Τα νησιά είναι πόλος έλξης του γενικού πληθυσμού και το καλοκαίρι εκεί γίνεται πατείς με πατώ σε. Στα κοσμοπολίτικα νησιά επικρατεί μια αναφυλαξία υπεροψίας και νεοπλουτισμού. Φαίνεται πως αρκετοί ντόπιοι επιχειρηματίες αγαπούν πιο πολύ την τσέπη τους από τον τόπο τους. Στον βωμό του κέδρους καταθέτουν την ψυχή τους.

Ντίνος Σιώτης

Από την αυγή του δυτικού πολιτισμού το Αιγαίο εμπνέει ποιητές και φιλοσόφους. Τα νησιά του είναι το λίκνο της Ελλάδας. Στις ακρογιαλιές του γεννήθηκε η Ευρώπη. Ο μεγαλύτερος ιατρός της αρχαιότητας, ο Ιπποκράτης, ήταν από την Κω. Ο Πυθαγόρας και ο Ανακρέων από τη Σάμο. Η Χίος θέλει τον Oμηρο να έχει γεννηθεί εκεί. Η Σαπφώ ήταν από τη Λέσβο. Ο Απολλώνιος από τη Ρόδο.

Ο Αρχίλοχος από την Πάρο. Ο Αλκαίος από τη Μυτιλήνη. Απ’ τον Ομηρο έως τον λόρδο Βύρωνα και από τη Σαπφώ έως τον Ελύτη, το Αιγαίο υπήρξε ο χώρος όπου η ανθρώπινη σκέψη (και η ποίηση) αδιάλειπτα συνέχισε να διαμορφώνει την ταυτότητα της Ελλάδας, δίνοντας στον κόσμο την Αιτία, τον Λόγο, την Επιστήμη, τις Τέχνες. Οι Κυκλάδες είναι στο κέντρο του Αιγαίου. Ξετυλίγονται στο Αιγαίο. Κυματίζουν ελεύθερα στα γαλανά του νερά. Οι άνεμοι της Ιστορίας δεν τις αφήνουν σε ησυχία. Στους αρχαίους χρόνους η Δήλος ήταν το ιερό νησί. Σήμερα, απέναντι από τη Δήλο, η Τήνος διεκδικεί τα σκήπτρα του Ορθόδοξου προσκυνήματος λόγω της Παναγίας της Ευαγγελίστριας, η εικόνα της οποίας το 1823 ανασύρθηκε από τα χώματά της.

Πριν από μόλις εξήντα χρόνια τα περισσότερα Κυκλαδονήσια δεν είχαν ηλεκτρισμό. Θυμάμαι απέξω το τρίστιχο του ακαδημαϊκού και μετέπειτα πρωθυπουργού Γιώργου Αθανασιάδη-Νόβα (Γ. Αθάνας, 1893–1987) για τον καθηγητή Γεώργιο Μαριδάκη (1890-1979): «Το ανηλέκτριστον Κάστρο της Σίφνου / Πρέπει να ηλεκτροφωτιστή και δις και τρις / Αφού του Μαριδάκη είναι η πατρίς!». Μέχρι και τη δεκαετία του ’50 τα νησιά ήταν τόποι εξορίας, είτε λόγω πολιτικών φρονημάτων είτε λόγω ασθενειών όπως η λέπρα ή η τρέλα. Δωδεκαετής, καλοκαίρι στην Τήνο σε κατασκήνωση στα Πευκάκια πίσω από την Παναγία τη Μεγαλόχαρη, τραγούδαγα με άλλα παιδιά τη «Γίδα», εις βάρος της κατασκηνώτριάς μας κυρίας Ροζαλίας: «Κι η δεσποινίς η Ροζαλία από πέρα / Απ’ το πρωί βαράει μύγες στον αέρα / Ολο περίπατο μας πάει / Κι όλο τη Γίδα τραγουδάει / Αλλά το βράδυ τρία πιάτα θε να φάει».

Σήμερα κατασκήνωση στα νησιά σημαίνει ακριβό οργανωμένο κάμπινγκ, όνειρο θερινής νυκτός για νέους με λίγα χρήματα. Δεν αναφέρομαι στη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, νησιά που είναι από μόνα τους ξεχωριστές οντότητες. Αναφέρομαι στις Μικρές Κυκλάδες, όπου δεν υπάρχει ίχνος κοσμοπολιτισμού, νησιά ανήμπορα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των μεταμοντέρνων τουριστών, ξένων ή Ελλήνων.Τα παλιά καλοκαίρια τα νησιά είχαν μια απλότητα και μια αρχοντιά. Ταξιδεύοντας με τα αργά ατμόπλοια από Πειραιά για τα νησιά, έβλεπες δελφίνια, γλαρόνια, χελιδονόψαρα. Υπήρχαν παραθεριστές στα νησιά. Σήμερα έχουμε μποστάνια από εκτός ελέγχου τουρίστες.

Για τον χαμηλόμισθο διακοπές σε νησί είναι όνειρο απατηλό. Ο μέσος Eλληνας δεν θέλει ξαπλώστρα. Μια αμμουδιά με κόσμο θέλει όπου να ‘ναι να κάνει το μπανάκι του. Ομως οι περισσότερες από τις πιο όμορφες παραλίες των νησιών έχουν δοθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης για εκμετάλλευση σε ιδιώτες.

Η τουριστική δραστηριότητα επισκιάζει τα νησιά όλο το καλοκαίρι. Τα νησιά τροποποιούνται, μεταμορφώνονται, μετασχηματίζονται, αλλάζουν, γίνονται πλατφόρμες φαγητού και ευζωίας για όσους το αντέχουν. Οι τουρίστες δεν γνωρίζονται με τον τοπικό πληθυσμό, δεν μπαίνουν στα σπίτια τους να δουν πώς είναι η ζωή σε ένα νησί, δεν αποκτούν μια εμπειρία ζωής σε νησί. Από τόποι παραθερισμού γίνονται τόποι τουρισμού. Αυτό συνεπάγεται αρπακτικότητα και έλλειψη σεβασμού προς το περιβάλλον. Η καθημερινότητα των μονίμων κατοίκων αναδιαμορφώνεται, αλλάζει χρήση, γίνεται πιο επιφυλακτική απέναντι στη μαζικότητα του φαινομένου, με αποτέλεσμα η παραβατικότητα εκ μέρους όλων, ακόμη και της τοπικής αυτοδιοίκησης, να ακούγεται ως κάτι φυσικό. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει πλούσιος μέσα σε ένα καλοκαίρι.

Τα νησιά είναι πόλος έλξης του γενικού πληθυσμού και το καλοκαίρι εκεί γίνεται πατείς με πατώ σε. Στα κοσμοπολίτικα νησιά επικρατεί μια αναφυλαξία υπεροψίας και νεοπλουτισμού. Φαίνεται πως αρκετοί ντόπιοι επιχειρηματίες αγαπούν πιο πολύ την τσέπη τους από τον τόπο τους. Στον βωμό του κέδρους καταθέτουν την ψυχή τους. Eνα βράδυ, στα πρώτα βήματα της τουριστικής ανάπτυξης πριν από σαράντα χρόνια, άκουσα έναν επιχειρηματία να λέει σε κύκλο επιχειρηματιών πως «αν δεν βγάλεις (=αποκτήσεις) ένα σπίτι μια σεζόν θεωρείσαι αποτυχημένος». Πολλοί τα κατάφεραν. Εις βάρος άλλων. Εις βάρος των εργαζομένων στον τουριστικό κλάδο που ζουν υπό άθλιες συνθήκες, ανασφάλιστοι και μη αμειβόμενοι για τον πραγματικό χρόνο εργασίας τους.

Oπως έγραψε πρόσφατα ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας: «Το καλοκαίρι είναι η αναγκαιότητα μεταμορφωμένη σε ελευθερία. Το ζήτημα είναι τι περιμένεις από την αναγκαιότητα και τι από την ελευθερία». Αυτό δεν ξέρω ποιος μπορεί να το απαντήσει, να το διαπραγματευτεί ή να το διαχειριστεί, έτσι ώστε τα νησιά το καλοκαίρι να μην είναι μόνο μία τουριστική μπόρα και μία επιχειρηματική έκρηξη αλλά και μία εμπειρία μοναδική, μια καλοκαιρινή υπέρβαση που σου δίνει την ευκαιρία να ενωθείς με τον αληθινό σου εαυτό ή, έστω, με τον ουρανό…

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.