Ενώ η Τουρκία διαμορφώνει συνθήκες πολεμικής αναμέτρησης με την Ελλάδα, πολλοί αδυνατούν να αντιληφθούν τον ρόλο του ρωσο-ουκρανικού πολέμου στη διευκόλυνση της διαμόρφωσης αυτών των συνθηκών.

Του Κώστα Λάβδα

Όσο η πολεμική φάση της ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης παραμένει σε εξέλιξη, η Άγκυρα βλέπει ενδιαφέρουσες δυνατότητες στην ασάφεια που δημιουργεί η παραζάλη του πολέμου στην Ουκρανία και οι σκοτεινές ενδείξεις περαιτέρω κλιμάκωσης. Για την Τουρκία, ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος αποτελεί παράθυρο ευκαιρίας για την παγίωση του συνολικού «πακέτου Τουρκία» στη Δύση. Η Τουρκία κλιμακώνει στο πλαίσιο της ανάδειξης των όρων παραμονής της στη Δύση σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία: άρση κυρώσεων, επανέναρξη εξοπλισμών, ρόλος στη Συρία, καταδίωξη αντικαθεστωτικών, επιβεβαίωση της εμμονής στη «Γαλάζια πατρίδα» και των αντίστοιχων διεκδικήσεων, όλα αυτά αποτελούν όψεις του «πακέτου Τουρκία» το οποίο η Δύση καλείται να αποδεχτεί στο σύνολό του.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια ευθεία σύγκρουση με την Ελλάδα αποτελεί για την Τουρκία δεύτερη επιλογή σε σχέση με την παγίωση των διεκδικήσεων χωρίς σύγκρουση αλλά προτιμητέα επιλογή σε σχέση με την απώλεια της ευκαιρίας. Από την άλλη πλευρά, για το ΝΑΤΟ, ένας ενδο-ΝΑΤΟϊκός πόλεμος μέσα στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο θα σημάνει ένα άμεσο, υπαρξιακό δίλημμα: δυναμική παρέμβαση ή τήρηση ίσων αποστάσεων; Και οι δυο επιλογές (όπως και οι παραλλαγές τους) έχουν κόστος για το ΝΑΤΟ στην παρούσα συγκυρία. Σε κάθε όμως περίπτωση, το ΝΑΤΟ δεν είναι αυτή τη στιγμή έτοιμο να απαντήσει σε αυτό το δίλημμα. Αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό.

Στο μεταξύ, η Άγκυρα – και όχι μόνον ο Ερντογάν – διαμορφώνει συνθήκες πολέμου με την Ελλάδα: εκ νέου επίκληση παλαιότερων αιτιάσεων για υπόθαλψη τρομοκρατίας, στήριξη από την αντιπολίτευση των διεκδικήσεων ως προς τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, δημιουργία σύγχυσης στη διεθνή κοινή γνώμη αναφορικά με τις παραβιάσεις και τις υπερπτήσεις, κ.λπ.

Δυο αφελείς εμμονές δημιούργησαν περαιτέρω σύγχυση μετά την 24η Φεβρουαρίου. Η πρώτη: η καταδίκη της ρωσικής εισβολής συνεπάγεται την απόκρουση και των άλλων αναθεωρητικών εγχειρημάτων. Ανάξιο σοβαρού αντιλόγου διότι, πρώτον, προϋποθέτει συναίνεση μεταξύ των κρίσιμων δρώντων ως προς το τι πράγματι συνιστά, κάθε φορά, αναθεωρητισμό και, δεύτερον, στον πλανήτη τα κλισέ περισσεύουν όπως και τα προσχήματα: οι αναθεωρητικοί δρώντες είναι πολλοί, οι διεθνείς αντιδράσεις λίγες και συγκεκριμένες.

Η δεύτερη αφελής εμμονή επίσης οδηγεί σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Διότι στην πραγματικότητα, η Τουρκία είναι επικίνδυνη όταν είναι ισχυρή ή/και όταν διαπιστώνει την ύπαρξη ευκαιριών, όχι όταν «στριμώχνεται». Τα φληναφήματα περί «στριμώγματος», «εκνευρισμού» και τα σχετικά έχουν πλημμυρίσει τον δημόσιο λόγο αλλά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ο τουρκικός αναθεωρητισμός εξέφρασε τη νέα αυτοπεποίθηση του τουρκικού κατεστημένου στα χρόνια της τουρκικής οικονομικής ανόδου και γεωπολιτικού επαναπροσδιορισμού, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Οι περισσότεροι Έλληνες ιθύνοντες αντιμετώπισαν την πρόκληση «Τουρκία» μέσα από μια περιπτωσιολογία που, εστιάζοντας μυωπικά στην εναλλαγή ψυχρών και θερμών φάσεων, βραχυκύκλωσε τις όποιες δυνατότητες διαμόρφωσης μιας συστηματικής εθνικής στρατηγικής απέναντι στην γείτονα.

Στην εγχώρια δημοσιότητα, έφτασε να είναι δείγμα κοσμοπολιτισμού και προόδου η υιοθέτηση ενός υποδείγματος αντιμετώπισης της Τουρκίας που συστηματικά υποβάθμιζε τα αυταρχικά, επιθετικά και μιλιταριστικά στοιχεία, υπερτονίζοντας – μέσω και των δικτύων όσμωσης σε πολλά επίπεδα – τα όποια συνεργατικά δεδομένα, από το εμπόριο μέχρι τις τέχνες και τα πανεπιστήμια.

Ευτυχώς η σταδιακή ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας τα τελευταία χρόνια και η περαιτέρω αναζήτηση συμμαχιών βελτιώνουν, βήμα, βήμα, τους όρους για την Ελλάδα. Αλλά η βελτίωση πραγματοποιείται σε συνθήκες εκρηκτικές.

Η προσπάθεια βίαιης διπολοποίησης σε έναν πολυκεντρικό κόσμο

Τον Μάρτιο άρχισε να γίνεται σαφής η κατεύθυνση της εξέλιξης του πολέμου: διάψευση των υπέρμετρα φιλόδοξων σχεδίων της Ρωσίας για γρήγορη επιτυχία, συστηματική ενίσχυση από ΗΠΑ και Βρετανία στην καταστρεφόμενη αλλά και ανασυντασσόμενη Ουκρανία για να πολεμήσει μέχρι τέλους, εξαντλώντας τις ρωσικές δυνάμεις και κάμπτοντας την ρωσική εικόνα. Καταστροφή για την Ουκρανία, «αντλία αίματος» για την Ρωσία, άμεση αναζωογόνηση για το ΝΑΤΟ, άπειρα προβλήματα για την Ευρώπη και τις κοινωνίες της.

Τον Μάρτιο, λοιπόν, υποστήριξα εδώ αλλά και σε αγγλόφωνη ανάλυσή μου της 6ης Μαρτίου όπως επίσης και σε συνεντεύξεις σε ελληνικά και ξένα δίκτυα, ότι ο επιθετικός τυχοδιωκτισμός του Πούτιν θα πρέπει να απαντηθεί ενώ παράλληλα οι κυρώσεις και όλα τα μέτρα που λαμβάνονται θα πρέπει να είναι σχεδιασμένα με τρόπο ώστε και τα δύο μέρη να ενθαρρυνθούν με κάθε τρόπο να αναζητήσουν οπωσδήποτε μια κατά το δυνατόν δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη. Προτού η σύγκρουση επεκταθεί αλλά και προτού δώσει σε τρίτους το παράθυρο ευκαιρίας για την επιθετική προώθηση δικών τους επιδιώξεων μέσα στην κρίση.

Δυστυχώς, η παράταση του πολέμου που προέκυψε από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία οδηγεί σε μια βίαιη και τεχνητή «διπολοποίηση» έναν ουσιωδώς πολυκεντρικό κόσμο. Όπως έχω εξηγήσει από την αρχή του πολέμου, αυτή η ασυμφωνία και αναντιστοιχία, το mismatch, μεταξύ ενός πλανήτη που είναι πια πολυκεντρικός και των τάσεων βίαιης υιοθέτησης μιας κουλτούρας ψυχροπολεμικού διπολισμού από ένα μέρος, μόνο, του πλανήτη, αποτελεί άμεσο και εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη. Στην πραγματικότητα, αν μιλήσετε για νέο διπολισμό στην Ινδία, τη Νότια Αφρική, τη Νιγηρία ή την Βραζιλία θα σας κοιτάξουν πολύ παράξενα. Ο πλανήτης δεν ταυτίζεται με την «Δύση».

Επείγει η ανάληψη πρωτοβουλιών – όπως το κείμενο της Ιταλίας και οι προσπάθειες γεφύρωσης της Γαλλίας – και η σαφής απόκρουση της λογικής που θέλει να αφήσει τις εξελίξεις να κριθούν, εν πολλοίς, στα πεδία των μαχών. Σήμερα, το Κρεμλίνο που είναι υπεύθυνο για την έναρξη του πολέμου δεν είναι δυνατό να κάνει πίσω από τη νοτιοανατολική Ουκρανία που κατέλαβε χωρίς κάποια επίφαση νίκης και, από την άλλη πλευρά, το Κίεβο έχει ενθαρρυνθεί να πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, με τη βοήθεια του ΝΑΤΟ, στο πεδίο της μάχης. Εάν αυτή η λογική επικρατήσει, πόσο θα αιμορραγήσει η Ρωσία προτού ο Πούτιν θεωρήσει ότι έχει στριμωχθεί υπερβολικά; Και ποια θα είναι η αντίδραση του καθεστώτος του Κρεμλίνου σε εκείνο το μελλοντικό σημείο;

Να θυμίσουμε, παρενθετικά, ότι άλλο πράγμα είναι τα στρατηγικά πυρηνικά και άλλο τα τακτικά πυρηνικά – και ως προς την αποτροπή αλλά και ως προς τις πραγματικές πιθανότητες χρήσης τους. Τίποτε δεν αποκλείει το σενάριο περιορισμένης, τοπικής χρήσης τακτικών πυρηνικών από την Ρωσία στο πεδίο, αν πραγματικά το χρειαστεί.

Ο τυχοδιωκτισμός του Πούτιν αποτέλεσε, όπως πολύ εύστοχα το έθεσε ο πρόεδρος Μακρόν, ένα «ιστορικό λάθος» απέναντι στους πάντες, της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένης. Αποτέλεσε, επίσης, μέρος των απόνερων που έχει αφήσει η διάλυση της ΕΣΣΔ. Με την Ρωσία να έχει εδαφικά κέρδη στην ανατολική και νότια Ουκρανία, για να περάσουμε σε μια διαπραγμάτευση με σκοπό την ειρήνευση, χρειάζεται όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές να πάρουν κάτι και όλες να έχουν κάποιο κόστος. Δεν γίνεται αλλιώς ειρήνευση. Εκτός αν είμαστε διατεθειμένοι να εισέλθουμε σε μια μακρά περίοδο οικονομικής κατάρρευσης και απώλειας ανθρώπινων ζωών, υποδομών και -ίσως- θεσμών.

Ένας πόλεμος μέσα στον πόλεμο

Με αμήχανες ηγεσίες που βασίζονται σε ακόμη περισσότερο αμήχανους συμβούλους, παρατρεχάμενους και δημοσιολογούντες, η ΕΕ και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της σύρονται σε μια κλιμάκωση που – εάν τελικώς συμπεριλάβει την Κίνα – θα οδηγήσει στο ξεκίνημα μιας διαδικασίας απο-παγκοσμιοποίησης μπροστά στην οποία άλλες εξελίξεις που περιγράφονται από πολλούς ως «αχαρτογράφητα νερά» θα αποτελούν απλές παραλλαγές στη ρουτίνα των διεθνών σχέσεων.

Βέβαια αυτά είναι ψιλά γράμματα για τους θλιβερούς πολέμαρχους του καναπέ που, αντιδρώντας στην εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου, μια εισβολή που εκφράζει τόσο την επιθετικότητα του πουτινικού καθεστώτος όσο και τα άλυτα ζητήματα της διάλυσης της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, αδυνατούν να αντιληφθούν όχι μόνον την μεγάλη εικόνα αλλά και τις επιμέρους, περιφερειακές επιπτώσεις.

Οι δυτικές κυρώσεις, που πλήττουν ήδη την Ευρώπη, επηρεάζουν ένα ευρύτατο φάσμα δραστηριοτήτων και στρωμάτων στην καθημερινότητα της Ρωσίας. Αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ούτε ότι η επιφυλακτικότητα και η αμηχανία μορφοποιούνται σε οργανωμένη αντίδραση μεγάλης κλίμακας ούτε ότι εξελίσσεται μια διάσπαση στο εσωτερικό του Κρεμλίνου. Φυσικά, ενδέχεται να υπάρχουν κινήσεις τις οποίες αγνοούμε.

Όμως γενικά, η επιστημονική βιβλιογραφία για τις κυρώσεις σε αυταρχικά καθεστώτα δείχνει ότι οι επιπτώσεις συχνά οδηγούν σε (α) εντατικοποίηση της καταπίεσης στο εσωτερικό και (β) περιχαράκωση μιας ομάδας που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο απολαμβάνει ειδική προστασία απέναντι στις επιπτώσεις των κυρώσεων.

Κάποιοι ολιγάρχες εξέφρασαν δυσφορία αλλά μόνο με προσεκτικές τοποθετήσεις υπέρ της ειρήνης. Σε κάθε περίπτωση, το είδος των οικονομικών σχέσεων με το εξωτερικό αποτελεί καθοριστική συνθήκη. Στην περίπτωση της Ρωσίας, όσο οι εξαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου συνεχίζονται, το καθεστώς θα έχει δυνατότητες διαχείρισης των επιπτώσεων από τις κυρώσεις, ενώ η προπαγάνδα στο εσωτερικό της Ρωσίας θα εξακολουθήσει να διαμορφώνεται σε ένα αυταρχικό περιβάλλον ελέγχου των ΜΜΕ και των δικτύων.

Σε αυτό το περιβάλλον, η προπαγάνδα αποτελεί αφενός μέσον νομιμοποίησης του καθεστώτος και αφετέρου εργαλείο ήπιας ισχύος, με την έννοια ότι το Κρεμλίνο προσπαθεί να παρουσιάζει και προς τα έξω ότι στηρίζεται σε ένα σχετικά αρραγές και ισχυρό εσωτερικό μέτωπο. Αυτό διαδραματίζει ρόλους και ως προς τους αντιπάλους της Ρωσίας και ως προς τους φίλους της. Όταν η εντύπωση του μετώπου αμφισβητηθεί, η καταπίεση αυξάνεται.

Αλλά για τη Δύση το ουσιαστικότερο ζήτημα ανάγεται στην ακριβή στόχευση των κυρώσεων και – αντίστοιχα – την ανάγκη επεξεργασίας σταδίων και όρων σταδιακής αποκλιμάκωσης. Αυτό δεν αφορά μόνο την Ρωσία (ή την Κίνα ή αύριο την Ινδία), αφορά ολόκληρο τον πλανήτη και σίγουρα την Ευρώπη. Όσοι άφρονες επιμένουν ότι στις στοχεύσεις εντάσσεται και μια υπόρρητη έμφαση στην πτώση του καθεστώτος στο Κρεμλίνο, συνομολογούν ότι οι κυρώσεις θα συνεχιστούν επ’ αόριστον. Στην Ελλάδα η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει και ορισμένους που στα ελληνοτουρκικά εμφανίζονται πάντοτε ως Περιστερές αλλά ξαφνικά για το Ουκρανικό μεταμορφώθηκαν σε Γεράκια. Όμως σε λίγο θα είναι πολύ αργά για δάκρυα.

Από τις αρχές Μαρτίου εξήγησα ότι χρειάζεται έμφαση στις στρατηγικές αποκλιμάκωσης με προσεκτική ενθάρρυνση των δυο μερών ώστε το μοίρασμα του κόστους από τον πόλεμο να γίνει με τρόπο που οι κυβερνήσεις στο Κίεβο και την Μόσχα να μπορέσουν να το σηκώσουν. Η πολεμική διάσταση που προέκυψε από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια γενικότερη σύγκρουση πάνω στη δομική, μακρόχρονη μετάβαση μακριά από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Εάν ένας τέτοιος, γενικευμένος εφιάλτης τελικά προκύψει, θα είναι αποτέλεσμα (α) συνειδητών στρατηγικών κλιμάκωσης από κάποιους και (β) πλήθους μη ηθελημένων συνεπειών των επιμέρους δράσεων και επιλογών.

Στο μεταξύ, εν μέσω των περισσότερο ή λιγότερο εφιαλτικών σεναρίων που θα φέρει η τυχόν συνέχιση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, η Τουρκία θα εξακολουθεί να παγιώσει το νέο της όραμα: μια μεγάλη, επεκτατική χερσαία και γαλάζια πατρίδα με μια ευρύτερη, ουδετεροποιημένη περίμετρο.

*Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει εργαστεί σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Βιβλία και επιστημονικά άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.