Όσιος Δαβίδ από τη Θεσσαλονίκη: Ο Ο­σιος έ­πλευ­σε προς την Θεσ­σα­λο­νί­κη, άλ­λα δεν έ­φθα­σε στην πό­λη ο­πως προ­ε­φή­τευ­σε.

Όσιος Δαβίδ από τη Θεσσαλονίκη: «Να φρον­τί­ζε­τε την ψυ­χή σας για να βρείτε αι­ώ­νια α­νά­παυ­ση…».

Το τέ­λος τον Ό­σιου

Ο­ταν έ­φθα­σε στην πε­ρι­ο­χη του Φά­ρου, εί­πε προς τους μα­θη­τές του:

«Τέ­κνα μου, ο και­ρός του τέ­λους μου έ­φθα­σε, να εν­τα­φι­ά­σε­τε το λεί­ψα­νο μου στο Μο­να­στή­ρι ό­που δι­έ­με­να. Να φρον­τί­ζε­τε την ψυ­χή σας για να βρείτε αι­ώ­νια α­νά­παυ­ση».

Αυ­τά και άλ­λα ψυ­χω­φε­λή λό­για ά­φού το­υς εί­πε, έ­φθα­σαν α­τό α­κρω­τή­ριο, που ο­νο­μά­ζε­ται Εμ­βο­λος.

Α­πό ε­κεί φαι­νό­ταν το Μο­να­στή­ρι του, το ό­ποι­ο ά­φού κοί­τα­ξε έ­κα­νε την προ­σευ­χή του, α­σπά­σθη­κε τους μα­θη­τές του και πα­ρέ­δω­σε ο τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νος την ψυ­χή του στον θε­ό.

Αγ­γε­λι­κές υ­μνω­δί­ες

Ο­ταν κοι­μή­θη­κε ο Ο­σιος φυ­σού­σε ι­σχυ­ρός ά­νε­μος και έ­νω μέ­χρι τό­τε έ­πλε­αν με με­γά­λη τα­χύ­τη­τα, το πλοί­ο, ω του θαύ­μα­τος, στα­μά­τη­σε για πολ­λή ω­ρα πα­ρά τον δυ­να­τό ά­νε­μο χω­ρίς να κου­νη­θει κα­θό­λου.

Ήλ­θε μά­λι­στα και α­πε­ρί­γρα­πτος εύ­ω­δία θυ­μι­α­μά­των και φω­νές α­πό τον α­έ­ρα α­κου­γό­ταν, οι ο­ποί­ες υ­μνού­σαν με­λω­δι­κά τον Κύ­ριο. Ά­φου πέ­ρα­σε αρ­κε­τή ώ­ρα στα­μά­τη­σαν οι φω­νές.

Ο λα­ός τον υ­πο­δέ­χε­ται με ευ­λά­βεια

Τό­τε και το πλοί­ο ξε­κί­νη­σε, αλ­λά δεν πή­γε ό­μως στο λι­μά­νι ό­πως ή­ταν η συ­νή­θεια άλ­λα έ­πια­σε λι­μά­νι προς το δυ­τι­κό μέ­ρος της πό­λε­ως, στον τό­πο ο­που έρ­ρι­ξαν οι ά­σε­βείς, πιο μπρο­στά τα λεί­ψα­να των Ά­γι­ων Θε­ο­δού­λου και Ά­γα­θό­πο­δος.

Τό­τε ό­ταν ά­κου­σαν την κοί­μη­ση και τον ερ­χο­μό του Ό­σιου, βγή­κε ο­λη η πό­λη με τον Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο, και βα­στά­ζον­τες με πολ­λή ευ­λά­βεια το ά­γιο λεί­ψα­νο ήλ­θαν στο Μο­να­στή­ρι και του έ­κα­ναν θή­κη με τε­τρά­γω­να ξύ­λα, στην ο­ποί­αν τον έ­βα­λαν και με τι­μή τον εν­τα­φί­α­σαν.

Ε­πει­τα με­τέ­φε­ραν την έ­δρα του Έ­παρ­χου στην Θεσ­σα­λο­νί­κη σύμ­φω­να με την βα­σι­λι­κή δι­α­τα­γή. Τον Ο­σιο ε­όρ­τα­ζαν κά­θε χρό­νο στο Μο­να­στή­ρι.

Δεν ε­πέ­τρε­πε να πά­ρουν ά­πό το α­γιό λεί­ψα­νο του

Ο­ταν πε­ρα­σαν 150 χρό­νια ή­ταν έ­κεί Η­γού­με­νος έ­νας ε­νά­ρε­τος άν­θρω­πος, που το ό­νο­μα του ή­ταν Δη­μή­τριος, ο ο­ποί­ος εί­χε πολ­λη ευ­λά­βεια στον Ο­σιο. Ε­πει­δή ο­μως εί­χε με­γά­λη ε­πι­θυ­μί­α να πά­ρει μέ­ρος α­πό το ά­γιο λεί­ψα­νο για να το έ­χει ως ευ­λο­γί­α, έ­βα­λε αν­θρώ­πους και ε­σκα­βαν τον τά­φο.

Ά­με­σως ο­μως έ­σκα­σε η πλά­κα στα τέσ­σε­ρα και τό­τε κα­τά­λα­βε ο­τι ο Α­γιος δεν ή­θε­λε, και ά­φη­σε την προ­σπά­θεια.

Ο μα­θη­τής του Η­γου­μέ­νου αυ­του, του ο­ποί­ου το ό­νο­μα ή­ταν Σέρ­γιος, ο ό­ποι­ος έ­γι­νε και έ­κεί­νός Η­γού­με­νος, και υ­στέ­ρα, έ­πει­δη ή­τάν πο­λύ ε­νά­ρε­τος, ε­γι­νε και Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος θεσ­σα­λο­νί­κης τι­μου­σε πο­λύ τον Ό­σιο.

Ε­χον­τας προς αυ­τόν πολ­λή ευ­λά­βεια, τον πα­ρα­κα­λού­σε πολ­λές φο­ρές στην προ­σευ­χή του να τον συγ­χω­ρέ­σει, και να του έ­πι­τρέ­ψει να πά­ρει λί­γο ά­πό το ά­γιο λεί­ψα­νο του.

Πράγ­μα­τι πή­ρε πλη­ρο­φο­ρί­α α­πό. τον Θε­ό, ο­τι συμ­φώ­νη­σε ο Ο­σιος και ά­νοι­ξε τον τά­φο. Βγή­κε τό­τε θαυ­μά­σια ευ­ω­διά και βλέ­πον­τας α­κό­μη το λεί­ψα­νο σώ­ο και α­κέ­ραι­ο, δεν τόλ­μη­σε να πά­ρει ά­πό αυ­τό μέ­ρος, πα­ρά μό­νο λί­γες τρί­χες ά­πό την κε­φα­λή του και ά­πό τα γέ­νεια, τα ό­ποι­α φύ­λα­γε με α­κρί­βεια και τα α­σπά­ζον­ταν την ή­με­ρα της ε­ορ­τής του οι φι­λό­χρι­στοι.

Η ε­ορ­τή της κοι­μή­σε­ως του τε­λεί­ται στις 26 Ι­ου­νί­ου, χαρ­μό­συ­να κά­θε χρό­νο, ευ­φη­μουν­τες τον Ο­σιο προς δό­ξαν του Πα­τρός και του Υι­ου και του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.