1. Από τήν «επαρχία τού Βαρδάρη» στήν «Βόρεια Μακεδονία».

Στήν περιοχή τής γείτονος χώρας μέ πρωτεύουσα τά Σκόπια ζούσαν στήν αρχαιότητα διαδοχικά Έλληνες καί Ρωμαίοι, ενώ επί Ρωμανίας (Βυζαντίου) άρχισε από τόν 6ο αιώνα νά εποικίζεται από Σλαβικά φύλα.

Toύ Βασίλειου Ευσταθίου,Δρ. Φυσικού, Θεολόγου

Στά τέλη τού 19ου αιώνα μέ αρχές τού 20ου ανάμεσα στούς Σλάβους τής ευρύτερης περιοχής κάνει τήν εμφάνισή του ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός, ο οποίος στήν συνέχεια, μέ τήν γεωγραφική διάσπαση τής περιοχής τής Μακεδονίας ανάμεσα σέ Ελλάδα, Σερβία καί Βουλγαρία κατά τούς Βαλκανικούς πολέμους, υποστηρίχθηκε από τήν κομμουνιστική κίνηση τής περιοχής. Από τό 1929 έως τό 1941 η περιοχή αποτελούσε μιά από τίς επαρχίες τής Γιουγκοσλαβίας μέ τό όνομα «επαρχία τού Βαρδάρη» (Μπανόβινα Βαρντάρσκα).

Μετά τόν Β΄ΠΠ, ως καρπός τού σλαβομακεδονικού εθνικισμού, η ομόσπονδη δημοκρατία τής Γιουγκοσλαβίας πού ιδρύθηκε στήν περιοχή έφερε τό όνομα «Σοσιαλιστική Δημοκρατία τής Μακεδονίας», πού περιείχε γιά πρώτη φορά τό όνομα τής Μακεδονίας. Μέ τήν διάλυση τής Γιουγκοσλαβίας τό 1991 η δημοκρατία στήν περιοχή αυτή μετατράπηκε σέ ανεξάρτητο κρατίδιο πού διεκδικούσε πλέον στό σύνταγμά του τό όνομα Δημοκρατία τής Μακεδονίας, άν καί στόν ΟΗΕ έφερε τό όνομα Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία τής Μακεδονίας. Τελικά στίς Πρέσπες στίς 17 Ιουνίου τού 2018 οι τότε κυβερνήσεις τής Ελλάδας καί τού γειτονικού κρατιδίου συμφώνησαν στήν μετονομασία τού δεύτερου σέ «Δημοκρατία τής Βόρειας Μακεδονίας». Κατά τήν συμφωνία αναγνωρίζεται ουσιαστικά η σλαβική καταγωγή τών «Μακεδόνων» τής «Βόρειας Μακεδονίας» καί ότι δέν έχουν καμιά σχέση μέ τούς αρχαίους κατοίκους τής περιοχής, τούς αρχαίους Μακεδόνες, μέ τούς οποίους έχουν σχέση βέβαια οι Μακεδόνες μέ ελληνική καταγωγή από τήν περιοχή τής Μακεδονίας στήν Ελλάδα, οι οποίοι είναι απόγονοί τους καί κληρονόμοι τής ιστορίας τους.

2. Από τό εκκλησιαστικό σχίσμα στήν αποκατάσταση τής κοινωνίας.

Από τά δύο περίπου εκατομμύρια πληθυσμό πού έχει η γειτονική χώρα, τό 64,7% δηλαδή περίπου τά 1,3 εκατομμύρια είναι βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ενώ τό υπόλοιπο ποσοστό είναι κυρίως Μουσουλμάνοι (33.3%). Η Ορθόδοξη Εκκλησία τής γειτονικής αυτής χώρας ιδρύθηκε τό 1958 μετά τήν διάσπαση τριών νοτιότερων μητροπόλεων τού Πατριαρχείου Σερβίας έχοντας καθεστώς αυτονομίας, από τό οποίο όμως θέλησε νά ανεξαρτητοποιηθεί πλήρως τό 1967 καί νά ανακηρύξει τό αυτοκέφαλο καθεστώς της μονομερώς, γεγονός πού τήν οδήγησε νά περιέλθει σέ σχίσμα. Τελικά τό Πατριαρχείο Σερβίας χωρίς νά μπορέσει μέ τό διάλογο νά λύσει τό ζήτημα μέ τήν σχισματική Εκκλησία μέχρι τό 2005, προχώρησε τότε στήν ίδρυση νέας αυτόνομης τοπικής Εκκλησίας μέ τό όνομα «Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αχρίδος».

Ο επικεφαλής τής νέας εκκλησιαστικής δομής Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωάννης άρχισε νά σέρνεται στίς φυλακές από τίς αρχές τής γειτονικής χώρας αρχικά ως κατηγορούμενος γιά υποκίνηση εθνοτικού καί θρησκευτικού μίσους εντός αυτής, ενώ στήν συνέχεια μέ άλλες κατηγορίες (υπεξαίρεσης δωρεάς). Τελικά τό 2015 αποφυλακτίστηκε οριστικά και μετέβη στήν Ρωσία γιά αποθεραπεία, γιατί μέσα στήν φυλακή η υγεία του είχε κλονιστεί.

Στίς 9 Μαΐου 2022 τό Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε καί δέχθηκε σέ εκκλησιαστική κοινωνία τήν πρώην σχισματική Εκκλησία τής γειτονικής χώρας, γεγονός πού είχε δρομολογηθεί νά γίνει καί από τό Πατριαρχείο Σερβίας, όπως καί έγινε στίς 16 Μαΐου 2022. Η θέση τού μέχρι τότε κανονικού Αρχιεπισκόπου Αχρίδος Ιωάννη μετά από τόσα πού υπέφερε στήν διακονία τού Πατριαρχείου Σερβίας έμεινε απροσδιόριστη, κάνοντας μόνο υπακοή στήν νέα απόφαση τού Πατριαρχείου Σερβίας καί βρισκόμενος παρόν στά συλλείτουργα πού ακολούθησαν αμέσως μετά τίς επόμενες ημέρες. Στό δεύτερο συλλείτουργο ο Πατριάρχης Σερβίας προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, παραχωρώντας στόν Αρχιεπίσκοπο Αχρίδος Στέφανο «Τόμο Αυτοκεφαλίας», πράξη πού βέβαια δέν έχει αρμοδιότητα νά κάνει καί δέν έχει καμιά κανονική ισχύ, ενώ είναι ασύμφωνη καί μέ τό ανακοινωθέν τής Ιεράς Συνόδου τού Οικουμενικού Πατριαρχείου τής 9ης Μαΐου 2022: «Επαφίησιν εις τήν Αγιωτάτην Εκκλησίαν τής Σερβίας τήν ρύθμισιν τών μεταξύ αυτής καί τής εν Βορείω Μακεδονία Εκκλησίας διοικητικών θεμάτων, εν τώ πλαισίω ασφαλώς τής ιεροκανονικής τάξεως καί εκκλησιαστικής παραδόσεως».

3. «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» ή «Αρχιεπισκοπή Αχρίδος»;

Όμως δέν είναι μόνο αυτό. Η Ιερά Σύνοδος τού Οικουμενικού Πατριαρχείου στίς 9ης Μαΐου 2022 αποφάσισε, όπως έγραψε στό ίδιο ανακοινωθέν, καί ότι «Αναγνωρίζει ως όνομα τής Εκκλησίας ταύτης τό “Αχρίδος” (νοουμένης τής περιοχής τής δικαιοδοσίας αυτής μόνον εντός τών ορίων τής επικρατείας τού κράτους τής Βορείου Μακεδονίας), ως υπεσχέθη εγγράφως πρός τό Οικουμενικόν Πατριαρχείον καί ο Προκαθήμενος αυτής, αποκλείουσα τόν όρον “Μακεδονική” καί οιοδήτι άλλο παράγωγον τής λέξεως “Μακεδονία”», σύμφωνα καί μέ τό αίτημα τών 22 Μητροπολιτών τής Μακεδονίας μας μέσα στήν επιστολή τους στίς 19 Δεκεμβρίου 2018. Όμως στίς σχετικές γιά τήν Εκκλησία τής γείτονος χώρας ανακοινώσεις της η Ιερά Σύνοδος τού Πατριαρχείου Σερβίας, όπως καί στίς σχετικές δηλώσεις του ο Πατριάρχης Σερβίας, απευθύνονταν σέ αυτή ως «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία – Αρχιεπισκοπή Αχρίδος».

Παρόλα αυτά στό ανακοινωθέν γιά τίς αποφάσεις της στίς 16 Μαΐου 2022 γράφει ότι κάνει σύσταση στήν Εκκλησία τής γειτονικής χώρας νά επιλύσει τό ζήτημα τής επίσημης ονομασίας της μέ άμεσο αδελφικό διάλογο μέ τίς Ελληνικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Ο Μητροπολίτης Μπάτσκας Ειρηναίος μέ αφορμή τά σχόλια τών Ελλήνων γι αυτή τήν στάση τής Εκκλησίας τής Σερβίας ως πρός τήν ονομασία τής Εκκλησίας τής γειτονικής χώρας, όπως μάλιστα καί τήν έκφραση επίσήμως ενστάσεων καί επιφυλάξεων τής Εκκλησίας τής Ελλάδος γιά τήν χρήση τού όρου «Μακεδονική Εκκλησία» από τήν Εκκλησία τής Σερβίας γιά τήν Εκκλησία τής γείτονος, γράφει περί αυτού μεταξύ άλλων (στό ”Ονόματα και πράγματα”) ότι τό Πατριαρχείο Σερβίας ανέκαθεν δέν συμφωνούσε περί τήν χρήση τού ονόματος αυτού, αλλά: «κατά τόν διμερή μας διάλογον καί κατά τήν ώραν τής επιτεύξεως τής κανονικής καί δι όλους τελεσφόρου επιλύσεως τού προβλήματος δέν ήτο ενδεδειγμένον καί λυσιτελές νά είπωμεν εις τούς συνομιλούντας μεθ ημών αδελφούς (ιεράρχες τής γείτονος χώρας) : δέν σάς δίνομε τό δικαίωμα νά λέγεσθε, όπως διατείνεσθε, ότι λέγεσθε. Ελάτε νά συζητήσωμε πρώτα πώς λέγεσθε…. Ποία θά ήτο η έκβασις; Απλούστατα, ο μέν διάλογος θά είχε τελειώσει πρίν ή αρχίση».

Καί συνεχίζει: «Προκειμένου λοιπόν οι διϊστάμενοι αδελφοί μας νά καταστούν οι εν Χριστώ αυτάδελφοί μας, δέν έπρεπε ποσώς νά ανακινηθή κατά τόν διάλογον τό θέμα τό ονοματολογικόν. Τούτο όμως επ ουδενί σημαίνει, ότι η Σερβική Ορθόδοξος Εκκλησία αίφνης, στά καλά καθούμενα, ήλλαξε τήν επί δεκαετίας τηρηθείσαν στάσιν της καί μετετράπη εις θιασώτην καί συνήγορον τού υπό τών ανακτηθέντων αδελφών ποθουμένου καί επιδιωκομένου ονόματος τής Εκκλησίας των.Επομένως, καί όσον αφορά εις τό συγκεκριμένον ονομαστικόν θέμα, ούτ εισηγείται ούτ επιβάλλει τήν χρήσιν τού ονόματος Μακεδονική Ορθόδοξος Εκκλησία, ή τού ονόματος Αρχιεπισκοπή Αχριδών καί Βορείου Μακεδονίας, ή άλλου τινός παρεμφερούς ονόματος, αλλ ούτε είναι εις θέσιν νά άπαγορεύση τήν χρήσίν του εις τούς έως άρτι εχομένους αυτού.

Διά τούς λόγους τούτους θεωρεί τό θέμα ανοικτόν, λυτέον δέ υπευθύνως δι αμέσου καί καλοπροαιρέτου αδελφικού διαλόγου μεταξύ τών ελληνογλώσσων αδελφών Εκκλησιών καί τής Εκκλησίας τής γείτονος χώρας, άνευ αναμίξεως ή παρεμβάσεων τών άλλων κατά τόπους Εκκλησιών. Τούτο ακριβώς τό μήνυμα απηυθύναμεν προφορικώς καί γραπτώς πρός τούς αδελφούς ιεράρχας κατά τόν διάλογόν μας, ενώ ήσαν εισέτι διϊστάμενοι καί ακοινώνητοι, έχον ούτως: Εν ταίς κατά τάς διαρρευσάσας δεκαετίας συνομιλίαις ημών ημείς επεμένομεν, ότι εν τώ πλαισίω τών διορθοδόξων καί πανορθοδόξων σχέσεων υμείς θά απέχητε τής χρήσεως τού ουσιαστικού Μακεδονία καί τού επιθέτου μακεδονικός, χάριν σεβασμού πρός τά αισθήματα καί τάς θέσεις τών ελληνοφώνων ΕκκλησιώνΔεδομένου, ότι εν τώ μεταξύ έλαβε χώραν η διακρατική συμφωνία περί τής επισήμου επωνυμίας τής χώρας υμών (η σύμβασις τών Πρεσπών), δεκτής γενομένης καί διεθνώς, ηγούμεθα, ότι τό ζήτημα τής επισήμου προσωνυμίας τής υμετέρας Εκκλησίας δέν ανήκει πλέον εις τό φάσμα τής ημετέρας μερίμνης καί ευθύνης άρα, τό εκκλησιαστικόν υμών όνομα δέον, όπως αναφανή ως αποτέλεσμα τής συζητήσεως καί συνεννοήσεως υμών μετά τών ελληνογλώσσων αυτοκεφάλων Εκκλησιών…. Η Εκκλησία μας δέν ποιείται επισήμως χρήσιν τού όρου».

Δηλαδή συντέλεσε καί η σύναψη τής συμφωνίας τών Πρεσπών μεταξύ τού ελληνικού καί τού γειτονικού κράτους, δεδομένου καί τού βασικού ζητούμενου τής σωτηρίας τών αδελφών στήν γείτονα τοπική Εκκλησία, ώστε νά υποχωρήσουν στήν απαίτησή τους οι Σέρβοι Ιεράρχες στήν μήν χρήση τού ονόματος «Μακεδονία» καί τών παραγώγων του από τήν γείτονα, χωρίς όμως καί νά τό υποστηρίζουν καί νά τό επιβραβεύουν, αλλά καλώντας τίς εμπλεκόμενες τοπικές Εκκλησίες νά δώσουν τελικά λύση σέ αυτό.

Όμως η Ιερά Σύνοδος τού Οικουμενικού Πατριαρχείου απαιτεί στό ανακοινωθέν της νά μήν χρησιμοποιείται ο όρος «Μακεδονία» καί τά παράγωγά του στό όνομα τής γείτονος Εκκλησίας, σχετικά μέ τό οποίο ο Αρχιεπίσκοπος Στέφανος σέ συνέντευξή του λίγο αργότερα στίς 26 Ιουλίου δήλωσε ότι: «γνωρίζουμε τήν ευαισθησία γιά τό όνομά μας από τίς ελληνόφωνες Εκκλησίες. Επομένως, δέν θά τούς ζητήσουμε νά μάς αποκαλούν μέ ένα όνομα πού δέν τούς αρέσει. Εφόσον είμαστε οι κληρονόμοι τής περίφημης Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, τό νά μάς προσφωνούν μέ αυτό τό όνομα από τήν πλευρά τους, δέν είναι πρόβλημα γιά εμάς. Είμαι όμως πεπεισμένος ότι οι αδελφοί αρχιερείς καί γενικά ο πιστός λαός τού ελληνόφωνου ορθόδοξου κόσμου, θά καταλάβουν ότι δέν μπορούμε νά ονομαζόμαστε τίποτα άλλο εκτός από Μακεδόνες, δηλαδή ότι γιά εμάς, η Εκκλησία μας είναι τόσο Μακεδονική, όσο καί Αχρίδος». Άρα μετά από τέτοιες δηλώσεις δέν μπορούμε νά είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι γιά τήν ικανοποίηση τών όσων ορίζει γιά τήν ονομασία τής Αρχιεπισκοπής Αχρίδος η Ιερά Σύνοδος τού Οικουμενικού Πατριαρχείου. Άλλωστε καταργούνται στήν πράξη αυτά από τήν ίδια τήν ημέρα τής σχετικής ανακοίνωσης τού Πατριαρχείου, μέ τόν ίδιο τρόπο πού παραβιάζεται συνεχώς καθημερινά η συνθήκη τών Πρεσπών, αποκαλώντας συνεχώς σέ επίσημα συμβάντα τό όνομα τής διπλανής χώρας αντί γιά «Βόρεια Μακεδονία» σκέτο «Μακεδονία», όπως καί μέ πολλούς άλλους προκλητικούς τρόπους (βλ. Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Μακεδόνων, www.popsm.gr).

4. Περί τού ονόματος καί τής υποστάσεως τοπικής Εκκλησίας.

Όσο όμως οι ελληνική κυβέρνηση δέν καταγγέλλει διεθνώς τίς παραβιάσεις τής συνθήκης, τηρώντας ευλαβικά από τήν πλευρά της τούς όρους τής συμφωνίας, αυτές δέν αποτελούν κανένα πρόβλημα γιά τήν γείτονα χώρα. Ωστόσο η κατάσταση δέν μπορεί νά είναι η ίδια στήν περίπτωση τών εκκλησιαστικών πραγμάτων καί τής οργάνωσης τών τοπικών Εκκλησιών. Η κάθε τοπική Εκκλησία λαμβάνει τό διοικητικό της σχήμα τού κόσμου τούτου χάριν τής οργανώσεως καί τής ευταξίας μέ σκοπό τήν ειρηνική συνύπαρξη καί ενότητα τών Ορθοδόξων Χριστιανών τών διαφόρων γεωγραφικών τμημάτων, χωρίς όμως νά παύει νά αποτελεί καί από μόνη της τήν Μία, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία, γεγονός πού τήν καθιστά τελικά υπερεθνική.

Τά ονόματα πού λαμβάνουν δέν έχουν στήν πραγματικότητα σκοπό νά τίς χαρακτηρίζουν εθνικά, αλλά γεωγραφικά, όπως καταμαρτυρεί τό: «ουκ ένι Έλλην καί Ιουδαίος, περιτομή καί ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τά πάντα καί εν πάσι Χριστός» (Κολ. 3,11). Γι αυτό άλλωστε καί σέ κάθε τόπο άσχετα μέ τίς εθνικότητες πού μπορούν νά συνυπάρχουν, σύμφωνα μέ τούς ιερούς κανόνες η εκκλησιαστική διοικητική δομή θά πρέπει νά είναι μόνο μία. Άλλωστε ο συσχετισμός τοπικής Εκκλησίας καί έθνους δέν βοηθάει γιά τήν αποφυγή τού εθνοφυλετισμού πού καιροφυλακτεί, αποτελώντας αίρεση καταδικασμένη τό 1872 από τήν Αγία καί Μεγάλη Σύνοδο τού Οικουμενικού Πατριαρχείου. Καί στήν περίπτωση τής γειτονικής χώρας η ταύτιση τού σλαβομακεδονικού εθνικισμού μέ τήν διεκδίκηση τού ονόματος τής Μακεδονίας, όχι μόνο σέ γεωπολιτικό επίπεδο, αλλά καί σέ εκκλησιαστικό, δέν μπορεί νά μήν είναι ευκολονόητη καί πασιφανής.

Όμως εκτός από αυτό υπάρχει καί άλλο ένα κώλυμα μέ τήν χρήση τού ονόματος τής Μακεδονίας στήν ονομασία τής γειτονικής τοπικής Εκκλησίας. Τό όνομα όχι μόνο πρέπει νά τήν χαρακτηρίζει γεωγραφικά, αλλά βέβαια καί νά είναι μοναδικό καί σαφώς διακριτό. Δέν μπορεί μιά Εκκλησία νά έχει τό όνομα ενός τόπου, τό οποίο χρησιμοποιείται καί σέ άλλο τόπο, καθότι ένα ουσιώδες γνώρισμα τής Εκκλησίας είναι η μοναδικότητά της (Πιστεύω: Εις ΜίαΕκκλησία), είτε μιλάμε γιά τήν Εκκλησία γενικώς, είτε γιά μιά τοπική Εκκλησία, τό οποίο πηγάζει από τήν μοναδικότητα τού προσώπου τού Ιδρυτή της καί τήν μοναδικότητα τού ονόματός Του: «διό καί ο Θεός αυτόν υπερύψωσε καί εχαρίσατο αυτώ όνομα τό υπέρ πάν όνομα, ίνα εν τώ ονόματι Ιησού πάν γόνυ κάμψη επουρανίων καί επιγείων καί καταχθονίων, καί πάσα γλώσσα εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού πατρός» (Φιλιπ. 2, 9-11). Όμως τό όνομα «Μακεδονία» ως γεωγραφικός προσδιορισμός, ενώ μπορεί νά χρησιμοποιηθεί καί στήν γειτονική χώρα, αφού ένα μικρό μέρος της στά νότια ανήκει όντως στήν γεωγραφική περιοχή τής αρχαίας Μακεδονίας, ωστόσο τό ίδιο όνομα μπορεί βέβαια νά χρησιμοποιηθεί καί στήν Βόρεια Ελλάδα, αλλά καί σέ ένα μικρό μέρος στά νοτιοδυτικά τής Βουλγαρίας.

Επομένως γεωγραφικά τό όνομα δέν έχει μοναδικότητα γιά νά μπορεί νά χαρακτηρίσει μέ αυτό τόν τρόπο τήν τοπική Εκκλησία τής γειτονικής χώρας, όπως καί καμιάς άλλης, καί πολύ σωστά δέν χρησιμοποιείται μέ αυτό τόν τρόπο ούτε στήν χώρα μας. Αυτό σημαίνει ότι η εκεί χρήση του μέ αυτό τόν τρόπο, ανυπακούοντας στήν ρητή εντολή τής Ιεράς Συνόδου τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, χωρίς κάν νά τό υποψιάζονται τά μέλη τής γείτονος Εκκλησίας, θέτει σέ αμφισβήτηση τήν μοναδικότητά της, καί κατά συνέπεια οδηγεί στήν αστάθεια τής ίδιας τής υπόστασεώς της. Πράγμα πού τελικά αυτό θά καταστήσει καί αδύνατο νά τήν χρησιμοποιήσουν ως τρόπο γέννησης καί εδραίωσης τής εθνικής τους ταυτότητας, όπως πασχίζουν νά πετύχουν (βλ. καί Παρ. Α).

5. Περί τής ονομασίας «Αρχιεπισκοπή Αχρίδος».

Μήπως όμως τελικά η ονομασία «Αρχιεπισκοπή Αχρίδος», πού συμφώνησε τό Οικουμενικό Πατριαρχείο νά έχουν οι γείτονές μας είναι ανεκτότερη; Κατ αρχήν τούς έθεσε καί εδώ έναν άλλο περιορισμό: η περιοχή τής δικαιοδοσίας αυτής νά είναι «μόνον εντός τών ορίων τής επικρατείας τού κράτους τής Βορείου Μακεδονίας» (όπου καί εδώ τό Πατριαρχείο Σερβίας πήρε αντικρουόμενη απόφαση: «δέν προτίθεται νά εξαρτήσει τήν νέα Εκκλησία μέ περιοριστικές ρήτρες σχετικά μέ τό εύρος τής δικαιοδοσίας της στήν πατρίδα της καί στή διασπορά της μετά τήν επίλυση τού καθεστώτος»).

Αυτό επιβαλλόταν γιά νά συνειδητοποιήσουν ότι τά όρια τής Αρχιεπισκοπής τους, καίτοι φέρει τό όνομα τής πάλαι ποτέ Αρχιεπισκοπής Αχρίδος δέν μπορούν νά έχουν βέβαια τήν ίδια εκταση μέ εκείνης τότε, πού εκτεινόταν από τήν Αδριατική μέχρι τήν Μαύρη Θάλασσα. Καί βέβαια δέν μπορούν ούτε νά είναι ποτέ κληρονόμοι αυτής, όπως θεωρούν, καθότι η σύστασή της ήταν Έλληνες, Σέρβοι καί Βούλγαροι, καί όχι μόνο δικοί τους πρόγονοι, ενώ η επίσημη γλώσσα ήταν η ελληνική, όπως καί η πλειοψηφία τής Ιεραρχίας (Δρ. Αλ. Παναγόπουλος, «Η Υπόσταση τής Σχισματικής Εκκλησίας τών Σκοπίων μέσα από μιά Διαβαλκανική καί Εθνική Προσέγγιση»). Υπό αυτά τά δεδομένα καί τίς προϋποθέσεις καί μόνο, η ονομασία Αρχιεπισκοπή Αχρίδος θά μπορούσε νά χρησιμοποιηθεί, καθότι καί ισχύει επιτυχώς ως γεωγραφικός προσδιορισμός, αφού όντως η Οχρίδα βρίσκεται στήν συγκεκριμένη περιοχή (τουλάχιστον ως πόλη, αλλά καί τό μεγαλύτερο μέρος τής ομώνυμης λίμνης), αλλά καί δέν είναι συνδεδεμένη άμεσα καί ουσιαστικά μέ τήν ταυτότητα τών Ελλήνων, όπως είναι τό όνομα καί η ιστορία τής Μακεδονίας.

6. Συμπέρασμα.

Κάθε προσπάθεια από τούς γείτονές μας εξασφάλισης τής ονομασίας τής Μακεδονίας ή παραγώγων της στόν εκκλησιαστικό χώρο, μόνο σέ ένα φοβερό φιάσκο θά μπορούσε νά εξελιχθεί μέ εκκλησιολογικές πνευματικές συνέπειες γιά τό τοπικό ποίμνιο, πού αναπόφευκτα θά μετεξελιχθούν καί σέ εθνικές.

Από τό διαμοιρασμό τού ελληνικού ονόματός μας μέ τούς γείτονες μας, στό βαθμό πού διαφυλάττουμε τίς ιστορικές μνήμες καί τήν εθνική μας συνείδηση ως λαός, δέν έχουμε νά φοβηθούμε τίποτα από αυτούς, πράγμα όμως στό οποίο μάς δυσκολεύει τό ελληνικό κράτος, τόσο μέ τήν ευλαβική τήρηση τής συμφωνίας τών Πρεσπών, χωρίς καμιά διαμαρτυρία καί αντίδραση πρός τούς γείτονές μας, τήν στιγμή πού αυτοί τήν παραβιάζουν καθημερινά καί ασύστολα, οπότε είναι σάν νά αποδέχεται τίς ενέργειές τους καί νά τίς επικροτεί, αλλά καί μέ τήν παρασιώπηση ως καί παραχάραξη σχετικών κεφαλαίων στήν ιστορία πού επιδιώκεται πρωτίστως μέσα στό χώρο τής παιδείας.

Εάν ως λαός δέν αποδεχόμαστε, δέν υποκύπτουμε, δέν αδιαφορούμε, αλλά αποδοκιμάζουμε τέτοιου είδους στάσεις καί συμπεριφορές έκαστης κυβέρνησης, διατηρώντας καί ομολογώντας καθένας μας τήν ιστορική αλήθεια, τότε τίποτα άλλο δέν θά καταφέρουν οι γείτονές μας από τήν προσπάθειά τους νά ζούν καί νά υπάρχουν από κάθε τί ελληνικό, παρά στό τέλος νά νιώθουν μόνο Έλληνες καί νά ξεχάσουν ότι είναι Σλάβοι. Γιατί άν οι πραγματικοί Μακεδόνες θυμούνται καί τιμούν τίς ρίζες τους μέσα στήν ελληνική ιστορία, τότε οι Σλάβοι γείτονές μας ζητώντας όλο καί περισσότερο νά ταυτιστούν μέ τήν Μακεδονία, επειδή τό όνομα αυτό δέν μπορεί νά διαχωριστεί από τήν Ελλάδα, στό τέλος θά ταυτιστούν καί μέ αυτή.

Τά πάντα εξαρτώνται από τόν ελληνικό λαό καί τήν ενεργή καί έμπρακτη αγάπη του γιά τήν ιστορία του καί τήν ταυτότητά του, καί όχι από τούς γείτονές μας πού ψάχνουν απεγνωσμένα νά βρούν ιστορία καί ταυτότητα. Μακάρι τουλάχιστον νά εκτιμήσουν τήν προσπάθειά μας νά τούς βοηθήσουμε στήν πίστη τους καί νά τούς ενισχύσουμε αυτήν, καί νά μήν χάσουν αυτήν τήν ευκαιρία νά αυτοπροσδιοριστούν ως πραγματικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, τήν πιό σημαντική όλων ιδιότητα καί ταυτότητα, χωρίς νά παρασυρθούν από τήν αίρεση τού εθνοφυλετισμού μένοντας πραγματικά ξένοι καί άγνωστοι σέ όλους.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α Περαιτέρω ανάπτυξη περί μοναδικότητας, αλλά καί πληρότητας, τού ονόματος τοπικής Εκκλησίας.

Οι κοινώς ορθοδόξως αναγνωρισμένες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι: 1) τό Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, 2) τό Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, 3) τό Πατριαρχείο Αντιοχείας, 4) τό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, 5) τό Πατριαρχείο Μόσχας, 6) τό Πατριαρχείο Γεωργίας, 7) τό Πατριαρχείο Βουλγαρίας, 8) τό Πατριαρχείο Σερβίας, 9) τό Πατριαρχείο Ρουμανίας, 10) η Εκκλησία της Κύπρου, 11) η Εκκλησία τής Ελλάδος, 12) η Ορθόδοξη Εκκλησία τής Αλβανίας, 13) η Ορθόδοξη Εκκλησία τής Πολωνίας καί 14) η Ορθόδοξη Εκκλησία τής Τσεχίας καί Σλοβακίας. Είναι σαφές ότι όλες οι τοπικές Εκκλησίες (όχι μόνο οι αυτοκέφαλες, αλλά τό ίδιο ακριβώς ισχύει καί στίς αυτόνομες, τίς ημιαυτόνομες, αλλά καί τίς μή αυτόνομες) αντλούν τήν ονομασία τους από τόν γεωγραφικό τόπο πού βρίσκονται, πού σέ όλες τίς περιπτώσεις τών αυτοκέφαλων Εκκλησιών είναι καί τό όνομα τής χώρας ή τής πρωτεύουσας της χώρας, στήν οποία βρίσκονται καί μέ τά σύνορα αυτής τυπικά ταυτίζονται τά όρια δικαιοδοσίας τους, άν καί ουσιαστικά πολλές αυτοκέφαλες Εκκλησίες επεκτείνουν τίς δικαιοδοσίες τους σέ άλλες χώρες πού δέν υπάρχουν αυτοκέφαλες Εκκλησίες ιδρύοντας μή αυτοκέφαλες υπό τήν δικαιοδοσία τους (μοναδική εξαίρεση αυτοκέφαλης Εκκλησίας μέ όρια δικαιοδοσίας αρκετά πιό περιορισμένα από τά σύνορα τής χώρας είναι η περίπτωση τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, όπου τό Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει δικαιοδοσία στά υπόλοιπα τμήματά τής Ελλάδας πού δέν έχει Εκείνη, παρόλο πού βρίσκεται εκτός τού εδάφους τής χώρας μας στήν διπλανή της χώρα). Μοναδική περίπτωση διαφορετικού τρόπου ονομασίας έχουμε γιά τήν «Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία εκτός Ρωσίας», όπου μιά τοπική Εκκλησία δέν αναφέρει στό όνομά της τήν τοποθεσία πού βρίσκεται (η έδρα της είναι στήν Νέα Υόρκη), αλλά μιά τοποθεσία πού δέν βρίσκεται, τήν Ρωσία, πού όμως προέρχεται από αυτή.

Είναι σαφές από τά παραπάνω ότι ιδιαίτερα στήν περίπτωση τής τοπικής Εκκλησίας τού διπλανού μας κρατιδίου, άν αυτή ονομαστεί από τό όνομα τής χώρας σύμφωνα μέ τήν «Συμφωνία τών Πρεσπών» θά έπρεπε νά λέγεται «Εκκλησία τής Βόρειας Μακεδονίας», ενώ άν ονομαστεί σύμφωνα μέ τήν ονομασία τής πρωτεύουσας της θά έπρεπε νά λέγεται «Εκκλησία τών Σκοπίων», όπου σέ καμιά περίπτωση δέν μπορεί νά λέγεται «Εκκλησία τής Μακεδονίας», γιατί απλά δέν υπάρχει αναγνωρισμένη από κανέναν χώρα «Μακεδονία». Εκτός αυτού ταυτόχρονα η Μακεδονία ως τοποθεσία είναι μέρος καί τής Ελλάδος, καί μάλιστα κυρίως μέρος αυτής, οπότε τίθεται ζήτημα περί μή μοναδικότητας τού ονόματος, ένα θέμα πού δέν υπήρχε σέ κανένα από τά ονόματα τών παραπάνω τοπικών Εκκλησιών. Δέν είναι δυνατόν νά μνημονεύουμε στήν ιερή ώρα τής Θείας Λειτουργίας τόν οποιοδήποτε Επίσκοπο τής «Εκκλησίας τής Μακεδονίας» καί νά μήν είναι απόλυτα συγκεκριμένο καί σαφές πού βρίσκεται αυτή η Εκκλησία: στό γειτονικό κρατίδιο μέ πρωτεύουσα τά Σκόπια ή στήν Βόρεια Ελλάδα (γιά νά μήν πούμε καί στήν νοτιοδυτική Βουλγαρία, γιατί γεωγραφικώς υπάρχει καί εκεί μέρος τής Αρχαίας Μακεδονίας). Επειδή ακριβώς η κάθε τοπική αυτοκέφαλη Εκκλησία (όπως αξιώνει νά είναι η γείτονος Εκκλησία) αποτελεί από μόνη της τήν Μία, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία, η μοναδικότητά της θά πρέπει νά αντικατοπτρίζεται καί στό όνομά της. Νά είναι καί αυτό μοναδικό καί νά προσδιορίζει μοναδικά, πού βρίσκεται η Εκκλησία πού τό φέρει, όπου σύμφωνα μέ τούς ιερούς κανόνες σέ ένα τόπο βρίσκεται μόνο μιά τοπική Εκκλησία.

Κάποιος σέ αυτό τό σημείο θά μπορούσε νά πεί στόν αντίλογο «δέν μπορεί καί ένας Επίσκοπος τής Εκκλησίας τής Ελλάδος νά θεωρηθεί ότι ανήκει στό Πατριαρχείο τής Κωνσταντινούπολης, τήν στιγμή πού στήν Ελλάδα βρίσκονται καί τά Δωδεκάνησα καί η Κρήτη τής δικαιοδοσίας του»; Ωστόσο υπάρχει η ουσιαστική διαφορά ότι αυτή η κατάσταση στήν Ελλάδα δέν θά υπήρχε άν τό Οικουμενικό Πατριαρχείο δέν ήταν σέ κατάσταση υποδούλωσης στούς αλλοεθνείς καί αλλόθρησκους τής διπλανής χώρας, από τήν οποία περιμένει ακόμα τήν απελευθέρωσή του, πού δέν μπόρεσε νά έχει ούτε τό 1821, ούτε τό 1922, έχοντας απολύτως κοινή τήν ταυτότητα καί τήν ιστορία μέ τούς υπόλοιπους Έλληνες τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Έν αναμονή αυτής τής απελευθέρωσης παραμένει οικονομικά αυτό τό καθεστώς, ώστε τότε νά μπορέσει νά εφαρμοστεί η κανονική ακρίβεια. Αντίθετα στήν περίπτωση τών γειτόνων μας δέν έχουν καμιά ανάγκη γιά καμιά απελευθέρωση από κανέναν αλλόθρησκο, αλλά τό μόνο πού έχουν ανάγκη είναι νά καταφέρουν νά βρούν όνομα καί εθνική ταυτότητα, πού προσπαθούν νά τήν αποκτήσουν από τούς γείτονες ομόδοξους αδελφούς τους. Όμως η Μακεδονία είναι όνομα καί τής Ελλάδας, αφού από αυτήν τό πήρανε, καί γι΄ αυτό δέν έχει μοναδικότητα γι΄ αυτούς καί επομένως δέν μπορούν νά τό χρησιμοποιήσουν γιά τήν ονομασία τής Εκκλησίας τους.

Μήπως όμως θά μπορούσαν νά έχουν μοναδικότητα τού ονόματος μέ τήν προσθήκη τού προσδιορισμού «Βόρειας» στό όνομα, δηλαδή μέ τήν ονομασία «Εκκλησία τής Βόρειας Μακεδονίας», θεωρώντας ότι η Βόρεια Μακεδονία είναι τό μέρος τής Μακεδονίας πού ανήκει στά όρια δικαιοδοσίας τους, αλλά καί σέ συμφωνία μέ τήν «συνθήκη τών Πρεσπών». Όμως μία τοπική Εκκλησία δέν μπορεί νά έχει τμηματικό όνομα, όνομα πού δείχνει τμήμα, μέρος, αλλά αυτό θά πρέπει νά είναι πλήρες, νά φανερώνει πληρότητα καί ολοκλήρωση, αντικατοπτρίζοντας τό ουσιαστικό γνώρισμα τής πληρότητας, τής ολοκληρίας, τής καθολικότητας πού έχει αυτή ως Σώμα Χριστού κατά τόν Απόστολο Παύλο. Τό Σώμα τού Χριστού δέν μπορεί νά είναι ακρωτηριασμένο καί τμηματικό, αλλά μόνο πλήρες καί ολοκληρωμένο, πού σημαίνει ότι έτσι είναι καί η Εκκλησία Του, μιά αλήθεια πού θά πρέπει νά εκφράζει καί τό όνομά της. Δέν μπορεί νά υπάρχει διαχωρισμός «άνω σώμα» καί «κάτω σώμα» ή «βόρειο σώμα» καί «νότιο σώμα», γι αυτό καί καμιά τοπική Εκκλησία ως τώρα δέν έχει ονομαστεί μέ αυτό τόν τρόπο. Επομένως χρειάζεται μιά άλλη τοπική ονομασία νά χρησιμοποιηθεί γιά αυτήν τήν γειτονική μας Εκκλησία καί σέ αυτή τήν περίπτωση η «Αρχιεπισκοπή Αχρίδος» μπορεί νά είναι κατάλληλη γιά αυτό τόν σκοπό υπό τίς προυποθέσεις πού αναφέραμε παραπάνω.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β – Η Ευαγγελική Αλήθεια σχετικά μέ τήν Μακεδονία.

Ο Κύριος καί Θεός αγαπάει τήν αλήθεια καί δέν θέλει τό ψεύδος, η οποία όσον αφορά τήν Μακεδονία αναφέρεται ξεκάθαρα καί μέσα στίς ελληνικά γραμμένες Πράξεις τών Αποστόλων τού Αποστόλου Λουκά: «καί όραμα διά τής νυκτός ώφθη τώ Παύλω ανήρ τις ήν Μακεδών εστώς, παρακαλών αυτόν καί λέγων διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν» (Πραξ. 16,9). Σέ αυτό τό χωρίο εξιστορείται τό κάλεσμα τού Αποστόλου νά ευαγγελίσει τούς πρώτους Ευρωπαίους περνώντας στήν Μακεδονία, όπου βέβαια δέν βρίσκονταν Σλάβοι, οι οποίοι εμφανίστηκαν στήν ευρύτερη περιοχή μόλις 6 αιώνες αργότερα καί δέν αναφέρονται πουθενά στό Ευαγγέλιο, αλλά Έλληνες ήταν οι πρώτοι αλλοεθνείς πού δέχθηκαν τόν Χριστό, Τόν Οποίο εδίωξαν οι ομοεθνείς Του, καί αυτοί ήταν πού Τόν διέδωσαν αρκετά αργότερα στούς Σλάβους: «Ήσαν δέ τινες Έλληνεςπροσήλθον Φιλίππω τώ από Βηθσαϊδά τής Γαλιλαίας, καί ηρώτων αυτόν λέγοντες κύριε, θέλομεν τόν Ιησούν ιδείνο δέ Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς λέγων ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός τού ανθρώπου» (Ιω. 12,20-23). Γιά έναν από τούς Έλληνες πρόκειται ο «ανήρ», ο «Μακεδών εστώς, παρακαλών αυτόν». Τό Ευαγγέλιο γράφτηκε καί δέν ξαναγράφεται.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ- Σύγκριση μέ τό Ουκρανικό Εκκλησιαστικό Ζήτημα.

Η περίπτωση τού σχίσματος τής Εκκλησίας στό γειτονικό κρατίδιο ήταν ουσιωδώς διαφορετική από τό εκκλησιαστικό πρόβλημα στήν Ουκρανία, καθότι στήν περίπτωση εδώ α) δέν υπήρχαν ανάμεσα στούς σχισματικούς καθηρημένοι, αναθεματισμένοι καί αυτοχειροτόνητοι, β) τό Οικουμενικό Πατριαρχείο δέν επενέβει συγκρουόμενο μέ τό θέλημα τής Σερβικής Εκκλησίας, η οποία είχε ήδη δρομολογήσει νά δεχθεί σέ κοινωνία τήν σχισματική Εκκλησία, καί έτσι δέν εμπλέχθηκαν θέματα δικαιοδοσιών, γ) τό Οικουμενικό Πατριαρχείο δέν χορήγησε αμέσως τό Αυτοκέφαλο καθεστώς, όπως εκ τών πραγμάτων υπήρχε η ανάγκη νά κάνει εξ αρχής στήν Ουκρανία, δ) στό διπλανό κρατίδιο δέν υπάρχει ο μεγάλος διχασμός συνειδήσεων πού υπάρχει στήν Ουκρανία, όπου άλλοι νιώθουν αδέλφια μέ τούς Ρώσους καί άλλοι τούς μισούν, αλλά αντίθετα οι γείτονές μας ζούν μέ ένα κοινό σκοπό: νά οικειοποιηθούν τό όνομα τής Μακεδονίας μας. Τό μόνο πού διαφέρουν είναι στό βαθμό πού τό ζητούν, άλλοι τό κάνουν πιό ακραία, άλλοι είναι πιό συμβιβαστικοί.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.