Γράφει ο Αρχιδιάκονος π.Ιωάννης Μπούτσης.

Αυτές τις ημέρες, η εκκλησιαστική Θεσσαλονίκη (δηλαδή: η εκκλησιαστικώς Συμβασιλεύουσα) γιορτάζει τον νέο και ενθρονισμένο της ποιμενάρχη, τον σεβασμιώτατο κ. Φιλόθεο, μετά από την όλως ευκλεή ποιμαντορία δύο δεκαετιών από τον σεβασμιώτατο Μητροπολίτη πρώην Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμο.

Δεδομένης της κεντρικής σημασίας και της λαμπρότητας της ευσεβούς Θεσσαλονίκης για τον εν Ελλάδι εκκλησιαστικό βίο, αλλά και της ελπιδοφόρου νεότητος και των πολλών ταλάντων του νέου της ποιμενάρχη, νομίζω πως δεν αποτελεί μεροληψία να πει κανείς πως επικρατεί όντως γιορτινό κλίμα, γυθόσυνος πανηγυρισμός.

Αξίζει όμως να εξεταστεί και μια άλλη πτυχή του ζητήματος, αυτή της εκλογής του Θεσσαλονίκης Φιλοθέου ως της πρώτης απολύτως «ορθογραφημένης», από πλευράς εκκλησιαστικών κανόνων, εκλογής Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης εδώ και πολλές δεκαετίες.

Δηλαδή, μιας επιστροφής στην «κανονικότητα» —όχι βέβαια με την πολιτική της έννοια, μα με την έννοια των κανόνων—, θεραπεύοντας παρελθούσες μνήμες για τις οποίες δεν ευθύνονται οι παρελθόντες ποιμενάρχες, αλλά οι ιστορικές, πολιτικές, αλλά και εκκλησιαστικές εξελίξεις στη χώρα μας.

Ευτυχώς διανύουμε περίοδο όπου οι εκλογές μητροπολιτών και αρχιεπισκόπων είναι αυτονοήτως κανονικές, χωρίς να σκιάζονται ούτε από σκανδαλώδεις επεμβάσεις του εκκλησιαστικού μηχανισμού ούτε από μεγάλες έριδες μεταξύ Ορθοδόξων εκκλησιών, και η σκέψη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να μην είναι έτσι μας φαίνεται αλλόκοτη: το «κανονικό» μας φαίνεται αυτονόητο. Είναι εντυπωσιακό όμως το πόσο πρόσφατη είναι αυτή η εξέλιξη.

Ακόμα και ως προς την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, ο προσεκτικός παρατηρητής της εκκλησιαστικής ιστορίας διαπιστώνει ευχερώς ότι κατ’ ουσίαν η πρώτη «κανονική» εκλογή Αρχιεπισκόπου στη νεώτερη Ελλάδα, κατά τα προβλεπόμενα, χωρίς ευθείες κρατικές επεμβάσεις ή ελλειμματικό υπόστρωμα ή κανονικούς αυτοσχεδιασμούς, ήταν αυτή του κυρού Χριστοδούλου μόλις δυο χρόνια πριν την εκπνοή της δεύτερης μετά Χριστόν χιλιετίας, «κανονικότητα» που συνεχίζεται με τον νυν Μακαριώτατο κ. Ιερώνυμο και την εκλογή του στον Αρχιεπισκοπικό σταυρό το 2008.

Το επαναλαμβάνουμε, αυτές είναι οι πρώτες δύο αναμφισβήτως «κανονικές» εκλογές Αρχιεπισκόπων Αθηνών στη δύο αιώνων ιστορία του νέου κράτους…

Από ποικιλία πληγών και σκιών του παρελθόντος υπέφερε και η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης ως προς τη διαδοχή της λόγω ευρύτερων ιστορικών, πολιτικών και εκκλησιαστικών συνθηκών.

 

1968: Η Χούντα των Συνταγματαρχών εκθρόνισε, με τη συνέργεια της αντικανονικής «αριστίνδην» συνόδου, αντικανονικά και παράνομα τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα Α΄ (Παπαγεωργίου). Στο ίδιο αντικανονικό πλαίσιο τοποθετήθηκε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, από το 1968 έως την πρώτη της δικτατορίας το 1974, ο Λεωνίδας (Παρασκευόπουλος). Τον Ιούλιο του 1974 κηρύχθηκε έκπτωτος, μαζί με άλλους ιεράρχες που είχαν τοποθετηθεί αντικανονικώς επί δικτατορίας και ηρνούντο να αναγνωρίσουν τον νέο Αρχιεπίσκοπο και τη Σύνοδο.

 

1974: Στις 13 Ιουλίου του 1974 εκλέγεται ο, από Σάμου και Ικαρίας, Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Β΄ (Χρυσοφάκης). Σε ένα πλαίσιο κοινό, με διαφορετικές διαβαθμίσεις ανά επισκοπή, στις εκκλησιαστικές επαρχίες που βρέθηκαν στην αλλόκοτη διφυΐα έκπτωτου, τοποθετημένου από την αριστίνδην Σύνοδο της χούντας μητροπολίτη και νέου, εκλεγμένου από την μεταπολιτευτική Σύνοδο ποιμενάρχη (με τη Λάρισα να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα), υφίστατο έντονη αντίσταση, με κραυγές όπως «ανάξιος» ή «μοιχεπιβάτης» από όσους θεωρούσαν τότε ότι ο «κανονικός» μητροπολίτης Θεσσαλονίκης συνέχιζε να είναι ο (αντικανονικά τοποθετημένος) άμεσος προκάτοχός του.

2004: Η διαδοχή στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης μετά την κοίμηση του Παντελεήμονος Β΄ το 2003 έρχεται στο επίκεντρο της μεγάλης κρίσης ανάμεσα στην Εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη. Η απόφαση του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών να προχωρήσει στο «μεταθετό» ζητώντας την εκλογή του τότε Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης (αλλά και των νέων Μητροπολιτών Σερβίων και Ελευθερουπόλεως), χωρίς τη συναίνεση και συμφωνία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και χωρίς να έχει πρώτα αποσταλεί ο κατάλογος των υποψηφίων Νέων Χωρών στο Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά τα οριζόμενα στον Καταστατικό Χάρτη, δημιούργησε σημαντικές αντιδράσεις μέσα στην ίδια τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, με αποχώρηση σειράς μητροπολιτών από τη συνεδρίαση, αλλά και την απόφαση Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου για προσωρινή διακοπή κοινωνίας με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και διαγραφή του ονόματός του από τα Δίπτυχα. Χάριτι Θεού, ήταν ακριβώς η έκτοτε θυσιαστική και αγαπητική ποιμαντορία του Μητροπολίτου Ανθίμου στη Θεσσαλονίκη, διαρκείας δύο δεκαετιών, που έχει απωθήσει αυτό το ρήγμα στα άδυτα της μνήμης, ή λήθης της.

Το γεγονός παραμένει: η εκλογή του νέου Μητροπολίτου, κ. Φιλοθέου, στη συμβασιλεύουσα πόλη είναι η πρώτη απολύτως κανονική εκλογή ποιμενάρχη Θεσσαλονίκης εδώ και πολύ, πολύ καρό — χωρίς κρατικές παρεμβάσεις όπως κάποτε, χωρίς ρήγμα και κρίση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο όπως πιο πρόσφατα, με αδιαμφισβήτητη από τον οποιονδήποτε τήρηση της κανονικής τάξης, σε αγαστή συνεργασία Αθηνών και Φαναρίου.

Και αυτή η «κανονικότητα» των εκλογών μητροπολιτών επί Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, μετά από δεκαετίες πολυτάραχου ελληνικού ιστορικού, πολιτικού και εκκλησιαστικού βίου, συνιστά σίγουρα μια διακριτική αλλά σημαντική ψηφίδα στην κληρονομιά του.

Είησαν πολλά τα έτη του Σεβασμιωτάτου κ. Φιλοθέου!

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.