Πιστοί, ιδιαίτερα οι γυναίκες, περιμένουν υπομενετικά στην ουρά για να προσκυνήσουν την εικόνα του Αγίου Όρους, της Παναγίας «Άξιον Εστί».

Ως γνωστόν, λόγω του υπερβολικού όγκου των πιστών που προσέρχονται καθημερινά στην Ιερά Μητρόπολη Αθηνών, το προσκύνημα της εικόνας παρατείνεται έως τις 17 Μαΐου, μετά από αίτημα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμου προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους.

Η ανακοίνωση αναφέρει πως: «Λόγω της αθρόας προσέλευσης των προσκυνητών στον Καθεδρικό Ι. Ναό Αθηνών, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος αιτήθηκε προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους την ολιγοήμερη παράταση της παραμονής της Ιεράς Εικόνος του “Άξιον Εστί”. Η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους αποφάσισε και ενέκρινε την παράταση της παραμονής της Ιεράς Εικόνος μέχρι και την Τετάρτη 17 Μαΐου το πρωί».

Είναι η 8η φορά που η συγκεκριμένη εικόνα (στην οποία η Παναγία κρατά τον Ιησού Χριστό από τα δεξιά και όχι από τα αριστερά) μεταφέρεται από το Άγιο Όρος για να την προσκυνήσουν οι πιστοί και αυτός είναι ο λόγος της αθρόας προσέλευσης των προσκυνητών.

Η μεταφορά της ιερής εικόνας, η οποία εξέρχεται από το Άγιον Όρος μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, ήταν παλαιότερο αίτημα του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου για να λαμπρύνει με την παρουσία της την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821. Ωστόσο, λόγω κορωνοϊού δεν κατέστη τότε δυνατή η έξοδός της από την Αθωνική Πολιτεία.

Καθημερινά, η ουρά ξεκινάει από την αρχή της Μητροπόλεως, συνεχίζει περιμετρικά της πλατείας και καταλήγει στην είσοδο του ναού. Η είσοδος των πιστών γίνεται ανά γκρουπ των 30 ατόμων.

Παναγία «Άξιον Εστί»: Η ιστορία της θαυματουργής εικόνας

Η θαυματουργή αυτή εικόνα, που φυλάσσεται σήμερα στο ιερό σύνθρονο του Πρωτάτου των Καρύων, βρισκόταν κατά τα τέλη του Ι’ αιώνα σε ένα κελί κοντά στις Καρυές που σήμερα φέρει την ίδια επωνυμία “Άξιον εστίν” λόγω του εξής θαύματος: Ενώ ο Γέροντας του Κελιού απουσίαζε σε αγρυπνία του Πρωτάτου, συνέβη να φιλοξενήσει ο υποτακτικός του, που έμεινε μόνος στο κελί, κάποιον άγνωστο περαστικό μοναχό μαζί με τον οποίο, μάλιστα, έψαλλε και την ακολουθία του όρθρου της Κυριακής.

Όταν λοιπόν έφθασαν στην θ\’ ωδή του κανόνα, ο μεν μοναχός του Κελιού έψαλλε “Την Τιμιωτέραν”, το γνωστό αρχαίο αυτό ύμνο του Αγίου Κοσμά του Ποιητή, που ψαλλόταν τότε όπως και σήμερα μαζί με τους θεομητορικούς στίχους της θ\’ ωδής (Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον…”), ενώ ο ξένος μοναχός άρχισε τον ύμνο διαφορετικά, προσθέτοντας στην αρχή του το μέχρι τότε άγνωστο προοίμιο «Άξιον εστίν ως αληθώς…».

Το προοίμιο αυτό τόσο θαυμασμό προκάλεσε στον ντόπιο μοναχό, ώστε το ζήτησε και γραπτώς, για να μπορεί να το ψάλλει και αυτός. Επειδή όμως δε βρέθηκε μελάνι και χαρτί μέσα στο κελί, ο μυστηριώδης ξένος μοναχός χάραξε τον ύμνο με το δάκτυλό του σε μια πέτρινη πλάκα και πρόσθεσε ότι έτσι πρέπει να ψάλλεται στο εξής ο ύμνος αυτός από όλους τους Ορθόδοξούς. Έπειτα, έγινε άφαντος.

Οι Αγιορείτες έστειλαν την πλάκα στον βασιλιά και στον Πατριάρχη, ενώ την εικόνα, μπροστά στην οποία ψάλθηκε για πρώτη φορά ο αγγελικός ύμνος, τη μετέφεραν στο Πρωτάτο, στο οποίο καθιερώθηκε να γίνεται και η ετήσια πανήγυρη σε ανάμνηση του θαύματος και προς τιμή της Θεοτόκου.

Σύμφωνα με το αρχαίο συναξάρι, η γιορτή αυτή αρχικά τελούνταν στο Κελί, όπου είχε γίνει το θαύμα, και μάλιστα προς τιμή του αρχάγγελου Γαβριήλ, που χωρίς άλλο ήταν ο θαυμαστός εκείνος ξένος μοναχός.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.