Υπό Ἱερομονάχου Ἀθανασίου Λαυριώτου.

ΕΝΑΣ ΓΝΗΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Συμπληρώθηκαν 9 ἡμέρες ἀπό τήν κοίμησι τοῦ Γέροντος Βασιλείου Λαυριώτου, Προηγουμένου καί Πνευματικοῦ.

Ἀρχικῶς δέν ὑπῆρχε σκέψι γιά σύνταξι κάποιου κειμένου ἀφιερωμένου στή μνήμη του, καθώς ἡ δημοσιότητα ἀποτελεῖ ὀλισθηρό ἔδαφος γιά τά καθ’ ἡμᾶς ἁγιορειτικά καί μοναχικά δεδομένα.

Ὅμως, ἡ προσπάθεια αὐτή ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα αἰτήματος δεκάδων ἀνθρώπων, κληρικῶν καί λαϊκῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς εὐγνώμονες υἱοί καί θυγατέρες ἤθελαν νά διαβάσουν λίγα λόγια γιά τόν πνευματικό τους πατέρα τόν ὁποῖο ἠγάπησαν καί μέ τόν ὁποῖο συνεδέθησαν χριστεμπλέκτως.

Λόγῳ τῆς θέσεως ἡμῶν, εἴχαμε τήν εὐλογία νά τόν ζήσουμε ἀπό κοντά, νά δοῦμε καί ν’ ἀκούσουμε πολλά ἐκ τοῦ βίου του, εὐκαιρία τήν ὁποία εἶχαν ἐλάχιστοι ἄνθρωποι μετρημένοι στά δάκτυλα.

Χρέος, λοιπόν, υἱικό ἐκπληρώνεται, σέ ἐλάχιστο βέβαια βαθμό, ὄχι πρός ἔπαινο τοῦ κοιμηθέντος Γέροντος ἀλλά πρός στηριγμό καί βοήθεια ἡμῶν τῶν «περιλειπομένων» (βλ. Α΄ Θεσ. 4, 15) καί γιά νά μή τεθῇ «ὁ λύχνος ὑπό τόν μόδιον» (βλ. Ματθ. 5, 15), καθώς εἶναι κρίμα νά μείνῃ ἄγνωστη στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μιά γνήσια ἁγιορειτική μορφή, ἔστω καί ἀκροθιγῶς περιγραφόμενη.

Γεννήθηκε τό 1943 στήν Καρδιτσομαγούλα, ἕνα χωριό ἔξω ἀπό τήν Καρδίτσα. Χωριατόπαιδο, γόνος πολυτέκνου οἰκογενείας ἀριθμούσης 11 παιδιά, τελείωσε μόνο τό Δημοτικό καί ἀσχολήθηκε μέ τήν γεωργική καί κτηνοτροφική ζωή τοῦ πατέρα του. Προσῆλθε στή Μεγίστη Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τό 1959, παιδί 16 ἐτῶν, μαζί μέ τόν ἐξάδελφό του μον. Ἀρτέμιο.

Ἡ θ. Πρόνοια τόν προητοίμαζε ἐξ ἀπαλῶν ὀνύχων γιά τήν εἴσοδο στό μοναχικό σχῆμα καί τήν ἱερωσύνη, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ περιστατικῶν πού ἀνέφερε ὁ ἴδιος σέ ἐλαχίστους ἐκ τῶν ἐγγυτέρων του.

Προσῆλθε μετά σφοδροῦ ζήλου γιά τήν καλογηρική ζωή καί ἐπεδόθη μέ ἀκρίβεια καί συνέπεια στήν ἄσκησι καί τήν προσευχή.

Ὑπετάχθη στόν Γέροντα Ἱερόθεο, πολιό Λαυριώτη μοναχό, ἁπλοῦν στούς τρόπους καί προσεκτικό στήν μοναχική του ζωή, ὁ ὁποῖος τοῦ μετέδωσε τίς βασικές ἀρχές τῆς μοναχικῆς του πορείας.

Ἐξ ἀρχῆς τῆς μοναχικῆς του ζωῆς ἠγάπησε ὅσο κανένα ἄλλο τήν Παναγία καί τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο, καί ἀφιερώθηκε στή διακονία τῆς Λαύρας. Ἀναλώθηκε, κυριολεκτικῶς, γιά τήν Λαύρα.

Τά διακονήματα πού ἀνέλαβε πάμπολλα. Ἀπό τά πρῶτα μοναχικά του βήματα ὡρίσθηκε στή ὑπηρεσία τοῦ πανσέπτου Καθολικοῦ, ὅπου ὁ τάφος τοῦ Κτήτορος καί Προστάτου τῆς Μονῆς Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Ὀλίγοι οἱ ἐν τῇ Μονῇ νέοι πατέρες κατ’ ἐκείνη τήν περίοδο.

Πολύ ἐνωρίς κατάφερε νά κερδίσῃ τήν ἐμπιστοσύνη καί τήν ἐκτίμησι τῶν Λαυριωτῶν Γερόντων γι’ αὐτό καί ἀποφασίσθηκε, 7 χρόνια μετά τήν κουρά του, ἡ εἴσοδος στό μέγιστο λειτούργημα τῆς ἱερωσύνης.

Γιά 7 ὁλόκληρα χρόνια διετέλεσε μόνος του ἐφημέριος ἱερεύς τῆς Μονῆς! Οἱ εἰδότες ὁμολογοῦν ὅτι, τοῦτο ἀποτελεῖ λίαν κοπιαστική διακονία, λόγῳ τῶν λειτουργικῶν ἀπαιτήσεων καί τῶν πολυώρων καί πολυευθύνων ἀκολουθιῶν τῆς παλαιοτέρας καί σεβασμιωτέρας τῶν ἁγιορειτικῶν Μονῶν.

Ἐπεδόθη σέ ἀσκητικά κατορθώματα, τά ὁποῖα μόνο ὁ Θεός γνωρίζει. Ἐκ τῶν ἐλαχίστων πού ἀπεκάλυπτε γνωρίζουμε γιά τίς ἑκατοντάδες τῶν καθημερινῶν του γονυκλισιῶν, γιά τόν ὀλιγόωρό του ὕπνο (μάλιστα κοιμόταν καθιστός γιά καταλληλότερη προετοιμασία πρός ἐπιτέλεσι τῆς θ. Λειτουργίας), γιά τά ἀμέτρητα κομποσχοίνια του, γιά τήν ἔγκυψί του στά πατερικά κείμενα, γιά τήν καλλιέργεια εὐσεβῶν καί ἀγαθῶν λογισμῶν, γιά τήν ὑπακοή πρός τόν Γέροντά του τόν ὁποῖο θυσιαστικῶς γηροκόμησε στό τέλος τῆς ζωῆς του.

Οἱ πειρασμοί πολλοί, ἡ πάλη μέ τά πάθη καί τόν παλαιό ἄνθρωπο ἀδυσώπητη, οἱ οὐράνιες παρηγορίες καί ἀντιλήψεις πλούσιες, στηρικτικές καί ἐνθαρρυντικές πρός συνέχισι τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος.

Ἔτρεφε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του ἀπεριόριστη ἀγάπη, ἐμπιστοσύνη καί ἐλπίδα πρός τό Πάνσεπτο Πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία ὡς Οἰκονόμισσα τῆς Λαύρας καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους δέν ἄφηνε ἀπαρηγόρητο τόν «λελογισμένον Αὐτῇ υἱόν».

Προσεκολλήθη στούς παλαιοτέρους καί εὐλαβεστέρους Λαυριῶτες, ἀντλώντας ὡς ἄλλη φίλεργος μέλισσα κάθε ἐμπειρία καί ἀρετή τους, ἀσκητικό πάλαισμα καί σοφή συμβουλή τους γιά νά τά κατέχῃ ὡς πολύτιμο ἐφόδιο στήν μετέπειτα ζωή του.

Ἡ Γεροντία τῆς Λαύρας, ἐκτιμώντας τήν ἀγάπη του γιά τήν Μονή καί τήν συνέπεια τῆς μοναχικῆς του ζωῆς τόν ἐξέλεξε προϊστάμενο σέ ἡλικία 35 ἐτῶν, διακόνημα τό ὁποῖο ἐπετέλεσε εὐσυνειδήτως καί μέ ὑψηλό αἴσθημα εὐθύνης γιά 45 χρόνια.

Πέρασε σχεδόν ἀπό ὅλα τά διακονήματα τῆς Μονῆς, ἰδιαιτέρως δέ μετά τήν κοινοβιοποίησί της τήν ὁποία ὑπεστήριξε καί προώθησε μέ θέρμη καί ζῆλο.

Ἐκκλησιαστικός, Κανονάρχης, Ἐφημέριος, Κηπουρός, Τραπεζάρης, Βηματάρης, Δασικός, Ἐπίτροπος, Ταμίας, κ.ἄ.

Παρά ταῦτα συνεχῶς ἔλεγε: «Εἴμαστε ἁπλοί καντηλανάφτες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου»! Ἔχαιρε τιμῆς καί σεβασμοῦ σέ ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος! Δέν ὑπάρχει ἁγιορειτικό σκήνωμα στό ὁποῖο μετέβημεν καί δέν μᾶς ρώτησαν γιά τόν παπαΒασίλη!

Ἄφησε ἐποχή ὡς Ἀρχοντάρης, διακόνημα πού τίμησε καί ἤσκησε ὑπευθύνως μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του.

Χιλιάδες οἱ προσκυνητές πού πέρασαν ἀπό τή Λαύρα καί φιλοξενήθησαν ἀβραμιαίως στό ἀρχονταρίκι της.

Τυπικάρης ἄφθαστος καί ἐμπειρότατος, ξακουστός σέ ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος˙ ἀκλινής τηρητής τῶν ἀρχαίων Τυπικῶν τῆς Λαύρας καί αὐστηρός ἐπιτιμητής (μέχρι παρεξηγήσεως) κάθε ἐκτροπῆς καί παραλείψεως, καθώς ἤθελε νά διαφυλάξῃ καί μεταδώσῃ ἀπαράτρωτη καί ἀπαρασάλευτη τήν σπουδαία τάξι τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μονῆς.

Μοναχός ἀρχῶν, ἐπιθυμοῦσε νά εἰδῇ τήν Λαύρα μελισσῶνα ἀρετῆς καί ἁγιότητος, γι’ αὐτό καί δίδασκε ἀρκετούς ἐκ τῶν νέων μοναχῶν τά πρός σωτηρία, παρέχοντάς τους πολύτιμες συμβουλές καί διηγούμενος πνευματικές ἱστορίες ἱκανές νά τούς ἐμπνεύσουν καί καθοδηγήσουν ὑγιῶς στήν πνευματική τους πορεία.

Γιά 47 χρόνια (μέχρι τό 2015), πέραν τῶν ἐφημεριακῶν του καθηκόντων, λειτουργοῦσε σχεδόν καθημερινά. Δέν ἄφησε παρεκκλήσι ἀλειτούργητο -καί τά παρεκκλήσια ἐντός καί ἐκτός τῆς Λαύρας ἀνέρχονται σέ τοὐλάχιστον 2 δεκάδες. Φιλακόλουθος ὅσο ἐλάχιστοι.

Τό Καθολικό τῆς Λαύρας ὑπῆρξε τό καταφύγιο καί τό σχολεῖο του. Ποτέ δέν παρέλειπε νά διαβάζῃ ὅλη τήν νυχθήμερη ἀκολουθία τίς ἡμέρες ἤ τίς περιόδους πού ἀδυνατοῦσε νά κατέλθῃ στό Καθολικό ἤ εὑρισκόταν ἐκτός Μονῆς.

Διακονητής του τόν ἔβγαλε φωτογραφία στό θάλαμο νοσοκομείου ὅπου μετά τήν τελευταία του μεγάλη ἐγχείρησι (6ος/2018) διάβαζε καθιστός τήν ἀκολουθία μέ ὅλα τά σωληνάκια τῶν ὀρῶν καί τῶν παροχετεύσεων περιπεπλεγμένα γύρω του!

Εὐλαβοῦταν ἀπεριόριστα τά ἅγια λείψανα τῆς Μονῆς ἐκ τῶν ὁποίων δέν ἦσαν λίγες οἱ φορές πού ἐξεπέμπετο ἄρρητη εὐωδία ἡ ὁποία τόν κατέθελγε μέχρι δακρύων.

Εἶχε ἀναπτύξει ἰδιαίτερη σχέσι μέ ὁρισμένους ἁγίους τούς ὁποίους ἐμπιστευόταν σάν μικρό παιδί, ὅπως π.χ. τόν Ἅγιο Γεώργιο, τόν Ἅγιο Μηνᾶ, τήν Ἁγία Παρασκευή, τόν Ἅγιο Μιχαήλ Συνάδων, τόν Ἅγιο Πορφύριο κ.ἄ.

Ἁψύς ἀλλά ἄκακος, ὀξύς ἀλλά ἀμνησίκακος, εὐθύς καί ἄπλαστος, δέν ἤξερε ἀπό ἁβρότητες˙ ἀφτιασίδωτος, ἀνεπιτήδευτος, ἁπλοῦς, ἀφιλένδεικτος, ἀφιλάρεσκος.

Ἀπόπαιρνε ὅποιον τόν ἐπαινοῦσε. Γλυκύς καί μέ ὡραῖο καί ἔξυπνο «χιοῦμορ», «πειραχτήρι» χωρίς νά ξεπερνᾶ τό μοναχικό μέτρο, χαμογελαστός καί εὐχάριστος, εὐπρόσιτος καί προσηνής.

Προικισμένος μέ πολλά χαρίσματα, καλοκάγαθη καρδιά, ὀξύνοια καί σωματική ρώμη, ἄν καί δέν ἔλειπαν οἱ συχνές καί ἐπώδυνες ἀσθένειες καθώς δέν λυπόταν τόν ἑαυτό του.

Εἶχε μεγάλο ζῆλο γιά τόν εὐτρεπισμό καί τήν ἀποκατάστασι τῶν παρεκκλησίων καί μετοχίων τῆς Λαύρας.

Μέ ἀρωγούς τά χιλιάδες πνευματικοπαίδια του κατάφερε μέ ἀτρήτους ἀγῶνες, ἀνείπωτους πειρασμούς, ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον καί ἀνυπόστολη προσπάθεια καί μέριμνα νά ἀνακαινίσῃ πλήρως τό παρεκκλήσι στό Ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ὅλο τό κτηριακό συγκρότημα μέ τά δύο παρεκκλήσια τῆς σπηλιᾶς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τόν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ Βελλᾶ, τά Ἡσυχαστήρια τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ Βίγλας, τό παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας στόν Ἀρσανᾶ τῆς Λαύρας, τό παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς ἔξωθεν τῆς Μονῆς, τό Κελλί καί τό παρεκκλήσι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (Νεροφορειό) στό δάσος τῆς Μονῆς, τό Μετόχι τοῦ Τιμίου Προδρόμου στό Κοτρωνάκι Σκοπέλου, κ.ἄ.

Ἐκόσμησε μέ τοιχογραφίες, ἐξόπλισε μέ τέμπλο, στασίδια, λειτουργικά σκεύη καί ὡραῖα προσόψια πολλά παρεκκλήσια ὅπως τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ Συνάδων καί τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ἐντός τῆς Μονῆς, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στήν Προβάτα, τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στό Κονάκι Θεσσαλονίκης, τήν Ἁγία Μονή Σκοπέλου, κ.ἄ., ἀνεκαίνισε τήν μολυβδοσκεπή τοῦ σεπτοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας Κουκουζελίσσης στήν εἴσοδο τῆς Μονῆς, ἐνῶ δεκάδες εἶναι τά ἀσημένια κανδήλια καί οἱ φορητές εἰκόνες πού ἐδωρήθησαν τῇ μερίμνῃ του στή Μονή καί τά Μετόχια.

Ἐπιπλέον, διακοσμοῦσε τούς περιβάλλοντες χώρους μέ πλῆθος λουλουδιῶν καί φυτῶν, τά ὁποῖα ὑπεραγαποῦσε καί περιποιοῦταν μέ στοργή καί λεπτότητα, δεῖγμα καί αὐτό τῆς φιλοκάλου καί ἐκλεπτυσμένης ψυχῆς του.

Δέν παρέλειπε νά εὐχαριστῇ συνεχῶς ὅσους τόν στήριξαν καί συνέδραμαν οἰκονομικῶς στό τεράστιο αὐτό ἔργο. Συνεχῆ καί ἀσταμάτητα τά σαρανταλείτουργά του, τόσο γιά τά πνευματικοπαίδια ὅσο καί γιά τούς συναρωγούς του στή γέμουσα εὐλαβείας δραστηριοποίησί του.

Πανθομολογουμένως ἔλαβε πλούσιο τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Χιλιάδες τά πνευματικοπαίδια του. Ἄσημοι καί διάσημοι, φτωχοί καί πλούσιοι, ἁπλοί καί μορφωμένοι, νέοι καί γηραιοί, λαϊκοί καί κληρικοί, πονεμένοι, ἀσθενεῖς, ἀνήμποροι, κατατρεγμένοι κατέφευγαν στό εὐλογημένο πετραχήλι του γιά νά βροῦν τήν ἄφεσι, τήν παρηγορία, τόν στηριγμό, τήν καθοδήγησι, τήν χαρά στό ἄθλημα τῆς ζωῆς.

Εἴτε στό ἀρχονταρίκι τῆς Λαύρας, εἴτε στό Κονάκι τῆς Θεσσαλονίκης, πλῆθος ἀνθρώπων ἀνέμενε νά ἐξομολογηθῇ. Ἡ ποιμαντική του χριστοκεντρική, δέν προέβαλε τόν ἑαυτό του οὔτε στό ἐλάχιστο, ἀρνοῦταν μέ συνέπεια νά συνδέσῃ τούς ἐξομολογουμένους μέ τό πρόσωπό του.

Κάθε πνευματικοπαίδι του εἶχε τήν ἐλευθερία νά ἀλλάξῃ πνευματικό ὁποιαδήποτε στιγμή ἤθελε, ἐνῶ τό διεβεβαίωνε πατρικῶς καί φιλοστόργως: «ἐγώ τό ἴδιο θά σ’ ἀγαπάω καί θά εὔχομαι»… Τά ἐφόδια πού μετέδιδε ἦσαν ἀκραιφνῶς παραδοσιακά, ἀσκητικονηπτικά, ἐκκλησιοκεντρικά, ἠντλημένα ἀπό τήν ἁγιορειτική παράδοσι καί ζωή. Κανών ἀπαράβατος ἡ καθημερινή ἀπαγγελία τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας.

Μετεχειρίζετο μέ μαεστρία τήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία. Ἀγράμματος κατ’ ἄνθρωπον, σοφός κατά Θεόν… Ὁ Θεός σφράγιζε τόν λόγο του καί τήν προσευχή του… Στήν ἔκφρασι θαυμασμοῦ μετά τό σύνηθες ὀξύ καί ἠχηρό «Πάψε», συνέχιζε «ἐγώ παιδάκι μου εἶμαι ἀγράμματος, ὅ,τι βάζει ὁ Θεός στό στόμα μου λέγω».

Στήν Παναγία ἀνέθετε τά πάντα καί τούς πάντες, μιμούμενος τόν προστάτη του Ἅγιο Ἀθανάσιο. Προσευχόταν μέ τό κομποσχοινάκι του γιά ὅλους ὅσοι τοῦ τό ζητοῦσαν.

Ἀνύστακτο τό ἐνδιαφέρον του γιά ὅσους εἶχε τήν πνευματική εὐθύνη. Ὁποιαδήποτε ὥρα τῆς ἡμέρας μποροῦσε νά τόν εὕρῃ κάποιος στό τηλέφωνο, τό ὁποῖο ποτέ δέν ἔκλεινε καί τό ὁποῖο ποτέ δέν ἔπαυσε νά κτυπᾶ. Ἐπίσης, πολλοί Ἁγιορεῖτες, νεότεροι καί ἄπειροι, ἀλλά καί σεβάσμιοι καί πολύπειροι, κατέφευγαν στήν ἐμπειρία καί ἀρετή του.

Δέν δίσταζε νά θέτῃ μετάνοια συγχωρήσεως σέ ὅποιον, ὡς ἄνθρωπος ἀτελής, ἔθλιβε ἤ ἀδικοῦσε. Ἦταν ἄδολος. Πολλοί ἐκμεταλλεύθησαν τήν εἰλικρίνεια τῶν προθέσεών του, ἄλλοι ἀχαρίστησαν στίς εὐεργεσίες του. Δέν πέρασε ἄθλιπτο βίο.

Κάθε ἄλλο… Συκοφαντήθηκε, ὑβρίσθηκε, ἤπιε γεμάτο τό ποτήρι τῆς ἀχαριστίας καί ἀτιμίας μέχρι τέλους. Ποτέ καί ἀπό κανένα δέν κατανοήθηκε ὅπως τοῦ ἄξιζε (μηδέ τοῦ γράφοντος ἐξαιρουμένου).

Ἄλλωστε, κατά κάποιο τρόπο, αὐτό ἐπεδίωκε. Κάποιος ἔγραψε γιά τόν παπαΒασίλη: «μεγάλο μυστήριο αὐτός ὁ ἄνθρωπος»…

Προετοιμαζόταν ἀπό καιρό γιά τό ἐπικείμενο τέλος… Λίγο πρό τῆς Σαρακοστῆς παρήγγειλε τό ζωστικό καί τό ράσο του μέ τά ὁποῖα θά ἐνεδύετο κατά τήν ταφή του.

Βιαζόταν νά τά ἀποκτήσῃ καί τά περίμενε μέ ἀδημονία… Ἔγραψε ἐπάνω στή θήκη «ζωστικό καί ράσο γιά τήν θανή μου» καί μᾶς εἶπε νά ἔχουμε τό νοῦ μας νά μή τό ξεχάσουμε…

Τό Πάσχα, μόνος στήν κέλλα του, ἠγρύπνησε γιά τελευταία φορά καί μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων… Τρεῖς ἡμέρες μετά ἔχασε τήν ἐπικοινωνία μέ τό περιβάλλον…

Τό τέλος του ἐν ὀδύναις… Σπάνια ἐκφυλιστική νόσος τοῦ ἐγκεφάλου ἐν συνδυασμῷ μετά καρδιακῆς καί νεφρικῆς ἀνεπαρκείας συνετέλεσαν σέ δίμηνη ἐπώδυνη ταλαιπωρία.

Παρά ταῦτα ἔφυγε εἰρηνικά, ἡσύχια, ἡ ὄψι του ἔγινε ὡραία, γαληνόμορφη.

Τό σῶμα του, ἀκόμη καί μετά τήν ἔξοδο ἀπό τόν ψυκτικό θάλαμο, εὔκαμπτο καί εὐκολομεταχείριστο πρός εὐτρεπισμό καί ἔνδυσι, ὅπως ὅλα τά σώματα τῶν κεκοιμημένων μοναχῶν πού δέν γνωρίζουν νεκρική ἀκαμψία.

Ἡ ἁγιορειτική παράδοσι διασώζει ὅτι, οἱ πνευματικοί μεγάλου βεληνεκοῦς ἔχουν δύσκολο τέλος, ὅπερ μεθερμηνευόμενον ἐστί μίμησι, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, καθώς οἰκονομοῦντες πρός σωτηρία τίς ψυχές τῶν ἐξομολογουμένων ἀναλαμβάνουν ἑκουσίως μέρος τοῦ φορτίου τῶν ἁμαρτιῶν τους καί πάσχουν αὐτοπροαιρέτως θύοντες ἑαυτούς ἀγαπητικῶς ὑπέρ τῶν τέκνων αὐτῶν καί ἀποσβεννύοντες ἐν ὀδύναις τίς ἡδονές τοῦ παρόντος βίου.

Οὕτω φρονοῦμε ὅτι τελεσιουργήθηκε καί στήν περίπτωσι τοῦ παπαΒασίλη τοῦ Πνευματικοῦ…

Τό παρόν δέν ἀποτελεῖ ἁγιογραφία, ἀλλά μαρτυρία περί ὀλίγων ἐκ τῶν πολλῶν πού εἴδαμε καί ἀκούσαμε…

Σίγουρα ἀντιπίπτει στήν ταπεινοφροσύνη τοῦ Γέροντος, ἀναμφίβολα, ὅμως, ἀποτελεῖ μικρή ἀλλά γέμουσα ἀγάπης ὀφειλετική καί υἱική ἀναφορά σέ ἕνα πρόσωπο πού ἀπετέλεσε τόν πνευματικό γεννήτορα χιλιάδων ψυχῶν…

Οἱ τέσσαρες τοίχοι τῆς κέλλας του μποροῦν μόνον νά γνωρίζουν τούς ἀγῶνες πού ἐπετέλεσε, τίς προσευχές πού ἀνέπεμψε, τά δάκρυα πού ἔχυσε, τήν μετάνοια πού ἐπέδειξε γιά λάθη καί παραλείψεις, πάθη καί παρεξηγήσεις…

Ἡ ἀνεξιχνίαστος εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, διά πρεσβειῶν τῆς Κυρίας τοῦ Ὄρους Παναγίας Θεοτόκου καί τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, πιστεύουμε ἀκραδάντως ὅτι ἐπεφύλαξε πλούσια τήν εἴσοδο στήν ἐπουράνια Βασιλεία στόν γνήσιο αὐτό Ἁγιορείτη.

Τό κενό πού ἀφήνει στή Μεγίστη Λαύρα καί τίς ψυχές τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν τεράστιο καί δυσαναπλήρωτο, τό παράδειγμα καί ὁ βίος του φάρος ἄσβεστος γιά ὅποιον δέν ὑπνώττει «ὕπνον νήγρετον» (βλ. Ὁμ. Ὀδύσ. ν, 80), οἱ συμβουλές καί παρακαταθῆκες του χρυσός ἄπεφθος πλουτίζων τούς καλοπροαιρέτους… Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή του!

Βασιλείου Ἱερομονάχου τοῦ Λαυριώτου καί Πνευματικοῦ, αἰωνία ἡ μνήμη!

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.