶ νὰ εἰπῆτε), τώρα ἔρχεται διαδοχικὸς βασιλέας καὶ πρέπει νὰ μονοιάσουμεν ἀναμεταξύ μας, νὰ μᾶς εὕρῃ μονοιασμένους, νὰ μᾶς εὕρῃ ἔθνος κατὰ τοὺς ἀγῶνες μας καὶ θυσίες μας καὶ τοιούτως νὰ μᾶς διατηρήσῃ καὶ μὲ τοιούτους νόμους νὰ μᾶς κυβερνήσῃ». Καὶ νὰ εἰπῆτε ὁλουνῶν τῶν ὁπλαρχηγῶν˙ «Νὰ πάρετε τ’ ἀσκέρια σας καὶ νὰ τοποθετηθῆτε ‘σ ἐκεῖνο, ‘σ ἐκεῖνο τὸ μέρος˙ καὶ νὰ παίρνετε τὸ ψωμί σας καὶ ν’ ἀφήσετε ἥσυχους τοὺς πολῖτες νὰ κάνουν τὸ ἔργον τους, νὰ εἴμαστε ὅλοι καθεὶς εἰς τὴν θέσιν του ὥσο ὁποῦ νἀρθῇ ὁ Βασιλέας καὶ ἡ Ἀντιβασιλεία νὰ μᾶς εὕρῃ τοιούτους. Καὶ θὰ τοὺς μιλήσουμεν διὰ τὰ δίκια γενικῶς καὶ πολίτων καὶ στρατιωτικῶν». Ἂν κάνετε αὐτό, ποιὸς θ’ ἀντίτεινε, Ἐκλαμπρότατοι; Ἐσεῖς νὰ συστηθῆτε! Κι’ ἀποδείξατε καὶ σὲ ὅλους τοὺς ξένους καὶ εἰς τὸν ἴδιον τὸν Βασιλέα κι’ Ἀντιβασιλεία τί θερία ἤσασταν κι’ ὅτι ἡ ἀρετή σας καὶ τὰ πλούτη σας βάστηξαν αὐτὸ ὁποῦ ἔγινε βασίλειον. Βάλετε τὸν ὑπουργὸν Ζωγράφο τῶν Στρατιωτικῶν τότε κ’ ἔφκειασε μίαν προκήρυξη κ’ ἔλεγε ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνη καὶ κάτου ὡς τὸν μικρότερον στρατιωτικὸν εἶναι ὅλοι λῃσταὶ καὶ μπερμπάντες. Δὲν ἐβάλετε κι’ αὐτὸ εἰς τὴν προκήρυξη˙ ὅ,τι ἔκανε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἡ συντροφιά του ποιῶν σκέδια ἦταν; Ἦταν τοῦ Μεταξᾶ, ἦταν τοῦ Ζαΐμη, τοῦ Ντεληγιάννη κι’ ἀλλουνῶν. Ὅ,τι ἔκαναν οἱ ναυτικοὶ ἦταν τῶν ἀνωτέρων τους πολιτικῶν· ὅ,τι ἔκαναν οἱ ἄλλοι ἦταν τοῦ Κωλέτη καὶ Μαυροκορδάτου. Κι’ ὅ,τι λάφυρα ἔκανε τὄνα τὸ κόμμα καὶ σκοτωμούς, τοῦ ἀλλουνοῦ τοῦ ἀδύνατου τἄκανε κ’ ἐκεινοῦ τοῦ κόμματος γύμνωνε τοὺς κατοίκους. Κι’ ὅποιος δὲν ἤθελε ν’ ἀκούσῃ τὴν συβουλή σας καὶ τὴν διαταγή σας, Ἐκλαμπρότατοι, καὶ ἦταν τίμιος ἄνθρωπος καὶ λυπᾶταν τοὺς ὁμογενεῖς του, τοὺς συναγωνιστάς του τοὺς κατοίκους καὶ δὲν εἶχε αὐτείνη τὴν ψυχὴ νὰ τοὺς γυμνώσῃ καὶ νὰ τοὺς πάρῃ τὴν χαψιὰ ἀπὸ τὸ στόμα τους, νὰ πεθάνουν αὐτεῖνοι καὶ ἡ φαμελιά τους, αὐτὸν δὲν τὸν λέγετε τίμιον τὸν τοιοῦτον, ἀλλὰ τὸν λέγετε ἀνάξιον καὶ ἄναντρον. Ἡ ἀφεντιά σου ὁ ἴδιος, κύριε Μεταξᾶ, μᾶς εἶπες αὐτὸ τοῦ Μήτρου Ντεληγιώργη κ’ ἐμένα ὅταν σᾶς δείξαμεν τὰ εὐκαριστήρια τοῦ Ἐπιθεωρητῆ εἰς τὴν Τροπολιτζά, ὁποῦ ἡ δική μας ἡ διαγωὴ ἔδωσε παράδειμα καὶ εἰς τ’ ἄλλα τὰ σώματα, ὁποὖταν τόσα σὲ ὅλα τὰ χωριὰ καὶ εἰς τὴν πολιτεία· κι’ ἀφοῦ ὡς μέλη τῆς Κυβερνήσεως σοῦ εἴπαμεν διὰ τὴν μεγάλην εὐταξίαν τῶν ἀνθρώπω μας, ὁποῦ τοὺς ξεποδαριάζαμεν νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ προφυλάγαμεν τοὺς κατοίκους χώρα καὶ χωριά, καὶ σοῦ εἴπαμεν αὐτὸ διὰ νὰ χαρῇς καὶ νὰ εὐκολύνετε τοὺς πενῆντα φοίνικες, ὁποῦ ἀποφασίστηκαν γενικῶς σὲ ὅλα τὰ σώματα εἰς τὸν κάθε ἄνθρωπον, καὶ νὰ μᾶς στείλετε κ’ ἐμᾶς σὲ μίαν ἐπαρχίαν, ἡ ἀπάντησή σου ποιὰ ἦταν; Ὅτ’ ἤμασταν ἀνάξιοι καὶ δὲν γυμνώσαμεν κ’ ἐμεῖς καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι! Μ’ ἑφτακόσιους τόσους ἀνθρώπους δὲν ἦταν ἀξιότη, ἦταν ἀναξιότη! Καὶ δὲν μᾶς δώσετε ἐμᾶς τῶν ἀνάξιων ὅ,τι ἐδώσετε εἰς τοὺς φίλους σας. Μᾶς στείλετε εἰς τὸ Μυστρᾶ˙ κ’ ἔστειλε κι’ ὁ κύριος Μαυροκορδᾶτος τὸν Κοντογιάννη ἐκεῖ, κ’ ἐμᾶς μᾶς παράγγειλε θὰ μᾶς πλερώσῃ ἀπὸ ἄλλο μέρος, ὡς ὑπουργὸς τότε τῆς Οἰκονομίας. Ὅταν τοῦ ζητήσαμεν, μᾶς εἶπε σώθηκαν ὅλα˙ καὶ πλερώσαμεν ἐξ ἰδίων μας τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοῦ Ντεληγιώργη τοῦ δόθηκε διαταγὴ νὰ τὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Μισολόγγι κ’ ἐμένα μου δόθηκαν ὑποθήκη οἱ Μύλοι τοῦ Γράδου[8] ν’ ἀποπλερωθῶ ἀπὸ ἐκεῖ˙ κι’ ὡς τὴν σήμερον δὲν ἔλαβα τίποτας ὄξω ἀπὸ τέσσερες χιλιάδες δραχμὲς ὁποῦ ἔλαβα ὅταν μπῆκε ὁ Μαυροκορδάτος πρωτοϋπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῆς Οἰκονομίας παύοντας ἡ Συνέλεψη. Καὶ τότε δι’ αὐτὸ ἔβαλες τὸν τυπογράφο σου Φιλήμονα, κύριε Μεταξᾶ, καὶ ξιστόριζε τὴς κατάχρησες τοῦ Μαυροκορδάτου. Ὅταν ἔπαψε αὐτὸς καὶ μπῆκε ὁ Κωλέτης καὶ ἡ Ἐκλαμπρότη σου εἰς τὴν Οἰκονομίαν, ἔλεγε ὁ ἀγαθός σου φίλος Φιλήμονας, ὅτ’ ἤμασταν ‘γγισμένοι˙ «Ἀφάνισε τὸ ταμεῖον καὶ ὁ Μακρυγιάννης». Καὶ σᾶς ἔκαμα τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν τύπον πῶς ἦταν αὐτὲς καὶ ποῦ τῆς ἔδωσα -σὲ χρέος τῆς Μεταβολῆς˙ κ’ ἔβαλα ἐξ ἰδίων μου κι’ ἄλλες χίλιες πεντακόσες καὶ πλέρωσα. Ὅτ’ ἡ Ἐκλαμπρότη σου μόνον εἴκοσι πέντε δραχμὲς θυσίασες εἰς αὐτείνη τὴν μεταβολή, κι’ ὅσοι ἄνθρωποι ἀγωνίζονταν σοῦ ἔλεγα νὰ τοὺς βάλῃς νὰ φᾶνε κομμάτι ψωμὶ καὶ μὲ τὰ «σήμερα, ταχιά» -ἐνταυτῷ ἐγὼ τοὺς ζωοτρόφιζα.[9]

Ἡ προκήρυξη τοῦ Ζωγράφου ἦταν ὅτι ὁ Βασιλέας κι’ ὅλοι οἱ ἄλλοι νὰ ἰδοῦνε ὅτι ὅλος ὁ ἀγῶνας καὶ οἱ θυσίες ἔγιναν ἀπό σᾶς τοὺς πολιτικούς, καὶ τὸ στρατιωτικὸν ὅλοι θερία. Κι’ ἀπὸ τὸν ζῆλο σας τὸν μεγάλο πρὸς τὴν πατρίδα ὑποφέρνεταν αὐτὰ τὰ θερὶα ὥσο ὁποὖρθε ὁ Βασιλέας γιὰ νὰ τιμωρηθοῦν αὐτοὶ ὡς λῃσταὶ καὶ οἱ Ἐκλαμπρότητές σας ὡς σωτῆρες ν’ ἀνταμειφτῆτε. Καὶ διὰ νὰ δυναμώσετε τὴν προκήρυξη τοῦ Ζωγράφου τί κάμετε εἰς τοὺς ἀγωνιστάς; Πόσον ‘ρεθισμόν ἀναντίον τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Ἀντιβασιλείας! ‘Ρεθίσετε τὰ στρατέματα, ὁποῦ ἦταν χωρὶς ἀξιωματικοὺς εἰς τ’ Ἄργος καὶ εἰς τὰ χωριά, γιὰ νὰ τοὺς ἀποδείξετε κι’ ὄντως θερία κατὰ τὴν προκήρυξή σας. Καὶ ἦρθαν τὰ στρατέματα ὡς ἀπόξω εἰς τ’ Ἀνάπλι. Καὶ τότε οἱ Μπαβαρέζοι μὲ τὸ ταχτικὸν τοὺς ἔστειλαν εἰς τοὺς Τούρκους ξυπόλυτους καὶ γυμνούς˙ καὶ βάλαν Τοῦρκον ἀρχηγόν˙ καὶ χάθηκαν οἱ περισσότεροι διὰ νὰ στερεωθοῦν τὰ γραφόμενα τῆς προκήρυξής σας.

Οἱ Ἐκλαμπρότητές σας ἤσασταν ἅγιοι εἰς τὸν Ἀγῶνα καὶ λευτερώσετε τὴν πατρίδα, καὶ τὸ στρατιωτικὸν ὅλοι λῃσταὶ καὶ θερία ἀνήμερα! Καὶ πῶς ὑποφέρετε μ’ αὐτούς; Ἦταν τὰ πατριωτικά σας αἰστήματα καὶ οἱ γενναῖες σας θυσίες πρὸς ὄφελον αὐτῆς τῆς πατρίδας! Αὐτὸ ἐφάνη κι’ ἀπὸ τὸν διορισμὸν εἰς τὰ τάματα τῶν συντρόφωνέ σας. Καὶ πῆγα κ’ ἔβαλα μὲ δάκρυα εἰς τὸν Ἁϊντὲκ αὐτὰ ὑπόψει του καὶ σὲ τί θὰ καταντήσωμεν ὅταν ἀδικῆται τὸ δίκιον. Καὶ τὰ χάλασε ὅλα αὐτά. Μίλησα καὶ τοῦ Βασιλέως, ὅταν παρουσιάστηκα. Καὶ μπῆκε σὲ συμπάθειον ὁ Βασιλέας καὶ ἡ Ἀντιβασιλεία. Τότε μὲ βάλετε ‘σ τὴν ὀργὴ τῆς Ἀντιβασιλείας. Τότε ἔφυγα καὶ ἦρθα ἐδῶ˙ καὶ ἦρθε κι’ ὁ Ψύλλας καὶ μοῦ εἶπε τὰ ἴδια ὡς ὑπουργὸς τοῦ Ἐσωτερκοῦ. Μοῦ εἶπε ὅτ’ ἤμαστε ὅλοι λῃσταί. Τότε ἐστείλετε ἄνθρωπον νὰ μὲ ‘ρεθίσῃ καὶ τὸν πλάκωσα μὲ τὸ δαυλί. Κι’ ὁ Κωλέτης μὄστειλε τὸν Κλεομένη του. Τότε φυλακώσετε ὅλους τοὺς ὁπλαρχηγοὺς εἰς τ’ Ἀνάπλι. Κ’ ἔπαθαν τόσοι ἀγωνισταί. Καὶ χάθηκαν ἀπὸ τὴν τζελατίνα κι’ ἀπὸ τὸ ντουφέκι. Ἀπὸ αὐτόν σας τὸν πατριωτισμὸν καὶ θυσίες μπήκετε σὲ σημαντικὲς θέσες, γίνετε πρέσβες μὲ χοντροὺς μιστοὺς καὶ μὲ πλῆθος σταυρούς. Ὅποτε σᾶς λένε οἱ ξένοι σας φίλοι ντύνεστε τὸ πουκάμισο τῆς ἀρετῆς˙ κλαῖτε τὴν πατρίδα καὶ τοὺς ἀγωνιστὰς καθὼς κλαίγει ἡ φώκια τὸν πνιμένον – εἶναι τὰ δάκρυά της καυτερά, σαπίζει τὸν πνιμένον καὶ κάθεται καὶ τὸν τρώγει.

Εἰς τὴν Ἀθῆνα μὲ δυὸ χιλιάδες ἱππικὸ τοῦ Κιουτάγια καὶ μὲ πλῆθος πεζικὸν σκοτώθηκαν Ἕλληνες ἑφτακόσοι ἢ ὀχτακόσοι· σὲ μιὰ ἐκλογὴ τοῦ Ἐκλαμπρότατου Μαυροκορδάτου καὶ συντροφιᾶς του εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ Σπάρτη οἱ σκοτωμοὶ πέρασαν αὐτὸν τὸν ἀριθμόν. Καὶ οἱ κάτοικοι καταφανίστηκαν κι’ ἀπὸ κατάστασιν κι’ ἀπὸ ζωντανὰ κι’ ἀπὸ δενδροφυτεῖες. Ἄσε τοῦ Κωλέτη -οὔτε γράφονται, οὔτε θέλουν γραφτοῦνε οἱ προκοπές του. Ὅμως αὐτὸς δικαιολογέται, ὅτι ἡ ἐδική σου ἡ συντροφιά, κύριε Μαυροκορδᾶτε, ἄνοιξε αὐτείνη τὴν στράτα. Καὶ πόσοι χάθηκαν καὶ χάνονται ὡς τὴν σήμερον καὶ πόσοι θὰ χαθοῦμεν ἀκόμα κ’ ἐμεῖς δὲν ξέρομεν. Ὅτι τὰ φῶτα κι’ ὁ πατριωτισμὸς φαίνεται ὡς τὴν σήμερον ὁλουνῶν.

Δείξατε τί πατριωτισμὸν καὶ τί ἐθνικὰ φρονήματα εἴχετε κ’ ἐσεῖς καὶ οἱ συντρόφοι σας, οἱ ρήτορές σας οἱ φιλελεύτεροι, οἱ φόρτζα Σεπτεβριανοὶ καὶ Συνταματικοί, ὁποῦ ἄφριζαν εἰς τὸ βῆμα κ’ ἐνθουσιάζαν γενικῶς τοὺς Ἕλληνες – μὲ λόγια παχιὰ καὶ μ’ ἀσκιὰ μ’ ἀγέρα. Τώρα αὐτεῖνοι οἱ ρήτορες, οἱ φιλελεύτεροι, εἶναι ὅλοι σήμερον βουλευταὶ μ’ ἔλεος τῆς Αὐλῆς καὶ τῶν ὑπουργῶν. Τί κάνουν σήμερα αὐτεῖνοι; Ὅ,τι κάμετε κ’ ἐσεῖς οἱ ἀρχηγοί τους. Ἤσασταν πρῶτα φιλελεύτεροι; Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο[10], ὁποὖναι ὁ Χρηστίδης ὑπουργός, ὁποὖναι ὁ Γιωργαντᾶς ὁ γνωστός, ὁποὖναι τέλος πάντων τὸ χτεσινὸ παιδὶ ὁ Ντεληγιάννης, προσκυνήσετε, ἀρνηθήκετε ὅλα ὅσα κάμετε· ὅσα εἴπετε σᾶς βάλαν καὶ τὰ γλύψετε σὰ νὰ μὴν τὰ εἴπετε, καὶ τότε κάμαν ἔλεος καὶ σᾶς βγάλαν βουλευτάς˙ καὶ λάβετε τὴν διαταγὴ κι’ ὁδηγίες τοῦ Ντεληγιάννη καὶ πᾶτε πρέσβες οἱ Ἐκλαμπρότητές σας. Καὶ οἱ ρήτορές σας ρητορεύουν εἰς τὸ βῆμα κι’ ὅ,τι νομοσκέδια δίνουν οἱ ὑπουργοί, «σοί, Κύριε». Τέτοιοι εἶστε ἐσεῖς, τέτοιοι εἶναι κ’ οἱ ὀπαδοί σας. Φανήκετε ὅλοι τί ἀξίζετε καὶ τί κάμετε εἰς τὴν πατρίδα ἀρχὴ καὶ τέλος. Σᾶς θεωροῦσαν οἱ μέσα καὶ οἱ ἔξω πῶς κάτι ἤσασταν˙ κ’ εἶστε ὅ,τι εἶστε. Ἤσασταν ὅ,τι θεωροῦσαν οἱ Εὐρωπαῖοι τὸν Σουλτάνο καὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὸν τίτλο τοῦ «Γκρανσινιόρη». Ὅσο ἔλεπαν τὸ τζαμὶ εἰς τὴν Βγιέννα σκιάζονταν κ’ ἔτρεμαν νὰ μὴν πάγῃ καὶ παραμέσα καὶ φκειάσῃ κι’ ἄλλα τζαμιά. Κι’ ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόβον κάποτε τοῦ πλέρωναν καὶ φόρον. Κι’ ὅταν βῆκαν μιὰ χούφτα ἄνθρωποι καὶ τοὺς ἀπόδειξαν ὅτι δὲν ἔχει πλέον ὁ Γκρανσινιόρης μαστόρους νὰ χτίσῃ τζαμιά, ὅτι θὰ πέσουν κι’ αὐτὰ ὁποῦ ἔχει, ἀπὸ τότε τὸν λένε «ὁ Τοῦρκος». Καὶ δι’ αὐτὸ οἱ εὐεργέτες μας βάνουν τὰ φῶτα τους νὰ μᾶς προκόψουν. Ὅμως καὶ χωρὶς κανένας ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μᾶς πειράξῃ μ’ ἔργα, ἂς εἶστε καλὰ ἐσεῖς ὁποῦ δὲν ἀφήσετε κανένα κουσοῦρι καὶ μᾶς καταντήσετε τέτοιους ὁποῦ εἴμαστε.

Ἐγὼ εἶμαι στενός τους φίλος, αὐτὸ τοὺς εἶναι γνωστόν. Τὸν Μεταξὰ τὸν ἔχω καὶ κουμπάρο καὶ σύντροφο σὲ μίαν μεταβολή, τὸν Κωλέτη κουμπάρο, τὸ Μαυροκορδᾶτο τὸ ἴδιον -στενὸς φίλος ἀπὸ ἐξαρχῆς μ’ ὅλους. Δὲν τοὺς τὰ γράφω αὐτὰ ὡς ὀχτρός. Ἐκεῖνα ὁποῦ ἔπραξαν γράφω. Καὶ λέγω εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς φίλους τους˙ ἂν φανταστοῦν ὅτι γράφω παραμικρὸν ψέμα, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀναιρέσουνε καὶ νὰ εἰποῦνε κ’ ἐγὼ ὅ,τι ἔκαμα. Μπορῶ ὡς ἄνθρωπος, κι’ ἀγράμματος κι’ ἁπλός, νἄκαμα περισσότερα, καὶ δὲν τὸ αἰστάνομαι ἢ δὲν μπορῶ νὰ δικάσω τοῦ λόγου μου μόνος μου. Κάθε ἄνθρωπος εἰς τὸν ἑαυτό του κάνει τὸν συνήγορον, ἀλλὰ ἄλλες παρατήρησες θὰ κάμῃ ἡ κατηγορία. Οἱ ἀναγνῶστες τηρᾶτε καὶ τοὺς τύπους ἀρχὴ καὶ τέλος, μ’ ὅλον ὁποὖναι καὶ φίλοι τους κι’ ἄλλα λένε κι’ ἄλλα κρύβουν˙ ὅτι ἔχουν τὴν φιλίαν τους καὶ τὴν ἀνάγκη τους, ὅτι εἶναι πάντοτες σημαντικοὶ ἄνθρωποι καὶ μπαίνουν σὲ σημαντικὲς θέσες. Ἐγὼ εἶμαι ἁπλὸς ἰδιώτης καὶ κηπουργὸς κ’ ἔγραψα αὐτὰ χωρὶς πάθος διὰ νὰ φαίνωνται, νὰ μὴν κατηγοριέται ἡ πατρίδα. Ἐσεῖς λοιπόν, ἀναγνῶστες, κι’ ὅλοι οἱ πατριῶτες, ὁποῦ θὰ ζήσετε ἐδῶ, νὰ γένετε προσεχτικοὶ κριταὶ καὶ νὰ κρίνετε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ψέμα.

Ὅσοι ἔχουν τὴν τύχη μας σήμερον εἰς τὰ χέρια τους, ὅσοι μᾶς κυβερνοῦν, μεγάλοι καὶ μικροί, καὶ ὑπουργοὶ καὶ βουλευταί, τὄχουν σὲ δόξα, τὄχουν σὲ τιμή, τὄχουν σὲ ἱκανότη τὸ νὰ τοὺς εἰπῇς ὅτι ἔκλεψαν, ὅτι πρόδωσαν, ὅτι ἤφεραν τόσα κακὰ εἰς τὴν πατρίδα.[11] Εἶναι ἄξιοι ἄνθρωποι καὶ τιμῶνται καὶ βραβεύονται. Ὅσοι εἶναι τίμιοι κατατρέχονται ὡς ἀνάξιοι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας.

Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω ἐγὼ μοναχός, τὰ λέγει ὅλο τὸ κοινὸ καὶ οἱ ‘φημερίδες. Κι’ ὅσα σημειώνω τὰ σημειώνω γιατί δὲν ὑποφέρνω νὰ βλέπω τὸ ἄδικον νὰ πνίγῃ τὸ δίκιον. Διὰ ‘κείνο ἔμαθα γράμματα εἰς τὰ γεράματα καὶ κάνω αὐτὸ τὸ γράψιμον τὸ ἀπελέκητο, ὅτι δὲν εἶχα τὸν τρόπον ὄντας παιδὶ νὰ σπουδάξω˙ ἤμουν φτωχὸς κ’ ἔκανα τὸν ὑπερέτη καὶ τιμάρευα ἄλογα κι’ ἄλλες πλῆθος δουλειὲς ἔκανα νὰ βγάλω τὸ πατρικό μου χρέος, ὁποῦ μᾶς χρέωσαν οἱ χαραμῆδες[12], καὶ νὰ ζήσω κ’ ἐγὼ σὲ τούτην τὴν κοινωνίαν ὅσο ἔχω τ’ ἀμανέτι[13] τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ σῶμα μου. Κι’ ἀφοῦ ὁ Θεὸς θέλησε νὰ κάμῃ νεκρανάστασιν εἰς τὴν πατρίδα μου, νὰ τὴν λευτερώσῃ ἀπὸ τὴν τυραγνίαν τῶν Τούρκων, ἀξίωσε κ’ ἐμένα νὰ δουλέψω κατὰ δύναμη λιγώτερον ἀπὸ τὸν χερώτερον πατριώτη μου Ἕλληνα. Γράφουν σοφοὶ ἄντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι καὶ ξένοι διαβασμένοι γιὰ τὴν Ἑλλάδα -ἕνα πρᾶμα μόνον μὲ παρακίνησε κ’ ἐμένα νὰ γράψω, ὅτι τούτην τὴν πατρίδα τὴν ἔχομεν ὅλοι μαζί, καὶ σοφοὶ καὶ ἀμαθεῖς καὶ πλούσιοι καὶ φτωχοὶ καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ πλέον μικρότεροι ἄνθρωποι˙ ὅσοι ἀγωνιστήκαμεν, ἀναλόγως ὁ καθείς, ἔχομεν νὰ ζήσωμεν ἐδῶ. Τὸ λοιπὸν δουλέψαμεν ὅλοι μαζί, νὰ τὴν φυλᾶμεν κι’ ὅλοι μαζὶ καὶ νὰ μὴν λέγῃ οὔτε ὁ δυνατὸς «ἐγώ» , οὔτε ὁ ἀδύνατος. Ξέρετε πότε νὰ λέγῃ ὁ καθεὶς «ἐγώ»; Ὅταν ἀγωνιστῇ μόνος του καὶ φκειάσῃ, ἢ χαλάσῃ, νὰ λέγῃ ἐγώ˙ ὅταν ὅμως ἀγωνίζονται πολλοὶ καὶ φκειάνουν, τότε νὰ λένε «ἐμεῖς». Εἴμαστε εἰς τὸ «ἐμεῖς» κι’ ὄχι εἰς τὸ «ἐγώ». Καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μάθωμεν γνώση, ἂν θέλωμεν νὰ φκειάσωμεν χωριόν, νὰ ζήσωμεν ὅλοι μαζί. Ἔγραψα γυμνὴ τὴν ἀλήθεια, νὰ εἰδοῦνε ὅλοι οἱ Ἕλληνες ν’ ἀγωνίζωνται διὰ τὴν πατρίδα τους, διὰ τὴν θρησκεία τους, νὰ ἰδοῦνε καὶ τὰ παιδιά μου καὶ νὰ λένε˙ «Ἔχομεν ἀγῶνες πατρικούς, ἔχομεν θυσίες», ἂν εἶναι ἀγῶνες καὶ θυσίες. Καὶ νὰ μπαίνουν σὲ φιλοτιμίαν καὶ νὰ ἐργάζωνται εἰς τὸ καλό της πατρίδας τους, τῆς θρησκείας τους καὶ τῆς κοινωνίας. Ὅτι θὰ εἶναι καλὰ δικά τους. Ὄχι ὅμως νὰ φαντάζωνται γιὰ τὰ κατορθώματα τὰ πατρικά, ὄχι νὰ πορνεύουν τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ καταπατοῦν τὸν νόμον καὶ νἄχουν τὴν ἐπιρροὴ γιὰ ἱκανότη.[14]

Αρχεία της νεωτέρας ελληνικής ιστορίας. Εκδίδονται επιμελεία Ιωάννου Βλαχογιάννη. Β΄ Αρχείον του Στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη. Τόμος δεύτερος (περιέχων τα Απομνημονεύματα), εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, 1907, σσ. 7-10 («Εισαγωγή»), 455-464 («Επίλογος»)

1 Περὶ τοῦ ἀξιώματος τούτου τοῦ Μακρυγιάννη καὶ τῆς διαρκείας αὐτοῦ βλ. ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ τῶν Ἀπομνημονευμάτων. Ὁ ὅρος «Πελοποννήσου καὶ Σπάρτης» ἀπαντᾷ καὶ ἐπ’ ἄλλων ἀξιωμάτων κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Ἐπαναστάσεως.

2 Ὁ Μακρυγιάννης γράφων οὐδὲν παραθέτει ἔγγραφον ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας αὐτοῦ. Συχνὰ ὅμως παραπέμπει εἰς αὐτήν.

3 Βλ. κατωτέρω τὰ μετὰ τὴν φυγὴν τοῦ Μακρυγιαννη ἐξ Ἀρτης, ἀρξαμένης ἤδη τῆς ἐπαναστάσεως.

4 Ὁ Μῆτρος Δεληγιώργης ἢ Δεληγιωργόπουλος ὑπηρέτει τότε ὡς μοίραρχος ὑπὸ τὸν Μακρυγιάννην.

5 Διατιμιώμαι ἀτιμάζομαι.

6 Κρικέλλα καὶ χαλκᾶς λέξεις ταυτόσημοι. Ἡ φράσις παροιμιώδης ἐν τὴ Στερεᾷ. Ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος λέγεται: «νἆχε ἡ γῆ χαλκᾶ». Ἡ ἔννοια τῆς ἐν τῷ κειμένῳ φράσεως, ὅτι ἡ γῆ δὲν ἀνήκει εἰς ἕναν μόνον ἄνθρωπον. Ἡ ἕτερα φράσις περιέχει εὐχήν· «ἂς ἠδύνατό τις, συλλαβῶν τὴν γῆν ὡς ἀπὸ κλοιοῦ, νὰ συντρίψῃ αὐτήν».

7 Τὸ ὄνομα τοῦ στρατηγοῦ Κριεζώτου πολλαχῶς ἀπαντᾷ ἐν τοῖς χειρογράφοις τῶν χρόνων τῆς Ἐπαναστάσεως· Κριτζώτης, Κριζώτης, Γκριτζώτης, Γκριζώτης κλπ. Αὐτὸς ὁ στρατηγὸς ὑπεγράφετο διαφόρως.

8 Οἱ μῦλοι τοῦ Γράδου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀτάλαντης ἐτέθησαν εἰς ὑποθήκην πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ὀφειλόμενων τῷ Μακρυγιάννῃ 7944 φοινίκων τὴν 10ην Δεκεμβρίου 1832 (βλ. ἔγγρ. Α΄. τόμου κατὰ τὴν χρονολογίαν ταύτην).

9 Καὶ τὸν μιστόν, τὸ τρίτο, μοὔκοψε ὁ φίλος μου Ρόδιος· καὶ κάνα παιδὶ τῶν ἀγωνιστῶν δὲν πλερώνει εἰς τοὺς Εὐέλπιδες, ἐγὼ πλερώνω. (Ἐννοεῖ τὰ δίδακτρα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ὀθωνος, ἀποβληθέντος βραδύτερον ἐκ τῆς Σχολῆς μετὰ τὴν ἐπὶ συνωμοσίᾳ σύλληψιν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τῷ 1852. Σημ. ἐκδ.).

10 Τὸ ὑπὸ τὸν Ἀντώνιον Κριεζῆν ὑπουργεῖον, διορισθὲν τὴν 2αν Δεκεμβρίου 1849. Ἐν αὐτῷ ὁ Γεωργαντᾶς Νοταρᾶς ἦτο ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Πέτρος Δεληγιάννης μετέσχε τοῦ ὑπουργείου βραδύτερον (23 Ἰουλίου 1850) ὡς ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Β. Οἴκου καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ δὲ Δημ. Χρηστίδης ὡς ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 4ην Αὐγούστου 1850.

11 Λένε τοῦ ἀδερφοῦ τοῦ Κορφιωτάκη· «Ὁ ἀδερφός σου ἔφαγε τόσα ἐθνικὰ ὑποστατικὰ καὶ χρήματα τοῦ Ἔθνους· διατὶ νὰ δώσῃ τῆς χήρας τώρα τὸ Ἔθνος καὶ τρακόσες δραχμὲς τὸν μῆνα; – Ἦταν ἄξιος καὶ τὰ πῆρε ὅλα αὐτά, λέγει, κι’ ἀπὸ τὴν ἀξιότη του αὐτείνη τὸν ἔβαλε κι’ ὁ Βασιλέας δυὸ βολὲς ὑπουργόν, μίαν εἰς τὴν Οἰκονομίαν (καὶ διόρθωσε ὅλα αὐτὰ ὀποῦ εἶχε κάμῃ καὶ πῆρε κι’ ἄλλα) – τώρα δι’ αὐτὰ πλερῶστε καὶ τρακόσες δραχμὲς τὸν μῆνα!» Κάνει τὸ νομοσκέδιον ὁ Χρηστίδης, ὁ ὑπουργὸς ὁ τωρινός της Οἰκονομίας. Πουλεῖ κι’ αὐτὸς τὸ σμυρίδι ἕντεκα δραχμὲς τὸ καντάρι· τοῦ δίνουν δεκάξι· «Τὄδωσα τώρα» λέγει. Πιάνει ὁ Μπάλμπης, ὀποῦ ἦταν ὑπουργὸς τῆς Οἰκονομίας, τὸν συναδερφὸν του τὸν Γιωργαντᾶ Νοταρᾶ, ὑπουργὸν τοῦ Ἐσωτερκοῦ, καὶ τοῦ ζητεῖ τὰ ὅσα ἔχει κατακρατήσῃ τοῦ Ἔθνους, 350 χιλιάδες δραχμές. «Κι’ ἂν δὲν τὰ δώσῃς, τοῦ λέγει, δὲν συνεδριάζομεν μαζί· ἀπαρατιῶμαι». Τοῦ λέγει ὁ Βασιλέας· «Εἶναι δεχτὴ ἡ ἀπαραίτησή σου». Κι’ ἀπαρατήθη. Κι’ ἄλλα κι’ ἄλλα πλῆθος τοιοῦτα. (Ὁ Ζ. Ι. Βάλβης, ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ ὑπουργείῳ Κριεζῆ παρῃτήθη τὴν 10ην Μαΐου 1850. (Σημ. ἐκδ.).

12 Κλέπται.

13 Βλ. σημ. 2 τῆς σελ. 366.

14 Ἐπειδήτις ὁλοένα λέγω κατάχρησες, μὴ στοχάζεστε ὅτι ἔχω πάθος εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ψάξετε τὴς ‘φημερίδες, τηρᾶτε καὶ τὰ πραχτικὰ τῶν Βουλῶν, μ’ ὅλον ὀποὖναι τέτοιες Βουλὲς ὀποῦ ‘περασπίζονται τὴν κλεψιὰ καὶ ‘διοτέλεια καὶ πολεμοῦνε τὴν δικαιοσύνη· καὶ μ’ ὄλον αὐτὸ θὰ ἰδῆτε ἂν ἀληθινὰ εἶναι αὐτὰ ὀποῦ σημειώνω. Εἶπα σὲ πολλὰ μέρη, λέγω καὶ τώρα· ἐγὼ τἄγραψα αὐτὰ ὅλα κι’ ὅποιος ἀπ’ ὅσους μιλῶ προσωπικῶς στοχάζεται ὅτι τὸν ἀδικῶ καὶ εἶναι κακία μου κι’ ὄχι ἀλήθεια, ἔχει τὸ ἐλεύτερον νὰ γράψῃ κι’ ἀναντίον μου ὅ,τι λάθη ἔκαμα εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς πατρίδος· ὄχι ὅμως παθητικῶς, ἀλλὰ συντροφεμένος μὲ τὴν ἀλήθεια, μὲ τὴν παρατήρησιν. Ὅμως δὲν ἔχει κανένας τὸ δικαίωμα νὰ γράψῃ οὔτε ὑπέρ μου, οὔτε κατὰ ἂν δὲν διαβάσῃ πρῶτα ὅλο τοῦτο ἀρχὴ καὶ τέλος κι’ ὅλα μου τ’ ἀποδειχτικᾶ καὶ τὰ χαρτιά μου – καὶ τότε ἃς γράψῃ ὅ,τι ὁ Θεὸς τὸν φωτίσῃ. Κι’ ὅταν τὰ διαβάσῃ, τότε ἃς κάμῃ τὴν παρατήρησή του, ὄχι πρωτύτερα. Κ’ ἐγὼ ἔκαμα λάθη καὶ κάνω· ἄνθρωπος εἶμαι. Καὶ πρέπει νὰ γράφωνται καὶ τὰ καλά μας καὶ τὰ κακά μας.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.