Προτείνει προσθήκη Μνείας στο Σύνταγμα για την Εκκλησιαστική περιουσία:

Προτείνω προς το σώμα της Ιεραρχίας με σκοπό τον κοινό
προβληματισμό και την συζήτηση ορισμένες γενικές και
ουσιαστικές θέσεις και αρχές της Εκκλησίας της Ελλάδος εν
όψει ενδεχόμενης προσκλήσεώς μας σε επίσημη
διαβούλευση:

α. Είναι ουσιώδες να αποσαφηνίσουμε η Εκκλησία κατά την
ρύθμιση των σχέσεών Της βασίζεται κυρίως στο άρθρο 13 του
Συντάγματος και είναι υποκείμενο θρησκευτικής ελευθερίας
και αυτονομίας έναντί του Κράτους.

Είτε οι φορείς Της είναι
νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως θεσπίσθηκε
συνολικώς με τον Καταστατικό Χάρτη του 1969, είτε νομικά
πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή ασχέτως νομικής
μορφής, πρέπει να καταστεί σαφές στην Πολιτεία, ότι η
Εκκλησία δεν θεωρεί ότι η νομική προσωπικότητα δημοσίου
δικαίου χορηγεί στην Πολιτεία το δικαίωμα να νομοθετεί
μονομερώς. Ούτε φυσικά η μισθοδοσία είναι ζήτημα
θεσμικών σχέσεων, ούτε χορηγεί στην νομοθετούσα
28

Πολιτεία το δικαίωμα ωμής εισόδου σε εκκλησιαστικά
θέματα. Στη Γερμανία, όπου επίσης οι παλαιές και
σημαντικές θρησκευτικές κοινότητες είναι νομικά πρόσωπα
δημοσίου δικαίου, το Σύνταγμα κατοχυρώνει ρητώς το
δικαίωμα αυτοκαθορισμού των θρησκευτικών οργανώσεων,
το οποίο αποτελεί όριο επεμβάσεως, τόσο για τον νομοθέτη,
όσο και για τον δικαστικό έλεγχο, ο οποίος δεν μπορεί να
φθάσει μέχρι την εκδίκαση υποθέσεων με θρησκευτικό
χαρακτήρα.

β. Επομένως, η «αποκρατικοποίησή» της Εκκλησίαςή επί το
θεολογικότερον η «απελευθέρωση της Εκκλησίας από το
Κράτος», δηλαδή η παροχή πλήρους θρησκευτικής
αυτονομίας για τα εσωτερικά Της ζητήματα, δεν έχει
απολύτως καμία αιτιώδη σχέση με την οποιαδήποτε αλλαγή
της νομικής προσωπικότητας των εκκλησιαστικών φορέων
από δημοσίου δικαίου σε ιδιωτικού δικαίου.

Επίσης πρέπει να
καταστεί σαφές ότι η νομική προσωπικότητα της Εκκλησίας
είναι ζήτημα που ρυθμίζει ο νομοθέτης κατά το άρθρο 72
παρ. 1 του Συντάγματος και δεν προκαθορίζεται από το
Σύνταγμα. Αντίθετα ο σεβασμός της θρησκευτικής
ελευθερίας και της θρησκευτικής αυτονομίας της Εκκλησίας,
αλλά και όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων προκύπτει ως
μονοσήμαντη υποχρέωση για το Κράτος απευθείας από το

29
άρθρο 13 του Συντάγματος και από τα άρθρα 9 και 11 της
Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
γ. Η πλευρά της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει κάθε
ενδιαφέρον να εξηγήσει προς την πολιτική ηγεσία ότι η
Εκκλησία της Ελλάδος διαλέγεται με το Κράτος, όχι με την
ιδιότητα της θρησκευτικής γραφειοκρατίας του Δημοσίου,
που αρύεται την ύπαρξή της από την κρατική επίνευση, αλλά
ως κοινότητα Κλήρου και Λαού.

Η Εκκλησία της Ελλάδος
έχει θεοΐδρυτη προέλευση, όπως αναγνωρίζει και το άρθρο 1
του Καταστατικού Χάρτου Της, η δε κοσμική Της έκφανση
και λειτουργία υπό την μορφή κοσμικού οργανισμού έχει το
ποίμνιό Της ως λαϊκή και δημοκρατική βάση της
νομιμοποιήσεώς Της. Εν ολίγοις, είναι σημαντικό να
συζητούμε και να συνεργαζόμαστε με το Κράτος ως φορέας
ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που συζητεί τα θρησκευτικά του
ζητήματα με την κρατική εξουσία, όπως πράττουν και οι
συμπολίτες μας άλλων ετεροδόξων και ετεροθρήσκων
θρησκευτικών κοινοτήτων.

δ. Με τις ανωτέρω διευκρινίσεις η Εκκλησία της Ελλάδος δεν
πρέπει να δεχθεί οποιαδήποτε συμβολική υποβάθμιση ή
θεσμική υποτίμησή Της στο πλαίσιο είτε της αναθεωρήσεως
του Συντάγματος είτε τροποποιήσεως της τυπικής, κοινής
νομοθεσίας. Οι παραπάνω συμβολισμοί εκφράζουν την
πάγια και ιστορική σχέση του Ελληνικού Έθνους με την
30
ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση, που έχει πολλές
προεκτάσεις πολιτισμικές, κοινωνικές, γλωσσικές και ηθικές
στην ιδιοσυγκρασία του σημερινού Έλληνα, τις οποίες ακόμη
ψηλαφούμε στην καθημερινότητα των κατοίκων αυτής της
χώρας.
ε. Με δεδομένο ότι η συνταγματική και διαπιστωτική
αναγνώριση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης ως
«επικρατούσας θρησκείας» διαδραματίζει ρόλο ενός
πληθυσμιακού, ιστορικού και πολιτισμικού τεκμηρίου για τον
νομοθέτη, τον δικαστή και την κρατική διοίκηση, η Εκκλησία
της Ελλάδος οφείλει να αποσαφηνίσει προς την πολιτική
εξουσία ότι η αναγνώριση της ιστορικότητας και της ενεργού
θρησκευτικής παραδόσεως του ελληνικού Έθνους στο άρθρο
3 του Συντάγματος, σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει
αρνητικά την ισότιμη και πλήρη πρόσβαση κάθε πολίτη ή
κατοίκου της Ελλάδας στα συνταγματικά δικαιώματα, ακόμα
και εάν δεν είναι Έλληνας το γένος η ορθόδοξος χριστιανός
κατά το θρήσκευμα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα ισχύουν
εξίσου για όλους, ούτε αναιρείται η ισότιμη πρόσβαση σε
αυτά, επειδή το Σύνταγμα αναγνωρίζει τον ενεργό και
ιστορικό ρόλο της Ορθοδοξίας στην εθνική ιδιοσυγκρασία και
το βιοτικό ρυθμό της ελληνικής κοινωνίας.

Και η νομοθετική
πραγματικότητα αυτήν την στιγμή επιβεβαιώνει ότι δεν
υφίσταται καμία διάταξη στην κοινή νομοθεσία, που να
31
εισάγει λόγω του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος
περιορισμούς στα ατομικά δικαιώματα όσων δεν είναι
ορθοδόξοι χριστιανοί.
στ. Τό Ελληνικό Έθνος είχε μετά τον εκχριστιανισμό του έναν
ιστορικά σταθερό πυρήνα, που περιλαμβάνει και την
ορθόδοξη θρησκεία (αποτελουμένο δηλαδή από έναν πυρήνα
ελληνόφωνων χριστιανών με συνείδηση εθνοτικής ομάδας)
και ποικίλα όρια (περιπτώσεις ελληνόφωνων μη ορθόδοξων
η ορθόδοξων μη ελληνόφωνων, αλλά με ελληνική συνείδηση
κ.λπ.).

Κατά συνέπεια, η αφαίρεση των στοιχείων
θρησκευτικής ταυτότητας του Έθνους από το κείμενο του
Συντάγματος θα αποτελούσε προσπάθεια εισαγωγής μία
νέας «εθνολογίας», καθώς αποκόπτει το Έθνος από ένα
ουσιώδες περιεχόμενο του πυρήνα της ιστορικότητάς του, της
ενεργού παράδοσής του και της παρούσας συλλογικής
καθημερινότητάς του.

Στο πλαίσιο αυτό δεν νομίζουμε ότι
οποιαδήποτε πολιτική δύναμη έχει το δικαίωμα διατύπωσης
της δικής της εκδοχής για την ιστορικότητα του Έλληνα μέσα
στο Σύνταγμα ή την νομοθεσία, ούτε διαθέτει τη
δημοκρατική νομιμοποίηση για να αναθεωρήσει τις ιστορικές
παραμέτρους της εθνικής ταυτότητας.
ζ.

Ως προς την σχέση μεταξύ εθνικής – θρησκευτικής
«Ταυτότητας» και «Δημοκρατίας». Το ένα δεν αποκλείει, ούτε
περιορίζει το άλλο. Η θέση μας πρέπει να είναι ότι πρόκειται
32
για συμπορευόμενες και μη συγκρουόμενες έννοιες.
Συγχέουν επομένως, διαφορετικά και άσχετα μεγέθη οι
αναθεωρητικές προτάσεις να αποσιωπηθούν ή να
απαλειφθούν από τον συνταγματικό ή κοινό νομοθέτη
αναφορές που δείχνουν αναγνώριση της θρησκευτικής
ταυτότητας του ελληνικού Έθνους ως στοιχείο, που
επαναλαμβάνει και σε νομικό επίπεδο το Κράτος, ως
πολιτικός φορέας του Έθνους. Η αναθεωρητική άποψη
πρεσβεύει ότι δήθεν οι παραπάνω συμβολισμοί έχουν
δυσμενή επιρροή στην τήρηση της θρησκευτικής ισότητας και
στην υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως των πολιτών, ασχέτως
θρησκεύματος.

Υφίσταται δημοκρατική Πολιτεία και έννομη
τάξη, μέσα στην οποία όλοι έχουν ίση πρόσβαση στα
δικαιώματα και ίση προστασία τους, ασχέτως των
θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Όπως προελέχθη, όλες
αυτές οι αναθεωρητικές επιδιώξεις καμία σχέση δεν έχουν με
τις νομικές υποχρεώσεις της Ελλάδας, που προκύπτουν από
την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς είναι
ζήτημα που δεν αφορά τους πυλώνες της ευρωπαϊκής
ενοποιητικής διαδικασίας.
η.

Η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να προωθεί την πλήρη
κατοχύρωση της αυτοδιοίκησής Της και με προσθήκη σαφούς
διάταξης ή ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 13 του
Συντάγματος που προστατεύει την θρησκευτική ελευθερία,
33
στόχος από τον οποίο απέχει τόσο και η νομοθεσία όσο και η
νομολογία. Το άρθρο 3 αυτήν την στιγμή λειτουργεί
ανταγωνιστικά προς το άρθρο 13, καθώς όπως παγίως
ερμηνεύεται μέχρι σήμερα από τα δικαστήρια βάσει του
άρθρου 3 Συντ. η Πολιτεία μπορεί να νομοθετεί και επί
εσωτερικών θρησκευτικών ζητημάτων της ορθόδοξης
Εκκλησίας και χωρίς την συναίνεση της τελευταίας και
επομένως η Εκκλησία δεν έχει πλήρη τα δικαιώματα
θρησκευτικής αυτονομίας, που προκύπτουν από το άρθρο 13
για άλλες θρησκευτικές κοινότητες.

Δεν χρειάζεται η
υπενθύμιση πόσες πραξικοπηματικές επεμβάσεις στην ζωή
και διοίκηση της Εκκλησίας δικαιολογήθηκαν βάσει της
παραπάνω διαχρονικά σταθερής ερμηνείας του
Συντάγματος (από τον 19ο αιώνα).
θ. Η Εκκλησία της Ελλάδος επιθυμεί σχέσεις συνεργασίας
με το Κράτος, διατηρώντας το νομικό status Της.

Για τον λόγο
αυτό μπορεί να περιληφθεί «νομοθετική εξουσιοδότηση» στο
Σύνταγμα προς την Εκκλησία της Ελλάδος, ώστε αυτή να
εκδίδει, χωρίς την σύμπραξη της Βουλής, τον Καταστατικό
Της Χάρτη και τις διοικητικές πράξεις αυτοοργάνωσής Της.
Επί του παρόντος ο Καταστατικός Χάρτης έχει την μορφή
τυπικού νόμου, που ψηφίζει η Ολομέλεια της Βουλής.

Η
Εκκλησία της Ελλάδος θα μπορούσε να ζητήσει ώστε ο
Καταστατικός της Χάρτης να ψηφίζεται από την Ιερά Σύνοδο
34
της Ιεραρχίας και να έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (όπως μία
υπουργική απόφαση η ένα προεδρικό διάταγμα) με
«αυτόνομη κανονιστική εξουσιοδότηση», που θα της παρέχει
απευθείας το Σύνταγμα στα πλαίσια της θρησκευτικής Της
αυτονομίας και των διακριτών ρόλων Εκκλησίας και
Πολιτείας.

ι. Η Εκκλησία της Ελλάδος θα μπορούσε να ζητήσει την
προσθήκη μνείας στο Σύνταγμα ότι η μισθοδοσία του κλήρου
και η ενίσχυση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης αποτελεί
αναγνώριση των περιουσιακών υποχρεώσεων της Πολιτείας
έναντι της Εκκλησίας για την εκκλησιαστική περιουσία, που
απέκτησε το Κράτος χωρίς αποζημίωση της Εκκλησίας από
την σύσταση του Κράτους και εντεύθεν.
ια. Στό πλαίσιο της αναθεωρητικής συζήτησης η Εκκλησία της
Ελλάδος, ως κειμένη εντός του κλίματος της Μεγάλης του
Χριστού Εκκλησίας, στηρίζει την διατήρηση στο Σύνταγμα
του κατοχυρωμένου ιδιαίτερου καθεστώτος του Αγίου Όρους
(άρθρο 105) και των λοιπών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών
μέσα στην ελληνική επικράτεια, ήτοι Εκκλησία της Κρήτης,
Μητροπόλεις Δωδεκανήσου (άρθρο 3 παρ. 2).

Για τον
παραπάνω λόγο η Εκκλησία της Ελλάδος μπορεί να ζητήσει,
ώστε σε ειδική διάταξη να αναφέρεται η υποχρέωση της
Πολιτείας για την συνδρομή της υπέρ των πρεσβυγενών
Ορθόδοξων Πατριαρχείων.
35

ιβ. Εάν η Πολιτεία επιδιώξει να παύσει με συνταγματική
διάταξη ή νομική προσωπικότητα της Εκκλησίας ως νομικού
προσώπου δημοσίου δικαίου, τότε η Εκκλησία της Ελλάδος ίσως
θα πρέπει να στηρίξει το ευρύτερο αίτημα τροποποίησης του
άρθρου 16 Συντάγματος, ώστε να επιτραπούν μη κρατικά
πανεπιστήμια και να αποκτήσει το δικαίωμα σύστασης
παραγωγικών σχολών κληρικών ανώτατης εκπαιδεύσεως.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.