Στις 26 Ιουλίου 1953, φεύγει από τη ζωή μια από τις πιο ιδιαίτερες προσωπικότητες που σημαδεύουν με τη δράση τους την ιστορία της χώρας στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα, ο Νικόλαος Πλαστήρας.

Γεννιέται το 1883 σε χωριό της Καρδίτσας από γονείς ράφτες και από τα εφηβικά του χρόνια διαφαίνεται η ηγετική του προσωπικότητα, όταν η συμπλοκή του με έναν Τούρκο τον φέρνει κυνηγημένο στον Πειραιά όπου ολοκληρώνει το Γυμνάσιο.

Κατατάσσεται στον στρατό

Το 1903 κατατάσσεται στον ελληνικό στρατό και από εκεί συμμετέχει σε όλες τις μεγάλες μάχες του Ελληνισμού, πάντα στην πρώτη γραμμή, ξεκινώντας από τον Μακεδονικό και Βορειοηπειρωτικό Αγώνα, και στο κίνημα στο Γουδή.

Στους Βαλκανικούς Πολέμους αποκτά από τους συμπολεμιστές το παρατσούκλι «Μαύρος Καβαλάρης» που τον ακολουθεί μέχρι το τέλος της ζωής του. Στον Εθνικό Διχασμό συντάσσεται με το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης, ενώ το 1919 συμμετέχει, επικεφαλής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, στην εκστρατεία της Αντάντ στην Ουκρανία, κατά των Μπολσεβίκων. Στο βιβλίο του «Αναμνήσεις» μεταφέρει τη συγκίνησή του όταν στο ξεκίνημα της εκστρατείας περνά από την Αγία Σοφία: «’Ημιν επί τέλους στην Αγια-Σοφιά! Είδα το ωραιότερο παιδικό μου όνειρο να γίνεται πραγματικότης! Πριν από εξήμιση χρόνια ξεκίνησα από τη Μελούνα, ανθυπολοχαγός, με τη μικρή ελπίδα πως μπορώ να δω τη Θεσσαλονίκη! Και τώρα, ύστερα από τόσους αγώνας και δεκάδας μαχών, να είμαι στην Αγια-Σοφιά, και μάλιστα να μπω μέσα αφού επήδησα πάνω από Τούρκους στρατιώτας!».

Μάιο του 1919 επιβιβάζεται με το σύνταγμά του στη Σμύρνη κι ένα χρόνο μετά ξεκινά τις επιθετικές ενέργειες στο μικρασιατικό μέτωπο, φτάνοντας μέχρι τις παρυφές της Αγκυρας τον Αύγουστο του 1922.

Επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα αποκτά ενεργότερο ρόλο στον ταραγμένο πολιτικό στίβο της περιόδου, αλλά μη γνωρίζοντας το αντικείμενο κάνει αρκετά λάθη, κάτι που δεν αρνείται να παραδεχτεί: «…Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας τα διήλθομεν στα ακραία ελληνικά σημεία εν μέσω σκληροτάτων αγώνων καθ’ ον χρόνoν αυτοί διήγον εις τα πόλεις βίον εν μέσω χλιδής και διασκεδάσεων. Τας πράξεις μας τα διέπει περισσότερον η λογικήν της καρδίας και της σκοπιμότητας και ολιγότερων η λογική των θεωριών».

Προκαλεί φιλο-βενιζελικά στρατιωτικά κινήματα, αντιτίθεται στη δικτατορία Μεταξά, ενώ στην περίοδο της γερμανικής κατοχής παραμένει εξόριστος στη Γαλλία. Μεταπολεμικά αποκτά καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις, συμμετέχει στη Συμφωνία της Βάρκιζας, ενώ ως πρωθυπουργός δύο κεντρώων κυβερνήσεων επιχειρεί να μετριάσει τις μετεμφυλιακές συνέπειες.

Ο «Μαύρος Καβαλάρης» των Βαλκανικών Πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας διατηρεί τον δωρικό τρόπο ζωής του ακόμα και όταν φτάνει στο ανώτερο πολιτειακό αξίωμα του πρωθυπουργού, όπου αποκτά, εκτός του στρατού, ένα ακόμη «παράσημο» μένοντας στην ιστορία ως «Ο φτωχός πρωθυπουργός». Oσοι τον ζουν από κοντά αφηγούνται πολλά περιστατικά της άμεμπτης ηθικής του στάσης.

Κατ’ αρχάς, ο ίδιος απαγορεύει στα συγγενικά του πρόσωπα να χρησιμοποιούν το όνομά του για ίδιον όφελος. Oταν ο άνεργος αδελφός του κάνει αίτηση στην εταιρία «ΦΙΞ» για να προσληφθεί ως οδηγός, λέγοντας μετά από πιέσεις το όνομά του, τελικά προσλήφθηκε, παρακαλώντας να μη φτάσει το γεγονός ποτέ στον αδελφό του. Oταν ο τελευταίος το πληροφορείται, απαιτεί, και τελικά πετυχαίνει, την παραίτησή του λέγοντάς του: «Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου». Επειδή ο ίδιος μένει πάντα σε νοίκι, κάποιος φίλος του παίρνει την πρωτοβουλία να ζητήσει από μια τράπεζα δάνειο για να αποκτήσει, επιτέλους, δικό του σπίτι. Ο διοικητής της τράπεζας εγκρίνει άμεσα, περιχαρής, το δάνειο, αλλά όταν το γεγονός φτάνει στον Πλαστήρα αυτός σχίζει την έγκριση λέγοντας:

«Με τι μούτρα, ρε, θα βγω στον δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;». Αρνήθηκε να βάλει ακόμα και τηλέφωνο λέγοντας: «Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;».
Επιστρέφει χρυσό στιλό που του στέλνει ο εκδότης Δημήτρης Λαμπράκης, λέγοντας: «Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στιλουδάκι μου. Δεν θέλω δώρα, γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα». Ως πρωθυπουργός ζει σε ένα μικρό σπίτι με ελάχιστα αντικείμενα, ενώ κοιμάται σε στρατιωτικό ράντζο. Oταν τον επισκέπτεται εκεί η βασίλισσα Φρειδερίκη ρωτώντας γιατί το κάνει αυτό, απαντά: «Συνήθισα, μεγαλειοτάτη, από τον στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ».

Σε αυτό το σπίτι τον επισκέπτεται τις τελευταίες ημέρες της ζωής του και ο μεγάλος πολιτικός του αντίπαλος Αλέξανδρος Παπάγος. «Νίκο, γίνε γρήγορα καλά για να μου κάνεις γερή αντιπολίτευση και να με ρίξεις», «Μη σε νοιάζει, θα σηκωθώ και θα σε φάω». Φεύγοντας από τη ζωή το 1953 δεν αφήνει πίσω του σπίτια και τραπεζικές καταθέσεις, παρά μόνο 216 δρχ. στην προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, δέκα δολάρια και μια προφορική διαθήκη: «Ολα για την Ελλάδα»…

«Στρατηγός» και στον αθλητισμό

Εκτός της στρατιωτικής και πολιτικής του δράσης, μια λιγότερη φωτισμένη πλευρά του Νικολάου Πλαστήρα είναι η αγάπη του για τον αθλητισμό και τους αθλητές, κάτι ιδιαίτερα περίεργο για τον ασκητικό του χαρακτήρα, την εποχή και τη θέση του. Το φημισμένο του 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, γνωστό και ως «στρατός του Σατανά», συγκεντρώνει ανάμεσά του κάποιους από τους σημαντικότερους πρωταθλητές της εποχής.

Ο Πλαστήρας αισθάνεται μάλιστα την ανάγκη, ως δείγμα ιδιαίτερης εκτίμησης, να αποκαλεί τους αθλητές με ξεχωριστό διακριτό τρόπο, όπως «κύριε», έστω κι αν είναι απλοί φαντάροι. Ενδεικτικά, σε επιστολή που στέλνει σε αθλητή φαντάρο στο Αφιόν Καραχισάρ τον αποκαλεί «κύριον Καραμπάτην» και του αναφέρει πως του δίνει άδεια ώστε να συμμετάσχει σε αθλητικούς αγώνες. Σε όλη τη διάρκεια των εκστρατειών σε Ουκρανία και Μικρά Ασία, δημιουργεί γήπεδα ώστε να αγωνίζονται οι αθλητές-φαντάροι του Συντάγματός του.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή βοηθά με κάθε τρόπο ξεριζωμένους προσφυγικούς συλλόγους και αθλητές στην προσαρμογή τους στη νέα σκληρή πραγματικότητα. Το ίδιο κάνει φυσικά και σε πολλούς άλλους αθλητικούς συλλόγους και ομοσπονδίες της χώρας.

Δεν είναι τυχαίο ότι με τον θάνατό του ψηφίσματα συμπαράστασης βγάζουν οι ΣΕΓΑΣ, ΕΠΟ, καθώς και πολλά, ευεργετημένα απ’ αυτόν, σωματεία της πρωτεύουσας και επαρχίας. Ενδεικτικά, η ανακοίνωση της ΕΠΟ αναφέρει: «Ο στρατηγός Πλαστήρας, πέρα από την εθνικήν του δραστηριότητα, υπήρξε ο οραματιστής διά την εξέλιξιν του ελληνικού αθλητισμού, αλλά και αρωγός εις έργα υποστήριξής του. Κάθε αθλητικήν εκδήλωσιν τον εύρισκε πρώτον παραστάτην. Επίστευεν εις την αθλητικήν ιδέαν και την αποστολήν του αθλητισμού».

Φτάνοντας στην Βασιλεύουσα των Πόλεων για ανεφοδιασμό, το ατμόπλοιο θα αγκυροβολήσει πλάι στο θωρηκτό «Αβέρωφ», το οποίο ναυλοχούσε εκεί στο πλαίσιο της στρατιωτικής συμμαχικής παρουσίας στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα από την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου, το 1918.

Λίγο πριν το ατμόπλοιο που τους μετέφερε μπει στην Πόλη, ο Πλαστήρας έδωσε διαταγή η σαλπιγκτές να σημάνουν το εμβατήριο της σημαίας. Με το που έφτασαν αντίκρυ της Αγίας Σοφίας, όλοι οι άνδρες του Συντάγματος που βρισκόταν στο κατάστρωμα εκείνη την στιγμή, δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα δάκρυά τους απέναντι στο θέαμα το οποίο ξυπνούσε μέσα τους τον ένδοξο Βυζαντινισμό.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.