Οι απελευθερωθείσες περιοχές της Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης και νήσων του Αιγαίου διά των πολέμων 1912-1913 και 1916-1918 υπήχθησαν εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, ήδη Αυτοκέφαλον διά του από 29.6.1850 Συνοδικού Τόμου επί Πατριάρχου Ανθίμου Δ’. H ως άνω υπαγωγή εγένετο διά του N. 3615 της 10/12 Ιουλίου 1928 «Περί Εκκλησιαστικής Διοικήσεως των εν ταις Νέαις Χώραις της Ελλάδος μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου» και διά της από δ’ Σεπτεμβρίου 1928 Πράξεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί Πατριάρχου Βασιλείου Γ’. H παραχώρησις δε αυτή εγένετο υπό όρους (γενικούς) καθ’ ότι υπήρχαν καταφανείς δυσχέρειες διοικήσεως από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ένεκεν των ιστορικοπολιτικών καταστάσεων των περιοχών-Μητροπόλεων αυτών. Σαφέστατα σημειώνεται τούτο εις το Προοίμιον της εν λόγω Πράξεως. Ούτω εκ του νόμου, η έκτασις εφαρμογής του ελληνικού εκκλησιαστικού δικαίου επεξετάθη και εις τας λεγομένας «Νέας Χώρας» (ήτοι περιοχάς), όρος εναπομείνας με ιστορικήν χροιάν σήμερον.

Συγκεκριμένα, το έτος 1928, η Βουλή των Ελλήνων έλαβε υπ’ όψιν της την εισηγητικήν Εκθεσιν της Κοινοβουλευτικής επί της Παιδείας Επιτροπής (επί Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Γόντικα) και εψήφισε τον εν λόγω νόμον υπό τον τίτλον «Περί εκκλησιαστικής διοικήσεως των εν ταις Νέαις Χώραις της Ελλάδος Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου», ο οποίος και εδημοσιεύθη εις ΦΕΚ 120 A’ της 11ης Ιουλίου 1928. (Λόγω σφάλματος ανεδημοσιεύθη εις το ορθόν εις ΦΕΚ 123 A’ της 12ης Ιουλίου 1928.) Αργότερον το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εξέδωκε την γνωστήν Πατριαρχικήν και Συνοδικήν Πράξιν με ημερομηνίαν δ’ Σεπτεμβρίου 1928. Εκ της συγκριτικής, μάλιστα, μελέτης των δύο ως άνω κειμένων καθίσταται πρόδηλος και η διαφοροποίησίς των εις βασικά και καίρια σημεία.

Ωστόσο, εκτός της διαφοροποιήσεως των δύο κειμένων Νόμου και Πράξεως, ήδη μικρού χρόνου από της εκδόσεως της Πράξεως, οι Οροι αυτής έχουν τροποποιηθεί δι’ επισήμων εγγράφων, ως είναι οι τέσσερεις επίσημες Επιστολές των Ιερών Συνόδων της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου (ανά δύο εκατέρωθεν). Ειδικώς διά τον E’ Ορον ο οποίος αναφέρεται εις τα της εκλογής αρχιερέων εις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, η I.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος απεφάνθη και δήλωσε προς το Οικ. Πατριαρχείον ότι: «Και περί του καταλόγου των εκλεξίμων εις αρχιερατείαν ικανώς διελάβομεν εν τω ειρημένω από κ’ Νοεμβρίου γράμματι και αύθις δε δηλούμεν ότι δικαίωμα αναφαίρετον του Οικουμενικού Πατριάρχου έσται το εισηγείσθαι διά του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και εν τω καταλόγω αναγραφήν ονομάτων εκλογίμων κληρικών, ή και την διαγραφήν ονομάτων εκλογίμων κληρικών, ή και την διαγραφήν ετέρων λαμβάνειν δε γνώσιν του εκάστοτε καταρτιζομένου καταλόγου. Τούτο δε γενήσεται μετά πολλά έτη, μετά την εξάντλησιν, δηλονότι, των σχολαζόντων Αρχιερέων, των κατεχόντων προσωρινά έδρας και των βοηθών Επισκόπων. Αλλά το ζητούμενον όπως ο κατάλογος εγκρίνηται υπό του Πατριαρχείου και όπως τούτο έχη το δικαίωμα αλλοιώσεως και μεταβολής αυτού, προσθήκης ή διαγραφής ονομάτων διά κανονικούς λόγους, αναμφιβόλως δύναται προκαλείν σοβαράς προστριβάς και ανωμαλίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών… Οθεν σκόπιμον και κανονικόν υπολαμβάνομεν όπως το μεν Πατριαρχείον ποιήται διά του Αρχιεπισκόπου τας περί εκλογίμων συστάσεις, η δε τελική κρίσις αφεθή τη Ιερά Συνόδω της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αλλως τε πρόκειται περί ζητήματος μετά πολλά εμφανισθησομένου έτη». (αρ. Πρωτ. 1085/28.5.1929).

Ακολούθως η I.Σ. του Οικ. Πατριαρχείου απεδέχθη την ως άνω τροποποίησιν της Πράξεως του 1928 και τούτο το εδήλωσε προς την I.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος ως εξής: «… Εις το και εν ταις σκέψεσι δε ταύταις εκδηλούμενον και βεβαιούμενον προ παντός πνεύμα της πολλής αγάπης και στοργής και τιμής της πεφιλημένης αδελφής αυτόθι Εκκλησίας προς την καθ’ ημάς Μητέρα Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν αφορώντες και τούτου την αξίαν εν ταις σκέψεσιν ημών προτάσσοντες, έγνωμεν μηδαμώς περαιτέρω περί των σημείων τούτων πολυπραγμονήσαι και εμμείναι εις όσα περί αυτών προλαβόντως ως αναγκαία κρίναντες απεφασίσαμεν, αλλά μετά πρόφονος της διαθέσεως, χάριν της εν πάσιν αρμονικής ομογνωμίας, τροποποιούντες την περί αυτών απόφασιν ημών, αποδέξασθαι πλήρως την περί αυτών γνώμην και την διατύπωσιν, ήτις εκτίθεται και επεξηγηματικώς αναλύεται εν τη ως άνω επιστολή της Υμετέρας φίλης Μακαριότητος…» (αρ. Πρωτ. 1074/3.8.1929).

Ειδικώς όσον αφορά την διαδικασίαν εκλογής Αρχιερέως εις Μητροπόλεις των λεγομένων «Νέων Χωρών», αυτή διέπεται από τας διατάξεις των άρθρων 17 επ. του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος (N. 590/1977), ως είναι και νομικώς εύλογον. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξιν εκλογή Αρχιερέως διενεργείται μόνον υπό της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και εκ του ισχύοντος καταλόγου προς Αρχιερατείαν εις τον οποίον πρέπει να έχει εγγραφεί κληρικός ο κεκτημένος τα υπό του άρθρου 18 του ιδίου Καταστατικού Χάρτου προβλεπόμενα προσόντα και κατά την διαδικασίαν των άρθρων 19 επ. Εις τον εν λόγω κατάλογον δύναται να εγγραφούν και κληρικοί υποδεικνυόμενοι υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου εφόσον βεβαίως πληρούν τα οριζόμενα υπό του αναφερθέντος άρθρου 18 προσόντα. Οι τελευταίοι είναι εκλόγιμοι μόνον διά τας Μητροπόλεις των Νέων Χωρών. Ως εκ της σαφεστάτης διατυπώσεως της διατάξεως αυτής και της ερμηνείας της καταφαίνεται ότι ο νόμος ουδόλως αναφέρεται εις τον E’ Ορον της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 περί της εκλογής Αρχιερέων εις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών και συγκεκριμένως δεν ποιεί μνείαν περί εγκρίσεως υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου του καταλόγου εκλεξίμων, ουδέ περί απαγορεύσεως των αρχιερατικών μεταθέσεων από επαρχίας εις επαρχίαν.

Εξ άλλου, όπως έχει ερμηνευθεί από το Συμβούλιον της Επικρατείας [ΣτΕ 3178/1976 (Ολομ.), 545/1978 (Ολομ.), 546/1978 (Ολομ.)], η συνταγματική κατοχύρωσις του Τόμου (1850) και της Πράξεως (1928) περιορίζεται σαφώς εις την συγκρότησιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και δεν έχει σχέσιν με την εκλογήν αρχιερέων.

Σημαντική όντως υπήρξε η καινοτομία της συνταγματικής κατοχυρώσεως διά πρώτην φοράν εις την Συνταγματικήν Ιστορίαν της χώρας του Πατριαρχικού Τόμου της κθ’ Ιουνίου του έτους 1850 και της Συνοδικής Πράξεως της δ’ Σεπτεμβρίου του έτους 1928. Αλλ’ ως ειδικότερα εμφαίνεται και από τα Πρακτικά της Συνεδριάσεως της B’ Υποεπιτροπής της Ειδικής Κοινοβουλευτικής επί του Συντάγματος Επιτροπής (5η Συνεδρίασις, 28.1.1975) η συνταγματική αυτή κατοχύρωσις εγένετο προκειμένου ν’ αποκλεισθεί εις το μέλλον η σύστασις «αριστίνδην» Συνόδων. Εάν ήθελε ο συνταγματικός νομοθέτης να κατοχυρώσει εν συνόλω και δη τους Ορους, δέκα τον αριθμόν, της Πράξεως του 1928 θα διετύπωνεν άλλως την παράγραφον της συνταγματικής επιταγής και δεν θα έκαμνε και παράλληλον μνείαν του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας εν προκειμένω.

Συνεπώς η εκλογή αρχιερέων εις τας λεγομένας «Νέας Χώρας» διενεργείται ως προβλέπει ο ειδικός νόμος 590/1977 (Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος) και ειδικότερον όσον αφορά τον κατάλογον των εκλεξίμων το Οικ. Πατριαρχείον έχει μόνον το δικαίωμα του «υποδεικνύειν» κατά νόμον και δεν κέκτηται ουδέν δικαίωμα προς έγκρισιν καθ’ ότι τούτο μηδαμώς προβλέπεται εκ των κειμένων διατάξεων του νόμου και εκ των συμφωνηθέντων επισήμων εγγράφων των δύο πλευρών. Τούτο και εφηρμόσθη επί εβδομήκοντα πέντε συναπτά έτη δημιουργηθείσης ήδη της αρχής της προστατευομένης αμοιβαίας εμπιστοσύνης από θετικάς πράξεις, αφ’ ενός μεν εκ της υπάρξεως του lex, αφ’ ετέρου δε εκ της τηρήσεως του αξιώματος pacta sunt servanda εις τον εν γένει εκκλησιαστικόν χώρον.

Ο αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαθανασίου είναι διδάκτωρ Νομικής και Θεολογίας, ιεροκήρυξ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.