Όσιος Δαβίδ από τη Θεσσαλονίκη: Οποί­ος εί­χε κά­ποι­α α­σθέ­νεια πή­γαι­νε σε αυ­τόν και μό­λις άγ­γι­ζε με το δεξί του χέρι τον άρ­ρω­στο ε­φευ­γε α­μέ­σως και σκόρ­πι­ζε κά­θε αρ­ρώ­στια, ό­πως δι­α­λύ­ε­ται το σκο­τά­δι α­πό το φως. Πολ­λά λοι­πόν και θαυ­μά­σια α­φου έ­κα­νε, δο­ξά­σθη­κε πο­λύ ά­πό τους αν­θρώ­πους και ό­λοι τον σε­βόν­του­σαν.

Όσιος Δαβίδ από τη Θεσσαλονίκη: Μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας σήμερα 26 Ιουνίου

Ο­λοι ψη­φί­ζουν τον Ο­σιο να τους εκ­προ­σώ­πη­σει στον Βα­σι­λέ­α

Με­τά ά­πό πολ­λά χρό­νια πέ­θα­νε ο Μη­τρο­πο­λί­της Θεσ­σα­λο­νί­κης Δω­ρό­θε­ος, και την θέ­ση του έ­λα­βε άλ­λος ε­πί­σης ε­νά­ρε­τος, του ο­ποί­ου το ό­νο­μα ή­ταν Α­ρι­στεί­δης. Ο­μως τον και­ρό ε­κεί­νο γι­νόν­του­σαν στην Θεσ­σα­λί­α ά­πό τους βαρ­βά­ρους, με­γά­λες ζη­μί­ες και πολ­λή α­να­τα­ρα­χή. Ο έ­παρ­χος του Ιλ­λυ­ρι­κου έ­γρα­ψε στον Μη­τρο­πο­λί­τη, να πά­ει στο βα­σι­λέ­α, η να στεί­λη κά­ποι­ον ε­νά­ρε­το άν­θρω­πο να τον πα­ρα­κά­λε­ση να ψή­φι­σει έ­παρ­χο στην Θεσ­σα­λο­νί­κη εξ αι­τί­ας των προ­βλη­μά­των που δη­μι­ουρ­γού­σαν οι βάρ­βα­ροι δι­ό­τι δεν υ­πήρ­χε στην Θεσ­σα­λο­νί­κη έ­παρ­χος άλ­λα μό­νον το­πο­τη­ρη­τής, και υ­πα­γόν­του­σαν στον έ­παρ­χο Σιρ­μί­ου. Ό­ταν λοι­πόν δι­ά­βα­σε ο α­γι­ώ­τα­τος Α­ρι­στεί­δης, ο Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος θεσ­σα­λο­νί­κης, την ε­πι­στο­λή του έ­παρ­χου μπρο­στά στους κλη­ρι­κούς και τους άρ­χον­τες της πό­λε­ως τους εί­πε να ψη­φί­σουν κά­ποι­ον κα­τάλ­λη­λο και λό­γιο άν­θρω­πο για να τον στεί­λουν στον βα­σι­λέ­α για την υ­πό­θε­ση αν­τη.

Τό­τε ό­λοι οι συγ­κεν­τρω­μέ­νοι στην Εκ­κλη­σί­α της πό­λε­ως συμ­φώ­νη­σαν και εί­παν να στεί­λουν τον Ο­σιο Δα­βίδ για να τον σε­βα­σθή ο ευ­σε­βέ­στα­τος βα­σι­λεύς ως ε­νά­ρε­το και Α­γιο άν­θρω­πο, και να δε­χθη την πα­ρά­κλη­ση τους.

Αύ­τό ε­γι­νέ κα­τά οι­κο­νο­μί­α της θεί­ας Προ­νοί­ας, για να εκ­πλη­ρω­θή η πρό­βλε­ψη του Αγ­γέ­λου, ο ό­ποι­ος ει­πε στον Ο­σιο να κα­τε­βη α­πό το δέν­δρο, για να κά­νει και άλ­λη οι­κο­νο­μί­α και τό­τε να α­πέλ­θει προς Κύ­ριο.

Ο Ο­σιος δέ­χθη­κε την πα­ρά­κλη­σή τους

Α­φού πη­ρέ λοι­πόν ο Άρ­χι­ε­ρεύς τους πιο ευ­λα­βείς α­πό τους Κλη­ρι­κούς και λαι­κούς πή­γαν στον Ό­σιο και του α­νήγ­γει­λαν την υ­πό­θε­ση και τον πα­ρα­κα­λού­σαν να πά­ει στον αυ­το­κρά­το­ρα για το ως ά­νω ζή­τη­μα. Ο Ο­σιος στην αρ­χή προ­φα­σί­σθη­κε ό­τι δεν μπο­ρού­σε να πά­η ε­πει­δή ή­ταν γέ­ρον­τας, έ­πει­τα βλέ­πον­τας, ο­τι ο­λοι τον πί­ε­ζαν να πά­ει δέ­χθη­κε για να μη γι­νη και πα­ρή­κο­ος του Αρ­χι­ε­ρέ­ως και ό­λων των φι­λο­χρί­στων πο­λι­των που τον πα­ρα­κα­λού­σαν.

Ο Ο­σιος τους προ­λέ­γει για την ε­πι­τυ­χί­α κα­θώς και για το τέ­λος του.

Α­φου ο Ο­σιος θυ­μή­θη­κε και του αγ­γέ­λου την πρό­βλε­ψη λέ­ει στον Αρ­χι­ε­πίσκο­πο: Ας γί­νει Α­γι­ε Δέ­σπο­τα το θέ­λη­μα του Κυ­ρί­ου. Ο­μως να γνω­ρί­ζε­τε, ο­τι ο μεν βα­σι­λεύς με τις ευ­χές σας θα μου χα­ρί­ση ο­σα του ζη­τή­σω, του Θε­ου συ­νερ­γούν­τος, αλ­λά τον Δα­βίδ δεν θα τον ξα­να­δεί­τε πλέ­ον ζων­τα­νό, για να συ­νο­μι­λή­σου­με. Δι­ό­τι ε­πι­στρέ­φον­τας α­πό τα βα­σί­λεια προς έ­σας, ο­ταν θα βρί­σκο­μαι ά­κό­μη σε α­πό­στα­ση 126 στα­δί­ων α­πό αυ­τό το τα­πει­νό κε­λί μου, τό­τε θα πά­ω προς τον Δε­σπό­τη μου».

Ο Αρ­χι­έ­ρεύς νο­μί­ζον­τας ο­τι έ­λε­γε αυ­τά ως πρό­φα­ση, για να μη τον α­ναγ­κά­σουν, τον συμ­βού­λευ­σε και του εί­πε: «Μι­μή­σου, πά­τερ μου, τον Ποι­μέ­να μας και Δι­δά­σκα­λο Χρι­στό, ο ό­ποι­ος θα­να­τώ­θη­κε για μας ως άν­θρω­πος και πέ­θα­νε. Πέ­θα­νε λοι­πόν και συ για τον λα­ό σου, για να σε ευ­χα­ρι­στή­σουν οι άν­θρω­ποι και α­πό τον Δε­σπό­τη Χρι­στό να λά­βεις δό­ξα και ά­πει­ρο έ­παι­νο, σαν μι­μη­τής του πά­θους Του».

Α­να­χω­ρεί για το Βυ­ζάν­τιο

Τό­τε βγαί­νον­τας α­πό το κελ­λι ο τρι­σμα­κά­ριος, ό­λοι τον προ­σκύ­νη­σαν, δι­ό­τι η μορ­φή του ή­ταν ε­να θαυ­μα­στό θέ­α­μα, οι τρί­χες της κε­φα­λής του έ­φθα­ναν ως την ζώ­νη του, το γέ­νεια του μέ­χρι τα πό­δια του, το σε­βά­σμιο πρό­σω­πο του ή­ταν ω­ραί­ο σαν του Α­βρα­άμ, ώ­στε ό­ποι­ος τον έ­βλε­πε τον θαύ­μα­ζε. Α­φού λοι­πόν πή­ρε δύ­ο ά­πό τους μα­θη­τές του, τον Θε­ό­δω­ρο και τον Δη­μή­τριο, άν­δρες ευ­λα­βείς και ε­νά­ρε­τους, ό­χι μό­νο στην ψυ­χή αλ­λά ό­μοι­οι του και στην μορ­φή του σώ­μα­τος, κα­τέ­βη­καν στον λι­μά­νι της πό­λε­ως, και ά­φου μπή­καν στο πλοί­ο ά­νε­χώ­ρη­σαν. Ο­ταν έ­φθα­σαν στο Βυ­ζάν­τιο, α­κού­σθη­κε η φή­μη του Ό­σιου σε ο­λη την πό­λι.

Τον υ­πο­δέ­χον­ται με με­γά­λες τι­μές

Τον και­ρό ε­κεί­νο Αυ­το­κρά­το­ρας ή­ταν ο ευ­σε­βής Ι­ου­στι­νια­νός, ο ο­ποί­ος α­που­σί­α­ζε. Η βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα ε­στει­λε εκ­προ­σώ­πους της και τον υ­πο­δέ­χθη­κε με πολ­λή ευ­λά­βεια.

Ο­ταν εί­δε το λαμ­πρό ε­κει­νο και άγ­γε­λό­μορ­φο πρό­σω­πο με τέ­τοι­α λευ­κά μαλ­λιά, θαύ­μα­σε, τον προ­σκύ­νη­σε με πολ­λή τα­πεί­νω­ση και του ζή­τη­σε την ευ­χή του και την ευ­λο­γί­α του. Πράγ­μα­τι ο Ο­σιος ευ­χή­θη­κε για τον βα­σι­λέ­α, για αυ­τήν και για ό­λη την πό­λη. Η ευ­σε­βής βα­σί­λισ­σα τον δε­ξι­ώ­θη­κε με τό­ση με­γά­λη χα­ρά και με το­ση πε­ρι­ποί­η­ση δι­ό­τι νό­μι­ζε ο­τι Άγ­γε­λον Κυ­ρί­ου δέ­χθη­κε και ό­χι άν­θρω­πο.

Ο­ταν ε­πέ­στρε­ψε ο βα­σι­λεύς, του α­νέ­φε­ρε για τον Ο­σιο και του εί­πε: «Ο Πα­νά­γα­θος Θε­ός μας εύ­σπλα­χνί­στη­κε Δέ­σπο­τα και έ­στει­λε στο κρά­τος σου σή­με­ρα τον Αγ­γε­λο του, ο ό­ποι­ος ήλ­θε α­πό την Θεσ­σα­λο­νί­κη και μου φά­νη­κε ο­τι εί­δα στα α­λή­θεια τον Α­βρα­άμ».

Ο βα­σι­λευς δέ­χτη­κε αυ­τά που του ζή­τη­σε ο Ο­σιος

Την άλ­λη μέ­ρα το πρω­ί έ­δω­σε εν­το­λή ο βα­σι­λεύς, ο­ταν συγ­κεν­τρώ­θη­κε ο­λη η Σύγ­κλη­τος, να έλ­θει ο Ό­σιος, με τους μα­θη­τές του. Ε­κεί ο Ο­σιος έ­βα­λε στα χέ­ρια του α­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να και θυ­μί­α­μα και θύ­μια­σε τον βα­σι­λέ­α και ο­λη την Σύγ­κλη­το χω­ρίς κα­θό­λου να βλά­πτουν ά­πό την φω­τιά τα χέ­ρια του, αν και πέ­ρα­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ά­πό μί­α ώ­ρα μέ­χρι να θυ­μί­α­ση ο­λο τον λα­ό. Αυ­τό το θαυ­μά­σιο, ό­ταν το εί­δαν, θαύ­μα­σαν ο­λοι.

Κα­τό­πιν ση­κώ­θη­κε ά­πό τον θρό­νο του ο βα­σι­λεύς, τον υ­πο­δέ­χθη­κε με με­γά­λη χα­ρά και πολ­λή ευ­λά­βεια, και α­φού ά­κου­σε τις α­να­φο­ρές του Μη­τρο­πο­λί­τη του, τα δέ­χθη­κε ό­λα ο ευ­σε­βής και φι­λό­χρι­στος βα­σι­λεύς, ψη­φί­ζον­τας την με­τα­φο­ρά της έ­δρας του έ­παρ­χου ά­πό το Σίρ­μιο στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Και ο­χι μό­νον ο­σα έ­γρα­φαν τα γράμ­μα­τα εκ­πλή­ρω­σε, αλ­λά και ο­σα ζή­τη­σε ο ί­διος ο Ο­σιος με με­γά­λη προ­θυ­μί­α ε­ξε­τέ­λε­σε και τα υ­πέ­γρα­ψε κα­τά την τά­ξη με ε­ρυ­θρά γράμ­μα­τα, τα ό­ποι­α με τα ί­δια του τα χέ­ρια έ­δω­σε στον Ο­σιο και του λέ­γει: «Ευ­χου, τί­μι­ε Πά­τερ, δι’ έ­μέ». Με­τά τον προ­έ­πεμ­ψε με με­γά­λη τι­μή .

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.