Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου-Με αφορμή τον επαίσχυντο αφορισμό του πρωθυπουργού της χώρας Κυριάκου Μητσοτάκη, της υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Νίκης Κεραμέως και του υφυπουργού Πολιτικής Προστασίας Νίκου Χαρδαλιά, από τον μητροπολίτη πρ. Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο, θυμόμαστε το κείμενο-απάντηση (8-12-2013) του Ευάγγελου Βενιζέλου, σε επιστολή του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ για το σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών, όπου ανάμεσα στα άλλα απειλούσε τον τότε αρχηγό του ΠΑΣΟΚ και όσους ψηφίσουν το νόμο με εκκλησιαστικές ποινές, γράφοντας του ότι "θα αποστερηθείτε de facto ως πρόσωπα την χάρη και την ευλογία του Δικαιοκρίτου Κυρίου". Και σ' αυτήν ακριβώς την απειλή ο Ε. Βενιζέλος απαντά με θαυμαστή δεικτικότητα.

Επιτρέψτε μου να αγνοήσω για λόγους αναγόμενους στο σκληρό πυρήνα της ύπαρξης μου την άτυχη απειλή ότι “θα αποστερηθούμε de facto ως πρόσωπα την χάρη και την ευλογία του Δικαιοκρίτου Κυρίου”. Η αποστροφή αυτή θεωρώ ότι είναι απλώς σχήμα λόγου και όχι επισκοπική θέση που αξιώνει θεολογική και εκκλησιολογική θεμελίωση.”

Η επιστολή Βενιζέλου εξετάζει το θέμα από κάθε πλευρά, νομική, πολιτική και θεολογική, κοινωνική και κατά την άποψη μου το εξαντλεί. Η απάντηση Βενιζέλου είναι ενιαία, πλήρης και «κολλάει στον τοίχο» τον Πειραιώς. Αναιρεί μια προς μια τις αιτιάσεις και τα επιχειρήματά του με επιστημονική και λογική επάρκεια, ενώ στις προσβολές του Πειραιώς απαντά με φιλοφρονήσεις και ευχές.

Ο Πειραιώς Σεραφείμ, επιρρεπής σε αναθέματα (όπως αυτά του 2012 κατά πάντων) και αφοριστικές απειλές, δεν τόλμησε να πάρει θέση εναντίον του αφορισμού που εξαπέλυσε ο πρ. Καλαβρύτων. Αρκέστηκε στην παρατήρηση ότι η επιβολή του αφορισμού «γίνεται μόνο συνοδικώς». Λες και ο ίδιος ακολουθεί πιστά την Ι. Σύνοδο. Απέναντι της έχει σταθεί στα σύγχρονα μεγάλα θέματα της Εκκλησίας, όπως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και η αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας. Αυθαιρετεί, επίσης, ασύστολα και στον «εορτασμό» στην επαρχία του, των λεγομένων Η’ και Θ’ «Οικουμενικών Συνόδων», που η Εκκλησία δεν έχει αποδεχθεί ως τέτοιες. Και επιλείψει με διηγούμενον ο χρόνος…

Αλλά και οι υπόλοιποι μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος τηρούν σιγήν ιχθύος απέναντι στην αποτροπιαστική πράξη του πρ. Καλαβρύτων Αμβροσίου, για την οποία ευθύνεται εξίσου και ο διάδοχός του, ο οποίος του έδωσε την κανονική άδεια για να προβεί, πανηγυρικώ τω τρόπω, στον αφορισμό του πρωθυπουργού και των υπουργών, στηριζόμενος σε α-νόητα, ανέρειστα και επικίνδυνα για την δημόσια υγεία «επιχειρήματα».
Ας δούμε, όμως, την περίφημη επιστολή Βενιζέλου προς τον μητροπολίτη Πειραιώς.

«Σεβασμιώτατε,
έλαβα την ΑΠ 1329/3.12.2013 επιστολή Σας με αφορμή την πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ να ρυθμιστεί νομικά το πραγματικό γεγονός της συμβίωσης ατόμων του ίδιου φύλου σε συμμόρφωση προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) που ερμηνεύει και εφαρμόζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Σας ευχαριστώ θερμά για την αναγνώριση της εθνικής προσπάθειας που κάνουμε για την έξοδο από τη κρίση και για τα πάντοτε έκδηλα αισθήματα αγάπης και εκτίμησης προς το πρόσωπο μου, χρόνια τώρα. Τα αισθήματα αυτά είναι- Σας διαβεβαιώ – αμοιβαία και ανυπόκριτα. Σας εύχομαι πολλά τα έτη με αφορμή τα πρόσφατα Ονομαστήρια Σας.
Όπως ξέρετε ως νομικός, η ΕΣΔΑ ισχύει στην εσωτερική έννομη τάξη ως κανόνας σχετικά αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ενώ, λόγω του συστήματος διεθνούς δικαστικού ελέγχου που τη συνοδεύει, γίνεται καθολικά δεκτό στην επιστήμη και τη νομολογία ότι ο εθνικός νομοθέτης και ο εθνικός δικαστής έχουν υποχρέωση σύμφωνης προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση ερμηνείας των ρυθμίσεων των εθνικών συνταγμάτων των κρατών μελών.
Από την άποψη αυτή καμία χώρα – μέλος της ΕΣΔΑ δεν μπορεί να αγνοήσει τη νομολογία του ΕΔΔΑ χωρίς επιπτώσεις πολιτικές ή ακόμη και νομικές στο επίπεδο του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Τη μαύρη περίοδο της δικτατορίας η Ελλάδα στο ΕΔΔΑ και τους μηχανισμούς του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναζήτησε βοήθεια και στηρίγματα για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και του κράτους δικαίου .
Οι Ιερές Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος, όταν αναζήτησαν διεθνή προστασία των ιδιοκτησιακών και περιουσιακών τους δικαιωμάτων στο Στρασβούργο κατέφυγαν, δηλαδή στο ΕΔΔΑ και την δική του απόφαση επικαλέστηκαν ως τίτλο προστασίας.
Αυτούς τους διεθνείς δικαιοδοτικούς μηχανισμούς δεν μπορούμε συνεπώς να τους χρησιμοποιούμε και να τους επικαλούμαστε επιλεκτικά.
Υποστηρίζετε την άποψη ότι ο νομοθέτης έχει κατά το Σύνταγμα (προφανώς εννοείτε το άρθρο 3) την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του τις θέσεις και τις ευαισθησίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όταν χειρίζεται θέματα κοινού ενδιαφέροντος όπως ο γάμος, η οικογένεια, η προστασία του ανθρώπινου προσώπου.
Το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 3 που εισάγει το σύστημα των συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας χωρίς να απομειώνει την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρο 13 Συντάγματος), θα μου επιτρέψετε να πω ότι είναι τελείως διαφορετικό και απολύτως συγκεκριμένο: αφορά τις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Ελλάδος και την κατοχύρωση της τυπολογίας των επιμέρους εκκλησιαστικών καθεστώτων που υφίστανται στην ελληνική επικράτεια (Νέες χώρες, Κρήτη, Δωδεκάνησα).
Η ίδια όμως η δημοκρατική αρχή επιβάλλει στη Βουλή των Ελλήνων να λαμβάνει υπόψη της και να συνεκτιμά τις απόψεις και τις ευαισθησίες όλων των θεσμών, των συλλογικών οντοτήτων, των πολιτών. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχει προφανώς, για λόγους ιστορικούς και κοινωνικούς, η Ορθόδοξη Εκκλησία.
Όμως ο νομοθέτης οφείλει εν τέλει να ενεργεί κατά το Σύνταγμα που με την σειρά του κατοχυρώνει και τη θέση του διεθνούς και του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου.
Στα ζητήματα ηθικής και βιοηθικής η ευρωπαϊκή και διεθνής συνταγματική αντίληψη έχει σε μεγάλο βαθμό επηρεαστεί από τις χριστιανικές απόψεις δεν ταυτίζεται όμως με αυτές. Για ιστορικούς και θεσμικούς λόγους, που γνωρίζετε πολύ καλά, η συνταγματική ηθική και η ηθική της έννομης τάξης (ποινικής και αστικής) είναι διαχωρισμένη θεσμικά από την χριστιανική και πιο συγκεκριμένα την Ορθόδοξη ηθική αντίληψη, όσο και αν έχει επηρεαστεί από αυτήν.
Άλλωστε ο Χριστιανισμός δεν είναι ηθική, αλλά Μήνυμα και Ελπίδα Σωτηρίας μέσα από την προσδοκία της Ανάστασης. Η Ορθοδοξία δε – επιτρέψτε μου να πω – απέχει πλήρως από αντιλήψεις κανονιστικές, ηθικοπλαστικές, τιμωρητικές.
Η αντιμετώπιση της πίστης, της δογματικής καθαρότητας, της αμαρτίας, της μετάνοιας, της κατ´ οικονομία μεταχείρισης, της άφεσης, της καταλαγής δεν αφορά το νομοθέτη και την πολιτεία, αλλά την Εκκλησία. Από την άλλη πλευρά, η ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ πολιτών ή ατόμων που υπάγονται στην ελληνική και κατ´ επέκταση την ευρωπαϊκή έννομη τάξη είναι ζήτημα πού ανήκει στη σφαίρα της πολιτείας και των διεθνών υποχρεώσεων της και όχι της Εκκλησίας.
Αυτά έχουν κριθεί εδώ και δεκαετίες με αφορμή ζητήματα πολύ σημαντικότερα από το σύμφωνο συμβίωσης, όπως η νομική μεταχείριση της άμβλωσης, των προγαμιαίων σχέσεων, του πολιτικού γάμου, του διαζυγίου, του κλινικού θανάτου και των μεταμοσχεύσεων, (σε άλλες χώρες) της ευθανασίας, της παρένθετης μητρότητας, της ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής κοκ.
Οι θρησκευτικές μας αντιλήψεις ως προσώπων δεν μπορούν να επηρεάσουν, από ένα σημείο και μετά, τις επιλογές της ευρωπαϊκής και εθνικής έννομης τάξης και το εύρος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που οφείλουν πολλά στο Χριστιανισμό, αλλά κινούνται πλέον σε μια παγκόσμια σφαίρα αξιών πολλαπλών προελεύσεων και επιρροών μέσα σε μια πλουραλιστική διεθνή κοινωνία . Η εθνική μας ταυτότητα και η ορθόδοξη παράδοση μας δεν κινδυνεύουν αλλά επιβεβαιώνονται μέσα στο περιβάλλον αυτό χωρίς να θίγεται όμως κανένας άλλος.
Η θρησκευτική πίστη και κοινωνία μπορεί να κριθεί στους κόλπους της Εκκλησίας ή της θρησκευτικής κοινότητας. Η πολιτειακή μας στάση κρίνεται θεσμικά, δημοκρατικά, δικαιοκρατικά.
Οι βουλευτές, τα κόμματα, οι κυβερνήσεις, τα κοινοβούλια λειτουργούν ως όργανα του κράτους και όχι ως πιστοί υπό τον πνευματικό έλεγχο της θρησκευτικής τους κοινότητας. Το αντίθετο οδήγησε ιστορικά και δυστυχώς εξακολουθεί να οδηγεί, σε πολλά σημεία του κόσμου, σε τραγικές και απάνθρωπες καταστάσεις. Σε ανεξέλεγκτη βία. Σε ακύρωση της αξίας του ανθρώπινου προσώπου.
Λόγω των αμοιβαίων αισθημάτων αγάπης και εκτίμησης που μας συνδέουν, δεν εισέρχομαι σε θέματα κανονικής τάξης. Απευθυνθήκατε στον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και στον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ για ζήτημα νομοθετικής πολιτικής εθνικής και όχι τοπικής σημασίας. Θα είχε συνεπώς ενδιαφέρον να διατυπωθεί αρμοδίως και συνοδικώς η άποψη της Εκκλησίας της Ελλάδος .
Τέλος, επιτρέψτε μου να αγνοήσω για λόγους αναγόμενους στο σκληρό πυρήνα της ύπαρξης μου την άτυχη απειλή ότι “θα αποστερηθούμε de facto ως πρόσωπα την χάρη και την ευλογία του Δικαιοκρίτου Κυρίου”. Η αποστροφή αυτή θεωρώ ότι είναι απλώς σχήμα λόγου και όχι επισκοπική θέση που αξιώνει θεολογική και εκκλησιολογική θεμελίωση.
Σας ευχαριστώ που μνημονεύσατε τον ιερέα πάππο μου. Αυτός μου έμαθε ότι η σχέση μας με το Θεό είναι προσωπική, αδιαμεσολάβητη, διαρκής και αδιάκοπη από την ώρα που γεννιόμαστε ως εικόνες της αρρήτου δόξης Του παρά τα πολλά στίγματα των πταισμάτων μας, έως την ώρα της κρίσης μέσα από την οποία προσδοκούμε και ελπίζουμε στην ετέρα μορφής μας.
Με αισθήματα φιλίας και εκτίμησης
Ευάγγελος Βενιζέλος».

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.