ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΡΑ.

Πρῶτος Ἑσπερινός ἱ. μνήμης Ἁγίου Εὐμενίου, τοῦ Νέου, στην Ἐνορία Ἐθιᾶς, Κυριακή, 22-5-2022.

ΔΕΙΤΕ ΦΩΤΟ.

Ὁµιλία στήν Ἐθιά, κατά τόν πρῶτο Ἑσπερινό, τῆς ἱερᾶς µνήµης τοῦ Ἁγίου Εὐµενίου, τοῦ Νέου, Κυριακή, 22-5-2022.

Ἀγαπητοί μου, ὅπως γνωρίζετε, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν περασμένη Κυριακή τῶν Βαΐων, τελέσαμε ἐδῶ τήν πρώτη Θεία Λειτουργία μετά τήν ἀναγραφή τοῦ Πανοσιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου, Εὐμενίου Σαριδάκη, στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν ἐπωνυμία Ἅγιος Εὐμένιος, ὁ Νέος, καθαγιάσαμε τήν Ἱερά Εἰκόνα του καί ψάλαμε τό Ἀπολυτίκιό του. Ἀπόψε καί αὔριο, τελοῦμε, τόν πρῶτο ἑορτασμό τῆς ἱερᾶς μνήμης του, μετά τή συμπερίληψή του στίς δέλτους τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπόψε καί αὔριο ἡ Ἐθιά, ἡ γενέτειρα τοῦ Ἁγίου μας καί ὁ χῶρος αὐτός πού κεῖται τό ἱερό του σκήνωμα, μνημονεύει τόν νέο Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἱερότητα καί πνευματική εὐφροσύνη.

Εὐμένιος, ὁ Νέος. Ὁ τρίτος Ἅγιος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, μέ τό ὄνομα Εὐμένιος. Ἅγ. Εὐμένιος, Ἐπίσκοπος Γορτύνης, Ἅγ. Εὐμένιος, ὁ τῆς Ἱ. Μονῆς Κουδουμᾶ καί τώρα ὁ Ἅγ. Εὐμένιος, ὁ Νέος. Μέ τήν ἀναγραφή τοῦ νέου Ἁγίου στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, τό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καί τῆς Ἱ. Μητροπόλεώς μας, πλουτίζεται μέ ἕναν ἐπί πλέον Ἅγιο, ὡς συνέχεια τῆς χριστιανικῆς κρητικῆς παράδοσης.

Παράδοση, πού ξεκίνησε τή γενέθλιο ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, τήν Πεντηκοστή, στά Ἱεροσόλυμα, τό 33 μ. Χ., ὅπως μᾶς λέει ἡ Καινή Διαθήκη, ὅπου, μεταξύ ἄλλων, ἦταν ἐκεῖ Κρῆτες. Παράδοση, πού εὐλογήθηκε στή συνέχεια ἀπό ἕνα θεϊκό ἐπισκέπτη τῆς Κρήτης, περίπου το 59 μ. Χ., τόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν Παῦλο, τόν ὁποῖο φιλοξένησε, ὅπως πάλι ἡ Καινή Διαθήκη μᾶς λέει, γιά ἱκανό χρόνο ὁ ἀπάνεμος ὅρμος τῶν Καλῶν Λιμένων. Παράδοση, πού ἐπισφραγίσθηκε μέ ἀποστολικές παραγγελίες, ὅπως μᾶς τίς παραδίδει ἡ Καινή Διαθήκη, μέ τήν πρός Τίτον Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόν ὁποῖον ἐγκατέστησε στήν Γόρτυνα, πιθανότατα τό 63 μ. Χ.

Ἄν καί πέρασαν αἰῶνες στήν Κρήτη, αἰῶνες ἀκμῆς ἤ παρακμῆς, δουλείας ἤ ἐλευθερίας, βουλήσει Θεοῦ, ἡ χριστιανική παράδοσή της δέ σταμάτησε νά ἀντηχεῖ καί νά ἐξαπλώνεται, στό διάβα τοῦ χρόνου. Ἕνα πλῆθος μαρτύρων καί εὐαγγελιστῶν της, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἐμβάθυναν τά ἴχνη της. Ἕνα πλῆθος χριστιανικῶν μνημείων ἐμπλούτισαν τή μαρτυρία της καί ἕνα πλῆθος μονῶν καί ἐρημητηρίων, διδαχθέντα ἀπό τόν ἀπέναντί τους ἀναπτυχθέντα ἀσκητισμό τῆς Αἰγύπτου, ἄσκησαν τήν ἐσωτερική ζωή καί προσευχή, ἕως ὅτου τόν 14ο αἰῶνα, πάλι στούς Καλούς Λιμένες, ἦλθε ὁ Ἅγ. Γρηγόριος, ὁ Σιναΐτης, ὅπου βρῆκε ἀσκούμενο στά σπήλαια τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς τόν Ἅγιο μοναχό Ἀρσένιο, ἀπό τόν ὁποῖο διδάχθηκε τή θεωρία τῆς νοερᾶς προσευχῆς, δηλαδή τό βάθος της, τήν ὁποία στή συνέχεια τή μετέφερε στό Ἅγιο Ὄρος.

Αὐτή ἡ ἀσταμάτητη χριστιανική ροή στήν Κρήτη, συνεχίστηκε καί στούς κατοπινούς αἰῶνες μέ νέους μάρτυρες, ἀσκητές καί ὁμολογητές τῆς ὀρθόδοξης κρητικῆς χριστιανικῆς παράδοσης καί μέ νέα ὁρόσημα στή ζωή τῆς Κρητικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀκαταμάχητη τούτη συνέχεια στή Μεγαλόνησο, ἔφθασε, μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἕως στίς μέρες μας πού ἡ χάρη Του, διά τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς δώρησε τόν Ἅγιο Εὐμένιο, τόν Νέο.

Ἡ ζωή καί τό ἔργο, τοῦ νέου κρητός Ἁγίου, τοποθετούμενα πάνω στήν διαχρονία τῶν προαναφερθέντων αἰώνων, μᾶς φθάνουν ὡς τή βιβλική βάση τῆς Κρήτης, στήν πρός τόν Τίτον Ἐπιστολή, τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί σέ ἕνα λόγο του πρός τόν Τίτο, ἐκεῖ πού, μεταξύ ἄλλων, τοῦ παραγγέλει: «…περὶ πάντα σεαυτὸν παρεχόμενος τύπον καλῶν ἔργων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀδιαφθορίαν, σεμνότητα, ἀφθαρσίαν λόγον ὑγιῆ, ἀκατάγνωστον…». Δηλαδή: Τίτε, …ἐσύ σέ ὅλα νά προσφέρεις τόν ἑαυτό σου, ἔτσι, ὥστε νά εἶσαι ὑπόδειγμα καλῶν ἔργων, νά διδάσκεις μέ ἀδιαφθορία, σεμνότητα, (νά διδάσκεις) τή σωστή διδασκαλία, μέ λόγο ὑγιῆ, ἀπρόσβλητο ἀπό τή φθορά…

Ταπεινά, νομίζω, ὅτι ἄν παραλληλίσουμε τήν παύλεια αὐτή πνευματική παραγγελία, γιά τή διοργάνωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καί τόν βίο τοῦ Ἁγίου Εὐμενίου, τοῦ Νέου, βρίσκουμε ἕνα Ἅγιο συνεχιστή τῆς πίστεώς μας καί ἕνα γνήσιο χριστιανό κρητικό τῶν χρόνων μας, πού πρόσφερε ὅλο του τόν ἑαυτό στόν Θεό, μέ ἔμπρακτη πνευματική βιωτή, μέ ζωή ἀδιαφθορίας καί σεμνότητος, μέ παράδειγμα, λόγο καί διδασκαλία ἀνόθευτη, μέ ὑγιές ἐκκλησιαστικό φρόνημα, σμιλευμένα μέσα στήν ἄδολη πίστη τοῦ λαοῦ μας καί μέσα στή ζωντανή μοναστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά φθάσει ἐν συνέχειᾳ στήν πρωτεύουσα τῶν Ἀθηνῶν, γινόμενος πράγματι τύπος καλῶν ἔργων.

Ὁ Ἅγιος μας, πολύ νωρίς, ἤδη ἀπό τά παιδικά του χρόνια, ἐδῶ στή Ἐθιά, ἀργότερα στόν Ἅγ. Νικήτα, στό Λειμωδῶν στήν Ἀθῆνα, στό Μοναστήρι τοῦ Κουδουμᾶ καί στήν καθ᾽ ὅλη διάρκεια τῆς ζωῆς του, δέχθηκε τρομερές θεοσημεῖες, εἶχε σπάνιες πνευματικές ἐμπειρίες καί μέ τίς πλουσιοπάροχες δωρεές τοῦ Θεοῦ, πού εὐδόκησε ἐπ᾽ αὐτόν, ἐπιτέλεσε, μέ τή δύναμή Του, ἕνα πλῆθος θαυματουργιῶν.

Ἄς ἐρανιστοῦμε, ἀπόψε, ὀλίγα τινά καί κατ᾽ἐπιλογήν, ἀπό τά βιώματα τοῦ Ἁγ. Εὐμενίου, τοῦ Νέου, πρός πνευματική ὠφέλεια. Εἶπε, κάποτε ὅτι: «…ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα ἀναπαύεται στὴν καρδιά μας, ὅταν τὴν καθαρίσουμε καὶ τὴν ἀφιερώσουμε καὶ τὴν κάμουμε δῶρο τοῦ Χριστοῦ μας, πού μᾶς τὴ ζητᾶ…». Νά, μέ μιά φράση, ἡ πορεία τοῦ ἀγῶνα τῆς πίστεως: ὁ καθαρισμός τῆς καρδιᾶς καί ἡ ἀφιέρωσή της στόν Χριστό. Στήν καθαρή καρδιά ἀναπαύεται ὁ Θεός καί ὁ Ἅγ. Εὐμένιος, ὁ Νέος, τό γνώριζε αὐτό ἀπό τή διαρκῆ μελέτη τῆς δικῆς του καρδιᾶς, κατά τόν λόγο τοῦ ψαλμωδοῦ «…ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου ἐνώπιόν σου διά παντός…».

Αὐτός ὁ ἀγῶνας, μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ, φέρει νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου. Γι᾽ αὐτό, ὁ Ἅγιός μας, μᾶς εἶχε γράψει: «… νά ἀποκτήσει ὁ νοῦς μας θετική παρρησία καί θεϊκή δύναμη καί τότες θά μπορέσουμε μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ μας νά νικήσουμε εὐκολότερα τή θεομίσητο ἁμαρτία καί τόν διάβολο…». Ἐδῶ, ἡ θετική παρρησία, στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Ἅγιός μας, ἔχει πλήρη διάσταση ἀπό τόν ἐνατενισμό τοῦ Θεοῦ, μέ ἕνα ἐνθουσιασμό ἄς ποῦμε, ἀκόμα καί ἄν αὐτός εἶναι κατακυριευμένος μέ τήν ποιό ἀγαθή διάθεση, ἄν δέν κατέρχεται στά κρύφια τῆς καρδιᾶς. Αὐτό, γιατί; Διότι, στά κρύφια, στά ἔγκατα τῆς ὕπαρξης βρίσκεται ὁ κορμός τῆς ἀνθρώπινης πτωτικότητας, τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτωλότητας, πού ἡ αἴσθησή της σέ κάνει νά νοιώσεις συντριβή, νά ἀποφύγεις τήν κακή παρρησία, νά χαμηλώνεις τήν ὑψηλοφροσύνη σου, νά ζητήσεις τήν ἀλλοίωση ἀπό τή θετική παρρησία πρός τόν Θεό καί νά ἀναβλύσει μέσα σου ἡ κραυγή τῆς ὕπαρξης πού φωνάζει στόν Θεό, διά τοῦ ψαλμωδοῦ: «…Κύριε, βοηθέ μου καί λυτρωτά μου…».

Γι᾽ αὐτόν πού ἀγωνίζεται ἔτσι, ξέρει ὅτι ἕνα δυνατό σκάλωμα εἶναι ἡ ἔπαρση, πού μέ τά σφηνώματά της δημιουργεῖ τόν ἐγκλωβισμό στό ἀταπείνωτο φρόνημα πού κυριολεκτικά καταστρέφει τήν ψυχή. Ὁ Ἅγιός μας, τόνιζε, τό ἑξῆς: «…Χωρίς ταπείνωση δέν στεριώνει καμιά ἀρετή γιατί δέν ὑπάρχει βάση νά πατήσει. Αὐτός πού θέλει νά ἀποκτήσει ἀρετές, νά ξεκινᾶ ἀπό τήν ταπείνωση. Χωρίς ταπείνωση θά γίνει περίγελο τῶν δαιμόνων. Εἶναι σάν νά θέλει νά οἰκοδομήσει πάνω στήν ἄμμο. Ἡ ταπείνωση προφυλάσσει τόν θησαυρό καί ἡ ὑπερηφάνεια τόν σκορπίζει…». Ὁ Ἅγιός μας, ἐδῶ, στρέφεται σέ ἕνα βασικό σημεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, στήν ἀπόκτηση τῆς ταπείνωσης, πού χωρίς αὐτή δέ στεργιώνει καμιά ἄλλη ἀρετή. Ποιά, ὅμως, ταπείνωση; Κάθε ταπείνωση, εἶναι ταπείνωση; ὁ Ἅγιός μας, εἶπε: «…κάθε ταπεινός εἶναι καί ἁπλός, εἶναι καί πρᾶος, ἀλλά κάθε ἁπλός δέν εἶναι καί ταπεινός καί κάθε ταπεινός εἶναι καί πρᾶος εἶναι καί ἁπλός, ἀλλά κάθε πρᾶος δέν εἶναι καί ταπεινός.Ὅποιος ἔχει τήν ταπείνωση τά ᾽χει καί τ᾽ ἄλλα ὅλα. Ὅποιος ἔχει μόνο τήν πραότητα δέν ἔχει καί τήν ταπείνωση… δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι αὐτός πού εἶναι ἁπλός εἶναι καί ταπεινός, μπορεῖ νά εἶναι καί ταπεινός, ἀλλά δέν μποροῦμε νά τό ποῦμε, δηλαδή ὅποιος εἶναι ταπεινός εἶναι καί πρᾶος εἶναι καί ἁπλός…». Αὐτός ὁ ὑπέροχος πυκνός λόγος τοῦ Ἁγ. Εὐμενίου, τοῦ Νέου, μέ βαθύτατο περιεχόμενο λεπτῶν διακρίσεων, μεταξύ τῆς ἀληθινῆς ταπείνωσης καί διαφόρων τύπων ἀνθρώπων πού φαίνονται ταπεινοί, ἀλλά δέν εἶναι, ἀποτελεῖ τήν εἴσοδο στήν ἀναζήτηση τῆς πνευματικῆς αὐτογνωσίας.

Ἐπειδή, χωρίς πνευματική αὐτογνωσία μπορεῖ νά μείνουμε στήν ἐξωτερική ἐπιτέλεση πνευματικῶν πραγμάτων, μέ φαινομενική ταπείνωση, ὁ Ἅγιός μας, εἶχε γράψει: «…Ὁ Χριστός μας, δέν μισεῖ τούς ἁμαρτωλούς, διότι μετανοοῦμε καί μᾶς σώζει, ἀλλά μισεῖ τούς θεομπαῖκτες καί τούς ὑποκριτές, πού ἔξωθεν φοροῦν τόν μανδύα τοῦ προβάτου καί ἔσωθεν εἶναι λύκοι ἅρπαγες…». Ὁ Ἅγιος Εὐμένιος, ὁ Νέος, στηγμάτιζε τή θεοπαιξία καί τήν ὑποκρισία καί τόνιζε τή μετάνοια γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅσα φαίνονται ἔξωθεν, πολλάκις, εἶναι κατ᾽ ἐπίφασιν καί ὁ Ἅγιός μας, γνώστης τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς ἐργασίας μᾶς ἔδειξε τή μετάνοια, ἡ ὁποία ὅμως συντελεῖται στό βάθος τῆς ὕπαρξης. Ἐπειδή δέ γνώριζε ἀπό ἐμπειρία τήν ἀνθρώπινη καύχηση καί τό πῶς ὁ διάβολος ξέρει νά στείνει παγίδες, εἶχε πεῖ: «…πρέπει νά ἔχουμε κρυφή πολιτεία, γιατί τή φανερή τήν κλέβει ὁ διάβολος. Ὅταν ἔχουμε κάτι καλό, τό ὡραῖο καί τό λέμε γιά νά μᾶς ἐπαινέσουν οἱ ἄνθρωποι, ὁ διάβολος βάζει τά δυνατά του νά μᾶς τό πάρει. Ὅλα τά δυνατά του βάζει. Κι ἄν δέν μᾶς τό κλέψει τώρα, θά τό πάρει ἀργότερα…».

Ὁ ἄνθρωπος ὅταν δέν ἔχει ἐσωτερική πνευματική ἐργασία καί τήν ἀπουσία της τήν ἀναπληρώνει μέ μιά ξεφτισμένη καί εὐτελῆ πνευματικότητα τύπων, κατ᾽ οὐσίαν τί κάνει; Θέλει νά δικαιώσει τήν ἀποστασία του ἀπό τόν Θεό καί εἶναι παρατηρημένο ὅτι τότε ἀρχίζει νά ἕλκεται πρός μιά σειρά πνευματικῶν ἀσθενειῶν. Ὁ Ἅγιός μας, εἶχε μιλήσει γι᾽ αὐτές τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς, ὅπως π.χ. γιά τήν ἀσθένεια τῆς ψυχῆς, ἐκείνης πού κατακρίνει. Ἔγραψε γι᾽ αὐτό: «…νά προσπαθήσομε, μέ τή βοήθεια τοῦ Ἁγίου μας Θεοῦ καί μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις, νά μήν κατηγορήσομε καί νά μήν κατακρίνομε οὔτε νά συκοφαντήσομε, οὔτε νά μεμφθοῦμε καί νά ἀποστραφοῦμε ποτέ κανέναν ἄνθρωπο ἐπί τῆς γῆς. Ἔστω καί ἄν τόν βλέπομε νά ἁμαρτάνει ὀφθαλμοφανῶς…».

Πράγματι, πόσοι ἄνθρωποι δέν δούλεψαν τήν κόλασή τους, μέ τό νά περνᾶνε τόσους καί τόσους ἀπό τό μαχαίρι τῆς φιλοκατηγορίας καί τῆς συκοφαντίας καί πολλές φορές, μάλιστα, νά αὐταπατούμενοι ὅτι αὐτό τό κάνουν γιά τό σωστό, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι κατατρύφηση στήν κατάκριση καί στήν καταλαλιά, ἀπό μνησικακία.

Ἄς ἀναφερθοῦμε, στή συνέχεια, σέ μιά ἄλλη πνευματική ἀσθένεια, πού στήν ἐποχή μας βρίσκεται σέ ἔξαρση. Θά τήν καταλάβετε, μόλις σᾶς μεταφέρω ὀλίγα τινά, περί τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀπό τόν Ἅγιό μας. Ἔγραψε, σέ συγγενικό του πρόσωπο: «…γιά τά ὄνειρα πού μοῦ ἔγραφες…, ἦταν ὅλα τοῦ διαβόλου, πρόσεξε ὅμως εἰς τό ἑξῆς μήν τά πιστεύεις, οὔτε νά τά λές, οὔτε νά τά σκέφτεσαι, ἀλλά νά τά περιφρονεῖς, διότι εἶναι ὅλα τοῦ διαβόλου. Καί ἄν δεῖς τόν Χριστό καί τήν Παναγία καί τού Ἁγίους καί Ἀγγέλους στόν ὕπνο σου νά τά περιφρονεῖς ὅλα νά τά φτύνεις, διότι δέν εἶναι ὁ Χριστός μας, ἡ Παναγία καί οἱ Ἅγιοί μας καί οἱ Ἄγγελοι τοῦ Ἁγίου μας Θεοῦ, ἀλλά εἶναι ὁ πονηρός καί ἀρχέκακος διάβολος καί παρουσιάζεται σέ σχῆμα Χριστοῦ, Παναγίας, Ἁγίων καί Ἀγγέλων. Φύλαξέ τα αὐτά πού σοῦ γράφω, ὅ,τι νά σοῦ λένε, ὅ,τι νά κάνουν, ὅ,τι νά βλέπεις, ὅλα νά τά περιφρονεῖς, νά τά ποδοπατεῖς, νά τά μισεῖς, μέ ὅλη σου τή δύναμη καί νά τά φτύνεις…». Ὅ Ἅγιός μας ἦταν κάθετος, σ᾽ αὐτά.

Τί, ὅμως, δέν ἀκοῦμε, τί δέν διαβάζουμε καί τί δέ βλέπουμε στό διαδίκτυο, τά τελευταῖα χρόνια. Ὄνειρα, ὀπτασίες, ψευδοαποκαλύψεις, ψευδοπροφητείες, φαντασίες καί προβλέψεις. Βᾶλτε τα ὅλα αὐτά, δίπλα στίς γραπτές ἐντολές τοῦ Ἁγίου μας, ὁ ὁποῖος δέν τά ἔγραψε μόνο μιά φορά, πού λέει νά τά ποδοπατοῦμε καί νά τά φτύνουμε, γιά νά δεῖτε τήν πλάνη καί τήν παραφρόνηση πάνω στά θέματα αὐτά.

Λέει, συναφῶς, ὁ π. Αἰμιλιανός ὁ Σιμωνοπετρίτης: «…Ἡ φαντασία εἶναι τό λίπασμα πού τρέφει τόν λογισμό μας καί τόν καθιστᾶ πολύ ζωηρό καί ἐκφραστικό, μιά πλήρη ζωγραφιά, τήν ὁποία βλέπω καί ἀπολαμβάνω˙ εἶναι ἕνα φρικτό θέαμα, μιά ἔνοχη κατάστασις, διότι δέν εἶναι ὅρασις Θεοῦ, ἀλλά ἀδολέσχησις, ἀπόλαυσις μιᾶς ἄλλης εἰκόνας μέσα στήν ψυχή μου…».

Χωρίς, μάλιστα, ἐκκλησιολογικά κριτήρια, καμιά ἀρετή δέν ἔχει εὐλογία, ἀκόμα καί ἄν φαίνεται ὅτι ὁ σκόπος τῶν πράξεων εἶναι καλός. Ἄς δοῦμε κάτι χαρακτηριστικό, πάνω σ᾽ αὐτό ἀπό τόν Ἅγιό μας.

Κάποτε ἕνας συγγενής τοῦ Ἁγίου, μέ κάποιους χριστιανούς τῆς ἐδῶ περιοχῆς μαζευόταν στό παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στό χωριό Ροτάσι, κάθε Παρασκευή καί κάνανε Παρακλήσεις, Ἀπόδειπνα, Χαιρετισμούς, κομποσκοίνια καί μετάνοιες.

Μετά ἀπό μερικές ἑβδομάδες ὁ Ἅγιος Εὐμένιος, ὁ Νέος, τηλεφώνησε στόν συγγενή του αὐτό, λέγοντάς του: «…αὐτό, πού γίνεται κάθε Παρασκευή βράδυ στούς Ἁγίους Ἀποστόλους, νά σταματήσει ἀμέσως».

Ὁ συγγενής του, τοῦ ἀπάντησε: «Καί τί κακό κάνουμε;». Ὁ Ἅγιος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Ὅλες αὐτές οἱ προσευχές πού κάνατε…, λογίζονται ὡς ἕνα τίποτε. Δέν εἶναι δεχτές ἀπό τό Θεό. Εἶναι προϊόντα τῆς κενοδοξίας, πού τή βδελύσσεται ὁ Κύριος. Εἶναι τοῦ ἐχθροῦ πού μας πλανᾶ χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε».

Ὁ ἐν λόγῳ συγγενής τοῦ Ἁγίου ἀναφέρει: «Ἔκαμα μιά προσπάθεια νά μεταπείσω τόν Γέροντα λέγοντάς του ὅτι: Εἶπε ὁ Κύριος ˝ὅπου εἰσί δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν˝ Γιά ποιούς τά λέει αὐτά ὁ Κύριος; Δέν ἰσχύουν καί γιά μᾶς;».

Ὁ Ἅγιος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Κάθε τί πού γίνεται χωρίς εὐλογία, ἀλλά μέ τό δικό μας θέλημα εἶναι ἐκ διαβόλου. Ὅσο κι ἄν δέ θέμε νά τό πιστέψουμε. Γι᾽ αὐτό προσπαθῶ νά σᾶς σταματήσω, γιά νά μή πάθετε ζημιά. Καί ἕνας ἄλλος λόγος εἶναι πού ἔχετε κάνει πρόγραμμα καί καθορίσατε μέρα καί ὥρα, πού κι αὐτό δέν ἐπιτρέπεται. Θά μπορούσατε νά κάνετε χωρίς προγραμματισμό αὐτές τίς συνάξεις, ἔκτακτες περιπτώσεις καί πάντα ἀπρογραμμάτιστα καί μέ εὐλογία πνευματικοῦ. Καί ὄχι συνεχῶς σέ προκαθορισμένο χρόνο. Πιστεύω ὅτι ἔπρεπε νά τά ξέρεις αὐτά ἀφοῦ εἶσαι ἀναγνώστης καί τά ᾽χουμε πεῖ καί πολλές φορές. Ὅλες αὐτές οἱ προσευχές σας πῆγαν χαμένες, γιατί ἦσαν προϊόντα τῆς κενοδοξίας καί τοῦ ἰδίου θελήματος καί δέν εἶχαν καμιά σχέση μέ τή συντετριμμένη καί τεταπεινωμένη καρδιά πού ”ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει”…». Ἀκούσατε; Προσευχές ἔκαναν, πνευματικά πράγματα ἔκαναν καί ὅμως, ὁ Ἅγιος τούς εἶπε ὅτι ὅλα αὐτά ἦταν ἕνα τίποτα, ἦταν «…προϊόντα τῆς κενοδοξίας…», χωρίς εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας.

Μέ βάση τά προηγούμενα, ἐφιστοῦμε τήν προσοχή ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θάλπουν αὐτό τό τίποτα, πού νομίζουν ὅτι ἀρκεῖ ἡ γνωριμία μέ ἕνα Ἅγιο, παραβλέποντας τελείως τί ἔκανε αὐτός ὁ Ἅγιος καί ἐν προκειμένῳ, ποιό ἦταν τό ἐκκλησιολογικό παράδειγμα καί φρόνημα πού μᾶς παρέδωσε ὁ Ἅγιος Εὐμένιος, ὁ Νέος. Ἄν, ὄντως, εὐλαβοῦνται τή μνήμη του, ἄς βροῦν στά ὑπάρχοντα βιβλία γι᾽ αὐτό, γιατί ὁ χρόνος δέν μᾶς τό ἐπιτρέπει, γεγονότα πού περιγράφονται πάνω στό θέμα τοῦτο. Ποιό εἶναι τό κεντρικό νόημα ἀπό τίς διδασκαλίες τοῦ Ἁγίου μας γι᾽ αὐτό;

Ἀνεκκλησίαστη δράση, ἴσον καταχνιά ψυχῆς πού ἀπ᾽ αὐτή γεννᾶται ἡ περιφρόνηση τῆς Ἐκκλησίας, τό ἀνευλόγητο, τό παραταξιακό πνεῦμα καί ὁ ὀπαδισμός, ἐνέργειες, ὅλως δι᾽ ὅλου, ἀναγόμενες στήν κενοδοξία. Ὅσο, ὅμως κι᾽ ἄν διαβάσουν, ὅπως προεῖπα, γιά τό θέμα αὐτό δέν ἀρκεῖ. Χρειάζεται ἡ βοήθεια ἔμπειρου πνευματικοῦ, μέ ἐκκλησιολογικό φρόνημα, γιά νά τούς ὁδηγήσει στό βίωμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πνεύματος καί ὄχι τῆς γνώμης τους. Ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ γνώμη μου.

Γι᾽ αὐτό, ἄς ἀκούσομε καί πάλι τόν Ἅγιό μας τί μᾶς νουθετεῖ: «…Τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν μποροῦμε νά τήν νιώσουμε, ἄν δέν τήν ζήσουμε. Κι ἄν τήν διαβάσουμε, δέν μποροῦμε νά τήν νιώσουμε, ἄν δέν τήν ζήσουμε στήν πραγματικότητα. Τότε ὁ ἄνθρωπος θεώνεται. Τόσο πολύ ἀγαπᾶ ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, πού γίνεται ὁ ἄνθρωπος ἕνα μέ τόν Θεό. Ἑνώνονται. Γίνεται ἕνα μυστήριο ἀκατάληπτο. Δέν λέγεται, οὔτε κατανοεῖται…».

Καί ἀπό τά προηγούμενα, ἄς πᾶμε λίγο σ᾽ αὐτό τό μυστήριο τῆς ἀκατάλυπτης ἕνωσης μέ τόν Θεό πού εἶπε ὁ Ἅγιός μας. Λέει ὅτι τό μυστήριο αὐτό «…δέν λέγεται οὔτε κατανοεῖται…». Μάλιστα, σέ ἄλλη περίπτωση, εἶχε πεῖ: «…Ὑπάρχουν στιγμές πού βλέπω μπροστά μου, ἀλλά βλέπω καί πίσω μου καί βλέπω καί πάνω καί κάτω… Τί εἶναι αὐτό τό πρᾶγμα; Δέν ξέρω, δέν ξέρω…». Ἄλλοτε πάλι πού ἔλεγε ὅτι γιά τό τάδε γεγονός «…ἐχάρη ὁ Θεός…», γιά τό τάδε γεγονός «…ἐλυπήθη ὁ Θεός…» καί σέ ἀπορία πού τοῦ ἐτέθη «…πῶς καταλάβαινε πότε ὁ Θεός χαιρόταν καί πότε ἐλυπήθη…», ἐκεῖνος ἀπάντησε: «…Ἅμα ἡ καρδιά σου γίνει ἕνα μέ τήν καρδιά τοῦ Χριστοῦ, αἰσθάνεσαι αὐτά πού αἰσθάνεται…». Ἀκόμα, εἶχε πεῖ: «…ἦλθε ἡ δρόσος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἕνα ἀεράκι καί δέν εἶναι ἀεράκι. Δέν ἦταν αὐτό ἀπό τή φύση, αὐτό ἦταν ἀπό ἄλλη φύση. Ἦταν ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀπό ἄλλο κόσμο. Πότε ἔρχεται πολύ, πότε ἔρχεται λίγο. Ἐλάχιστες φορές ἔχει φύγει…». Ὑπάρχουν, βέβαια καί ἄλλα τέτοια παρόμοια ἀπό τή ζωή τοῦ Ἁγίου μας, πού μαζί μέ ἄλλα συναφῆ βίωμα, ἄλλων τέτοιων Ἁγίων, ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ὁ κόσμος τῶν Ἁγίων εἶναι κάτι ἄλλο.

Οἱ Ἅγιοι ἔχουν ὑπερβατικές ἐμπειρίες τοῦ δικοῦ τους χρόνου, τοῦ χρόνου τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ πού δέν μπορεῖ νά ἐκλογικοποιειθεῖ, κατά τούς θεοφόρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι, κατά τόν Ἅγ. Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ἀλλά καί γιά ἄλλους Πατέρες, θεία ἀφθεγξία, ἀφοῦ κατά τόν Ἅγ. Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, «…Ἄπειρον οὖν τό θεῖον καί ἀκατάληπτον, καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία…» δηλαδή «…τό θεῖο εἶναι ἄπειρο καί ἀκατάληπτο καί αὐτό μόνο εἶναι καταληπτό ἀπό αὐτό, ἡ ἀπειρία καί ἡ ἀκαταληψία…» πού κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης: «…ὑπέρκειται πάσης εἰδήσεως τό ζητούμενον, οἷόν τινι γνόφῳ τῇ ἀκαταληψίᾳ πανταχόθεν διειλημμένον…», δηλαδή, ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ὑπέρκειται πάνω ἀπό κάθε γνώση καί περιβάλλεται σάν μέ ὑπέρφωτο γνῶφο ἀκαταληψίας. Οἱ δυσκολοερμήνευτες αὐτές περιγραφές τῶν Ἁγ. Πατέρων, ἐλέχθησαν ἐδῶ, γιά νά φανεῖ ὅτι γιά νά γνωρίσει κανείς, κατά χάρη, τόν Θεό, εἶναι κατάσταση πού δέν ἔχει σχέση μέ τή γνώση, μέ τή διανόηση ἤ μέ τίς ἀνθρωποπαθεῖς φαντασίες, ἀλλά μέ τήν ἀδιάπτωτη πνευματική ἐμπειρία.

Ὁ Ἅγ. Εὐμένιος, ὁ Νέος, τελείωσε τήν τρίτη τάξη τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου καί ὅμως σπούδασε τήν ἐμπειρία τῆς, κατά χάρης, σχέσης μέ τόν Θεό. Τί εἶναι αὐτό; Νά, ἡ ἀπάντηση: σέ κάποια περίπτωση πού ὁ Χριστός δίδασκε στό Ἱερό, οἱ Ἰουδαῖοι θαύμαζαν καί ἔλεγαν: «…πῶς οὗτος γράμματα οἶδε μὴ μεμαθηκώς;…», δηλαδή «…πῶς αὐτός γνωρίζει γράμματα ἀφοῦ δέν ἔμαθε…» καί ὁ Χριστός τούς ἀποκρίθηκε: «…ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμή, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με…», δηλαδή «…ἡ δική μου διδαχή δέν εἶναι δική μου, ἀλλά ἐκείνου πού μέ ἔπεμψε…».

Τά γράμματα καί ἡ πνευματική κατάσταση τῶν Ἁγίων εἶναι τά γράμματα τοῦ ἀκατάλυπτου Τριαδικοῦ Θεοῦ, εἶναι κάτι ἄλλο.

«…Τόσο ὁ Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης ὅσο καί ὁ Μάξιμος Ὁμολογητής ὑπογραμμίζουν μέ ἔμφαση ὅτι, ἄν ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος νά γνωρίσει πραγματικά τόν Θεό, πέρα ἀπό τίς πνευματικές προϋποθέσεις τῆς καθάρσεως καί τοῦ φωτισμοῦ, πρέπει νά προσέλθει γυμνός ἀπό κάθε ἔνοια καί γνώση καί τότε μόνο θά μπορέσει νά δεῖ «ἀνομμάτως» καί νά γνωρίσει «ἀγνώστως» αὐτόν πού βρίσκεται πάνω ἀπό κάθε θέα καί γνώση. Καί αὐτό γιατί ἡ πραγματική θεωρία καί γνώση τοῦ Θεοῦ συνίσταται γι᾽ αὐτoύς στήν ἀορασία καί τήν ἀγνωσία του…».

Τελικά, μέ ὅλα ὅσα ἀκούστηκαν, ἔχουμε ἐμεῖς τήν πνευματική ἐκείνη ἐμπειρία, γιά νά φθάσουμε σέ τέτοια πνευματικά γράμματα; Φυσικά, ὄχι. Καί τότε; Ἡ ἀπάντηση, ἀπό τόν Ἅγ. Εὐμένιο, τόν Νέο: «…μέχρι νά πεθάνεις, θά προσεύχεσαι καί θά λές: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δώρισέ μου πραότητα, ταπείνωση καί ἁπλότητα. Μέχρι νά πεθάνεις. Σ᾽ αὐτό τοῦ εἶπαν: ’Ἐγώ εἶμαι νέος. Ἐγκράτεια; Καί ὁ Ἅγιος ἀπάντησε: Αὐτά τά τρία πού εἶπα, θά ζητᾶς. Τά ἄλλα εἶναι πιό εὔκολα. Πραότητα, ταπείνωση, ἁπλότητα…». Ἄς προσπαθήσουμε, τουλάχιστον, αὐτά.

† Ὁ Γορτύνης καί Ἀρκαδίας

Μακάριος

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.