Συνήθιζε να πηγαίνει συχνά στην ταβέρνα. Οι άνθρωποι την κορόιδευαν, την χλεύαζαν και με κάθε τρόπο την ειρωνεύονταν. Έλεγαν πως «είναι μέθυση» κι άλλα πολλά. Εξακολουθούσε όμως να πηγαίνει εκεί.

Μια νύχτα είδα την Πελαγία μου να ’ρχεται μ’ ένα δερμάτινο σακάκι και μια χούφτα ζαχαρωτά.
– Πάρε να φας, μπάτιουσκα, μου είπε.
Έμεινα ξερή, φοβήθηκα σχεδόν.
«Θεέ μου, σκέφτηκα, που τα βρήκε ολ’ αυτά μέσα στη νύχτα;»
Ποιος μπορεί να δώσει εξήγηση σ’ αυτά που κάνουν οι σαλοί;

Κι ήταν τόσο χαρούμενη κι ευτυχισμένη, που ξέσπασε σε γέλια και πρόσθεσε:
– Φάγε, φάγε.
Τι είχε γίνει; Πού να το φανταστείτε!
Πηγαίνοντας στην ταβέρνα, έσωσε δυο ανθρώπους.
Μου το είπε ο ίδιος ο ταβερνιάρης, ενώ ταυτόχρονα της ζητούσε συγγνώμη.
Σκόπευε να σκοτώσει τη γυναίκα του κι αποφάσισε να το κάνει μια νύχτα. Την πήρε μέσα στο κελάρι που ’χε τα κρασιά και την ώρα που είχε σηκώσει το χέρι του για να την σκοτώσει, του το άρπαξε η Πελαγία Ιβάνοβνα που είχε κρυφτεί πίσω από τα βαρέλια.
– Τι πας να κάνεις; του φώναξε. Έλα στα συγκαλά σου, ανόητε.

Έτσι τους έσωσε και τους δυο. Μετά απ’ αυτό σταμάτησε να πηγαίνει στην ταβέρνα.

Κι όταν οι άνθρωποι έμαθαν το περιστατικό αυτό και κατάλαβαν πως είχε προορατικό χάρισμα, σταμάτησαν να την κατακρίνουν κι άρχισαν να την σέβονται.

Από το βιβλίο, «Οσία Πελαγία Ιβάνοβνα, Η διά Χριστόν σαλή», μετάφραση-επιμέλεια Πέτρου Μπότση, Αθήνα.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.