Σημαντικά αποτελέσματα, μεταξύ των οποίων, εκτεταμένη πρωτοβυζαντινή εγκατάσταση με τμήμα του παράκτιου τείχους και πύλη, παλαιοχριστιανική βασιλική, καθώς και μνημειώδεις κατασκευές που ανήκουν σε σημαντικό ιερό της αρχαιότητας έφεραν στο φως οι ανασκαφές στη βραχονησίδα «Βρυοκαστράκι» απέναντι από το «Βρυόκαστρο», την αρχαία πόλη της Κύθνου.

Στο νότιο ανώτερο πλάτωμα της νησίδας αποκαλύφθηκε μνημειώδες ανάλημμα, μήκους σχεδόν 22 μέτρων, που προσωρινά μπορεί να χρονολογηθεί στους κλασικούς χρόνους, τόσο από την ισόδομη τοιχοποιία του, όσο και από την κεραμεική που συλλέχθηκε εντός του στρώματος «λατύπης» που συνδέεται με την κατασκευή του. Τα ευρήματα είναι εξαιρετικής ποιότητας κεραμεική των Γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων, καθώς και ορισμένα ευρήματα αναμφίβολα αναθηματικού χαρακτήρα (μικρογραφικά αγγεία, πήλινα γυναικεία ειδώλια, κ.ά.)

Σε απόσταση 5 μέτρων ανατολικά του αναλήμματος, ο λαξευμένος βράχος σχηματίζει ορθογώνιο έξαρμα διαστάσεων 11×4 μ. περίπου, εξαιρετικά διαβρωμένο σήμερα, το οποίο φαίνεται ότι ταυτίζεται με μνημειώδη βωμό (σε πρώτο πλάνο στην εικ. 3). Το ανάλημμα σχηματίζει ένα είδος κρηπίδας ύψους 4,50 μ., δυτικά του οποίου ο φυσικός βράχος σχηματίζει ένα ευρύχωρο άνδηρο με πολυάριθμα ίχνη από αρχαία λαξεύματα, ορισμένα από τα οποία φαίνεται ότι σχετίζονται με κάποιο μνημειώδη ναό που προφανώς είχε ιδρυθεί εδώ. Η προσεκτική μελέτη των λαξευμάτων αυτών ίσως επιτρέψει να αποσαφηνιστεί ως έναν βαθμό η μορφή του κλασικού-ελληνιστικού ναού. Η ταυτότητα της λατρευόμενης θεότητας παραμένει άγνωστη προς το παρόν.

Η ανθρώπινη δραστηριότητα της πρωτοβυζαντινής περιόδου είναι έντονη και η διατάραξη των παλαιότερων κτηρίων μεγάλη. Πολυάριθμοι τοίχοι και ευρύχωροι χώροι χρησιμοποίησαν εν μέρει τις ερειπωμένες σε κάποιο βαθμό αρχαίες δομές. Η υστερότερη κεραμεική χρονολογείται στα τέλη του 6ου και στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα μ.Χ. Μετά την περίοδο αυτή φαίνεται ότι εγκαταλείπεται η πόλη της Κύθνου και οι κάτοικοί της μετακινήθηκαν στο Κάστρο της Ωριάς, τη μεσαιωνική πρωτεύουσα του νησιού.

Η εντατική πρωτοβυζαντινή χρήση της βραχονησίδας, η οποία φαίνεται ότι ήταν η περιοχή όπου συρρικνώθηκε η πόλη στην ύστερη αρχαιότητα, διαρκεί μέχρι τουλάχιστον τον 7ο αιώνα οπότε και εγκαταλείπεται, όπως και από τα ευρήματα στις άλλες δύο θέσεις που ερευνήθηκαν.

Η παράκτια οχύρωση της ύστερης αρχαιότητας προστάτευε το αδύναμο ανατολικό τμήμα της βραχονησίδας.

Oι υπόλοιπες πλευρές ήταν απροσπέλαστες λόγω της κατακόρυφης διαμόρφωσης των βράχων. Στο εσωτερική πλευρά της είχαν κτιστεί πολυάριθμα επάλληλα ορθογώνια δωμάτια, σε ένα από τα οποία εντοπίστηκε χάλκινος φόλλις του αυτοκράτορα Μαυρικίου Τιβερίου (582-602). Η έρευνα λίγο βορειότερα έφερε στο φως την κύρια είσοδο της οχύρωσης, πιθανόν προστατευμένη με πύργο. Η οχύρωση της ύστερης αρχαιότητας εδράζεται πάνω σε παλαιότερη, πιθανώς των αρχαϊκών χρόνων, φαση με την οποία φαίνεται να συνδέονται χώροι εν μέρει λαξευμένοι στο φυσικό βράχο . Από τις αναμοχλευμένες επιχώσεις των πρωτοβυζαντινών χρόνων προέρχονται και λίγα ευρήματα (κεραμεική και εργαλεία από οψιανό) της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου, καθώς και σημαντικές ποσότητες κεραμεικής των Γεωμετρικών έως ρωμαϊκών χρόνων.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.