Όχι μόνο απέρριψε τους ισχυρισμούς του, αλλά έδειξε προσχεδιασμό για την άσεμνη επίθεση σε βάρος της 16χρονης, από τον τέως Μητροπολίτη Κιτίου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, το οποίο ανακοίνωσε την ποινή στον κατηγορούμενο, που είναι δώδεκα μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή. Σε μία απόφαση, που θεωρείται ιστορική, το Δικαστήριο έψεξε και το γεγονός ότι στους μετριαστικούς παράγοντες δεν έγινε λόγος για μεταμέλεια του κατηγορούμενου, ενώ απέρριψε και τα περί εξωδικαστικής τιμωρίας από την Ιερά Σύνοδο στον τέως Μητροπολίτη, σημειώνοντας πως ο ίδιος δεν σεβάστηκε τη θέση που του εμπιστεύτηκαν πιστοί και Εκκλησία.

Με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, βάσει της οποίας ο τέως Μητροπολίτης Κιτίου, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, έπεσε η αυλαία στην πολύκροτη υπόθεση. Μία υπόθεση που χαρακτηρίζεται ιστορική για τα κυπριακά δεδομένα, αφού είναι η πρώτη φορά που καταδικάστηκε ιερωμένος, για άσεμνη επίθεση.

Διαβάζοντας την απόφασή της, η δικαστής Εύη Ευθυμίου, ως επιβαρυντικό παράγοντα, έδειξε πως πίσω από τις κινήσεις του κατηγορούμενου υπήρχε σχεδιασμός, τόσο για τις ημέρες που προγραμμάτιζε τα ραντεβού με την παραπονούμενη, όσο και για το χώρο, ενώ θεώρησε επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να εντυπωσιάσει την 16χρονη με τον βίο του.

«Αν και το περιστατικό ήταν μεμονωμένο, από το σύνολο των ευρημάτων του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι υπήρξε έντεχνος σχεδιασμός, από μέρους του κατηγορουμένου, για να απομονώσει την παραπονούμενη, σε χρόνο και χώρο, που θα μπορούσε να θέσει σε εφαρμογή το πλάνο του. Καταδεικνύεται, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι ο ίδιος προγραμμάτισε μέσω της μητρός της παραπονούμενης, οι συναντήσεις, να γίνονται Σάββατο απόγευμα. Περαιτέρω διαφάνηκε από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι προσπάθησε να εντυπωσιάσει την παραπονούμενη, προβάλλοντας σε αυτήν την συναρπαστική ζωή του και τις εμπειρίες από τα ταξίδια του, άνεση που παρείχε σε αυτόν τον Αρχιερατικό του σχήμα».

Εκτός αυτού, στην απόφαση αναφέρεται πως επιβαρυντικός παράγοντας θεωρείται και το γεγονός ότι ο τέως Μητροπολίτης είχε επιλέξει ως θύμα του μία 16χρονη, που είχε αποταθεί στο γραφείο του, ώστε να ζητήσει βοήθεια, μετά το θάνατο του πατέρα της και εκείνος της επιτέθηκε άσεμνα.

«Ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως θύμα του, μία δεκαεξάχρονη κοπέλα, η οποία βρέθηκε στο γραφείο του με σκοπό να της δινόταν χρηματική βοήθεια, μετά την κοίμηση του πατέρα της. Αντί δηλαδή να υποστηρίξει τη νεαρή, κτυπημένη από τη ζωή κοπέλα, προσφέροντάς της βοήθεια, επέλεξε να της επιτεθεί άσεμνα. Το γεγονός, δε, ότι η πρόφαση που χρησιμοποιούσε για να φέρει την παραπονούμενη στο γραφείο και δη για την τελευταία τους συνάντηση, ότι δηλαδή θα της έδινε χρήματα ως βοήθημα ορφάνιας και αντί τούτου επέλεξε να της επιτεθεί άσεμνηα είναι ενέργεια αχαρακτήριστη. Στην ουσία, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το αδίκημα ήταν για την παραπονούμενη εξευτελιστικές.

Το Δικαστήριο έψεξε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, κατείχε θέση εξουσίας και αδιαμφισβήτητου σεβασμού, ένεκα της θέσης, της ηλικίας και του σχήματός του και σημείωσε πως το γεγονός πως εκμεταλλεύτηκε τη δύναμη που του έδινε η θέση του στην εκκλησία, πέραν του ότι προσκρούει στις χριστιανικές του διδαχές, προσδίδει στην ενέργειά του σημαντική βαρύτητα.

«Δεν μπορεί να λησμονείται και η ουσιαστική διαφορά ηλικίας μεταξύ των κατά τον ουσιώδη του περιστατικού χρόνο, αφού ο κατηγορούμενος ήταν 43 ετών, ήτοι 27 χρόνια μεγαλύτερος της δεκαεξάχρονης παραπονούμενης. Το γεγονός ότι υπέπεσε στην έκνομη ενέργεια, για την οποία είχε κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όντας ένας άνδρας ώριμης ηλικίας, δημιουργεί κατά την άποψή μου ικανό επιβαρυντικό παράγοντα».

Πάντως, βάσει της απόφασης της Εύης Ευθυμίου, επιβαρυντικός παράγοντας θεωρήθηκε και το γεγονός ότι κατά την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης του τέως Μητροπολίτη, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά για μεταμέλεια, ενώ έγινε αναφορά και στο γεγονός ότι η παραπονούμενη, μετά την επίθεση, έχριζε ιατρικής βοήθειας.

«Δεν μπορώ παρά να προσμετρήσω ότι, μετά την άσεμνη επίθεση, που η παραπονούμενη δέχθηκε, κατέληξε σε κατάσταση υστερίας στην πατρική της οικία και χρειάστηκε η αρωγή γιατρού, για να μπορέσει να συνέλθει από την έντονη εμπειρία που βίωσε, η οποία για χρονικό διάστημα της ζωής της, την τραυμάτισε, αλλά και μέχρι σήμερα, ως η ίδια έθεσε ότι την ακολουθεί».

Απορρίφθηκαν τα περί εξωδικαστικής τιμωρίας από την Ιερά Σύνοδο

Το Δικαστήριο, στο μεταξύ, αποφάσισε όπως απορρίψει τον μετριαστικό παράγοντα που έθεσε η πλευρά της υπεράσπισης, αναφορικά με την εξωδικαστική τιμωρία που αναμένεται να επιβάλει στον κατηγορούμενο η Ιερά Σύνοδος.

«Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της εξωδικαστικής τιμωρίας, που ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλείται, αυτή δηλαδή της σοβαρής πιθανότητας επιβολής πειθαρχικής ποινής από την Ιερά Σύνοδο, παρατηρώ ότι τέτοιο επιχείρημα βρίσκει έρεισμα στη νομολογία, ως μετριαστικός παράγων. Στην παρούσα υπόθεση, αναγνωρίζω ότι αποτελεί ορατή πιθανότητα στο κατηγορούμενο να επιβληθεί πειθαρχική ποινή από την Ιερά Σύνοδο. Ωστόσο, μου φαίνεται πως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κινδυνεύει ακόμα και με ποινή καθαίρεσης είναι αντιφατικό να προβάλλεται ως μετριαστικός παράγοντας τη στιγμή που ο ίδιος δεν σεβάστηκε τη θέση που του εμπιστεύτηκαν οι πιστοί και η εκκλησία της Κύπρου. Φυσικά, αυτό είναι θέμα που θα αποφασίσει η Ιερά Σύνοδος, που δεν δεσμεύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου».

Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που προσμετρήθηκαν

Όσον αφορά στους ελαφρυντικούς παράγοντες, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο στην επιβολή ποινής του τέως Μητροπολίτη, στην απόφαση αναφέρεται πως λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, η προχωρημένη ηλικία και ο σημαντικός χρόνος, που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα.

«Λαμβάνω υπόψη μου την ηλικία του κατηγορούμενου σήμερα, σχεδόν 85 ετών, καθώς και το εύρος των ιατρικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, όπως αυτά φαίνονται από την έκθεση του προσωπικού του ιατρού, στην οποία αναφέρεται σε χρόνιες παθήσεις, αλλά και σε επιπλοκές και συνέπειες που ακόμα έχει ο κατηγορούμενος, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, που υπέστη το 2020».

Αναφορικά με το χρόνο που έχει επέλθει από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος, μέχρι και σήμερα, στην απόφασή της, η Εύη Ευθυμίου αναφέρει πως «δεν μπορώ, δε, να μην επισημάνω και ότι ο χρόνος, που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα, που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, είναι τέτοιας έκτασης, πρωτοφανούς για την κυπριακή δικαιοσύνη, η οποία αν και αποφασίστηκε από το Δικαστήριο ότι δεν έχει επηρεάσει το δικαίωμα του κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης, σαφέστατα και θα προσμετρήσει κατά την επιμέτρηση της ποινής του».

Πάντως, στην απόφαση ξεκαθαρίζεται πως οι ελαφρυντικοί παράγοντες, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής (σ.σ. δώδεκα μήνες φυλάκιση, με τριετή αναστολή), αλλά τονίζεται πως θα αντανακλούνται στην έκταση αυτής. «Επισημαίνω, ειδικότερα, πως ο μεγάλος χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την επιβολή ποινή, λαμβάνεται μεν υπόψη, όμως δεν είναι ικανός αφ’ εαυτού να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής. Φρονώ ότι η επιλογή άλλου είδους ποινής θα μπορούσε να παρερμηνευθεί ως ανοχή στην διάπραξη τέτοιων αδικημάτων και θα εξουδετέρωνε ακριβώς την ανάγκη για αποτροπή και αποτελεσματικότητα του νόμου, δίδοντας λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες».

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.