Όσα θα αναφερθούν παρακάτω, οριοθετούν την προσφορά των Σαμίων κληρικών στον Μικρασιατικό Ελληνισμό με βάση ένα απολύτως χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και τούτο με δεδομένη την μακροχρόνια και στενή σχέση της Εκκλησίας της Σάμου με τον μοναχισμό και τις Εκκλησίες της απέναντι μικρασιατικής περιοχής, την εγγύτητα του νησιού με τα μικρασιατικά παράλια, η οποία εξασφάλιζε εύκολη πρόσβαση και επικοινωνία, αλλά και τις εγκαταστάσεις Σαμίων στην Μικρά Ασία.

Αυτά δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εγκατάσταση και δράση Σαμίων κληρικών στις μικρασιατικές ελληνορθόδοξες κοινότητες, φαινόμενο που διαπιστώνεται μέχρι και την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, οπότε και οι συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή άλλαξαν άρδην, και οι επαφές αυτές σταμάτησαν.

Ο Σάμιος κληρικός με τον οποίο θα ασχοληθούμε είναι ο Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Πετσομάνης. Γεννημένος στη Σάμο το 1877 διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα από τον διδάσκαλο πατέρα του. Αδελφός του ήταν ο Αριστομένης Πετσομάνης, απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής και διαπρεπής φιλόλογος, ο οποίος δίδαξε σε πολλά σχολεία της Μικράς Ασίας, αλλά και στο ευφήμως γνωστό Πυθαγόρειο Γυμνάσιο Σάμου. Εκάρη μοναχός στο Άγιον Όρος περί το 1897, χωρίς να είναι γνωστό σε ποιο μοναστήρι εγκαταβίωσε, όπου μελετώντας συμπλήρωσε την εκκλησιαστική μόρφωσή του. Στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος, και διορίστηκε Αρχιερατικός Επίτροπος του Μητροπολίτη Εφέσου Ιωακείμ Ευθυβούλη.

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ετέθη επικεφαλής του ποιμνίου του, που εξορίσθηκε από το Κουσάντασι, τη Νέα Έφεσο, η οποία την περίοδο 1915 – 1917 είχε βομβαρδιστεί τριάντα φορές, στην περιοχή των Σωκίων. Η διαταγή του εκπατρισμού είχε δοθεί από τον γερμανό στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, επειδή στις 15 Μαΐου 1915 είχε προσαράξει σε ύφαλο, μπροστά στο λιμάνι, το γαλλικό καταδρομικό «Κλεμπέρ», και είχε ακολουθήσει ανταλλαγή πυρών, με αποτέλεσμα τον θάνατο και τον τραυματισμό πολλών αμάχων. Έτσι, στις 11 Φεβρουαρίου 1916 ο πληθυσμός μετακινήθηκε στα Σώκια, όπου ο Επίσκοπος Ανέων Άνθιμος Χειμώνιος (περ. 1852 – 1917), ο προκάτοχος του επίσης Σαμίου Επισκόπου Ανέων Αλεξάνδρου Δηλανά, κατέβαλε προσπάθειες για την ανακούφιση και τακτοποίησή του.

Ιστορική έχει μείνει η ομιλία του Αρχιμανδρίτη Θεόφιλου στα Σώκια, στο μητροπολιτικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατά την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου του 1916, όπως την περιγράφει ο αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων Στέφ. Παπαδόπουλος: «Ολίγον προ του τέλους, εξέρχεται ο Θεόφιλος του Ιερού Βήματος προχωρεί με καταφανή συγκίνησι προς τον αρχιερατικόν θρόνον, υποκλίνεται και μετά βαθυτάτου σεβασμού ασπάζεται την χείρα του Αρχιερέως παρά του οποίου λαμβάνει την ευλογίαν και ακολούθως ανέρχεται επί του άμβωνος ίνα κηρύξη τον θείον λόγον κατά την χαρμόσυνον αυτήν θρησκευτικήν εορτήν και πανήγυριν εθνικήν δια την ανάστασιν του Γένους.

Ήτο ο πατήρ Θεόφιλος ρήτωρ δεινός. Δια της ευφραδείας του συνήρπαζε τα πλήθη. Ήτο απλούς εις τον λόγον του και σαφής. Όταν ανήλθεν επί του άμβωνος κατεδείχθη η όλη μεγαλοπρέπειά του. Το Θείον Πνεύμα είχεν επενεργήσει. Οι οφθαλμοί του ήστραπτον. Εσαγήνευε το πλήθος. Όλων τα βλέμματα προς αυτόν είχον προσηλωθεί. Ακίνητος εστάθη επί τινα χρόνον και αμίλητος έκαμε το σημείον του σταυρού. Συγκεντρώνεται και ρίπτει σύντομα ερευνητικά βλέμματα προς τους εκκλησιαζομένους. Είδε το εκκλησίασμα να πληροί τον ναόν. Είχε πληροφορηθεί ότι θα ωμίλει και έσπευσε να ακούση τα παραμυθητικά του λόγια, τας συμβουλάς του, το θάρρος που έδιδε, την αισιοδοξίαν και πίστιν που μετεβίβαζεν. Είχεν ηλεκτρισθή, όταν ουδένα άλλον έβλεπε ει μη μόνον Νεοεφεσίους.

Ο Σεβασμιώτατος Άνθιμος πράγματι εξεπλάγη με την υπέροχον εκείνην θρησκευτικήν συγκέντρωσιν. Δεν είχε ίδει τόσον πλήθος και με τόσην απερίγραπτον προσήλωσιν προς ένα ιερέα ηγέτην. Ενόμιζεν, ο Θεόφιλος, ότι ευρίσκεται εις τον απέραντον ναόν της Νέας Εφέσου. Με βροντώδη φωνήν ποιεί έναρξιν του θείου λόγου. Δεν ωμίλει αυτός, αλλά δι’ αυτού ωμίλει το Θείον Πνευμα. Η ιερά μορφή του ηκτινοβόλει, εκπέμπουσα θείον φως. Εκάστη λέξις ήτις εξήρχετο εκ του στόματός του, ήτο αδάμας, ήτο θείος μαργαρίτης, ήτις δια της λάμψεώς της επεπόλευεν τας πονεμένας ψυχάς των εξορίστων, παρηγορών δια του τρόπου τούτου αυτάς. Παρηγορούσε τα πνευματικά του τέκνα και συνεβούλευε να έχουν τας ελπίδας των προς την εορτάζουσαν Παρθένον Μαρίαν, η οποία δια των πρεσβειών της θα έδιδε συντόμως την ποθητήν ειρήνην. Και τότε πάλιν εκείνος θα εφρόντιζεν δια την περισυλλογήν του πνευματικού του ποιμνίου ‘… ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας …’, προς παλινόστησιν εις την αλησμόνητον πατρίδα».

Η εντύπωση που προκλήθηκε από την ομιλία εκείνη ήταν τόσο ζωηρή, ώστε οι αρχές της πόλης τον κατηγόρησαν ότι εξάπτει τα εθνικιστικά αισθήματα των χριστιανών, και ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την μετάθεσή του. Έτσι, ο Θεόφιλος μετακινήθηκε στα Θείρα, κοντά στη Σμύρνη, όπου ανέλαβε καθήκοντα Αρχιερατικού Επιτρόπου του Μητροπολίτου Ηλιουπόλεως και Θείρων Σμαράγδου. Στο μεταξύ, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, Επίσκοπος Ανέων εξελέγη το 1917 ο συμπατριώτης του Θεοφίλου Σάμιος Αλέξανδρος Δηλανάς, οι δύο κληρικοί όμως δεν συνυπήρξαν στην εκκλησιαστική διοίκηση της συγκεκριμένης επαρχίας.

Θα συνεχίσουμε όμως και στο επόμενο άρθρο μας.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.