ΠΑΝ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ- Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών.

Διελθόντος του μηνός Μαρτίου, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο μήνας αυτός είναι θαυμαστώς αρμοσμένος με ικανά «σημεία» από την αγγελική επί γης ζωή του Αγίου Παϊσίου.

Αν και όλος ο βίος του Αγίου Παϊσίου ήταν θαυμαστός και ο ίδιος ήταν «θεοφόρος ασκητής και πολυχαρισματικόν όργανον της Παναγίας Τριάδος» (ως γέγραπται στην Πατριαρχιακή και Συνοδική Πράξη αναγραφής του στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας), εν τούτοις και τον ως άνω μήνα αξιώθηκε θείων σημείων και προσωπικών γεγονότων.

Αφορμή για το μικρό αυτό κείμενο υπήρξε ένα περιστατικό που αναφέρεται στον Άγιο Παΐσιο, ότε υπηρετούσε (με το όνομα Αρσένιος Εζνεπίδης) την στρατιωτική του θητεία ως ασυρματιστής και περιέχεται στο εξόχως υπέροχο και μοναδικώς ακριβές βιβλίο για τον βίο του Αγίου, το οποίο συνέγραψε η Αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», την οποία, ως εις τον πρόλογο αυτού αναγράφεται, «επί είκοσι οκτώ έτη την καθοδηγούσε και ποικιλοτρόπως την ευεργέτησε» («Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδ. του ως άνω Ιερού Ησυχαστηρίου, Βασιλικά Θεσ/κης, 2015).

Αναφέρεται, λοιπόν, στο βιβλίο (όπ.π., σελ. 80), ότι ο διοικητής του τον είχε στείλει στη Ναύπακτο προς επισκευή των ασυρμάτων. Επιστρέφοντας στη μονάδα του, ημέρα Παρασκευή κατά το σούρουπο, πέρασε έξω από μία Εκκλησιά, που την ώρα εκείνη γινόταν η Ακολουθία των Χαιρετισμών. Ο Άγιος Παΐσιος αν και λαχταρούσε να μπεί στην Εκκλησία και να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας, ήταν αδύνατο να το κάνει γιατί δεν μπορούσε να αφήσει έξω έστω και επ’ ολίγον αφύλακτους τους ασυρμάτους. Τότε, τον έπιασε το παράπονο και μονολογούσε: «Παναγία μου, πως κατήντησα έτσι; Να έχω πέντε μήνες να πάω στην Εκκλησία!» Και έκλαιγε σαν μικρό παιδί».

Και το γεγονός είχε λάβει χώρα στις 11 Μαρτίου 1949, ημέρα Παρασκευή, της πρώτης εβδομάδος της Τεσσαρακοστής, ότε τελείτο στις Εκκλησίες η Α΄ Στάση των Χαιρετισμών. Κατ’ ευτυχή, και θεία (;) σύμπτωση, και φέτος η Α΄ Στάση των Χαιρετισμών συνέπεσε, πράγμα μάλλον σπάνιο, την ίδια ακριβώς ημερομηνία με αυτήν του Αγίου Παϊσίου: 11 Μαρτίου 2022!

Εξάλλου, ίδιο μήνα Μάρτιο και συγκεκριμένα στις 27 Μαρτίου 1954, ο μοναχός της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου Αρσένιος «εκάρη μοναχός με ρασοευχή, και έλαβε το όνομα Αβέρκιος» (όπ.π., σελ. 125). Μάλιστα αναφερέται στο πάνυ υπέροχο ως άνω βιβλίο της Αδελφότητας, ότι ο Ηγούμενος της Μονής βλέποντας την πολύ μεγάλη αγωνιστικότητα του δόκιμου μοναχού Αρσένιου, παρότι οι δόκιμοι έμεναν ως δόκιμοι ένα έως τρία χρόνια, «μετά από επτά μήνες του πρότεινε να τον κάνη κατ’ ευθείαν μεγαλόσχημο [μοναχό]». Όπερ, όμως, δεν δέχτηκε ο ταπεινός Αρσένιος, και έτσι εκάρη απλός μοναχός.

Στις 3 του ιδίου μήνα Μαρτίου 1957, στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, ο πατήρ Αβέρκιος «έγινε σταυροφόρος μοναχός με το όνομα «Παΐσιος» (όπ.π., σελ. 147). Ανάδοχος στην κουρά του, ήταν «ο γερο-Σάββας, ένας ευλαβέστατος Γέροντας που ζούσε πενήντα χρόνια στην Μονή». Το όνομα «Παΐσιος» το πρότεινε ο συντοπίτης του Αγίου Παϊσίου, ο παπα-Συμεών, ο οποίος ως Φαρασιώτης ήθελε με αυτόν τον τρόπο να τιμήσει τον Φαρασιώτη Επίσκοπο Παΐσιο Β΄.

Ακόμη, μήνα Μάρτιο 1967, ο Άγιος Παΐσιος επέστρεψε στην Σκήτη των Ιβήρων όπου μόναζε (Ιβηρητική Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου), μετά την πολύ δύσκολη εγχείρηση στην οποία υπεβλήθη στους πνεύμονες σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης (όπ.π., σελ. 276). Όμως, παρότι ήταν σε ανάρρωση επέδειξε τεράστια φροντίδα για να βρεθεί «λύση στο μακροχρόνιο πρόβλημα των Αδελφών» που ήθελαν να βρουν έναν τόπο για ανέγερση Μονής, και τον βρήκαν με την αμέριστη βοήθειά του στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, εκεί που σήμερα είναι η Ιερά Μονή, το Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου και ο τάφος του Αγίου.

Περαιτέρω, στις 29 Μαρτίου 1971, ημερομηνία που η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη των Οσιομαρτύρων Ιωνά και Βαραχησίου (στους οποίους ήταν αφιερωμένος ο Ι. Ν. των Φαράσων) ο προστάτης άγιός του, ο και νονός του, ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, εμφανίσθηκε στον Άγιο Παΐσιο και του παρέσχε μάλιστα έμμεση πληροφορία ότι «είναι αναπαυμένος που τα ιερά του Λείψανα είχαν μεταφερεθεί στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου» (όπ.π., σελ. 314), μετά την ανακομιδή αυτών, μερίμνη του Αγίου Παϊσίου, από την Κέρκυρα.

Τέλος, στις 26 Μαρτίου 1984, όπως μαρτυρείται στο βιβλίο (όπ.π., σελ. 425-426), ενώ ο Άγιος Παΐσιος «προσευχόταν όρθιος μπροστά στις εικόνες του κελιού του, είδε ξαφνικά τον Χριστό και την Παναγία να κινούνται μέσα στις εικόνες Τους, σαν ζωντανοί!» και αμέσως έπεσε να τους προσκυνήσει λέγοντας: «Χριστέ μου, ευλόγησέ με! Παναγία μου ευλόγησέ με!», ενώ ταυτόχρονα πλημμύρισε το κελάκι του «από μία ευωδία τόσο έντονη, ώστε ευωδίαζε ακόμη και το κατασκονισμένο χαλάκι που ήταν μπροστά στο κρεββάτι του».

Υπενθυμίζοντες αυτά που ο Άγιος Παΐσιος είχε γράψει για τον Άγιο Αρσένιο, ότι δηλαδή «είναι φυσικό, νομίζω, να βοηθάη περισσότερο τώρα απ’ ό,τι βοηθούσε όταν ζούσε στην γη, διότι τώρα πια βρίσκεται κοντά στον Ουράνιο Πατέρα και σαν παιδί Του, με παρρησία που είχε αποκτήσει από πριν, μπορεί να παίρνη άφθονη Χάρη και να καταφθάνη αμέσως στους πονεμένους ανθρώπους, για να τους βοηθάη» (Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου, Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, έκδ.Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2016, σελ. 116-117), μπορεί να επικαλούμεθα με πίστη και ευλάβεια τον Θεοφόρο Άγιο Παΐσιο, ο οποίος δεν θα τρέχει με τα πόδια και δεν θα λαχανιάζει, «αλλά [θα] πετάει άνετα σαν Άγγελος από την μιά άκρη του κόσμου στην άλλη και μπορεί να προλαβαίνη όλους τους πιστούς που τον επικαλούνται με ευλάβεια» (όπ.π., σελ. 117).

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.