Ο Άγιος Ευλάλιος Καραβά- Ο Καραβάς του ονείρου.. Μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Κερύνειας, που αναφέρεται και ως κωμόπολη, κατεχόμενο από το 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής, ο παραθαλάσσιος Καραβάς βρίσκεται περί τα 12 χλμ. δυτικά της Κερύνειας. Τόπος πανέμορφος, στολισμένος με όλα τα μύρα και τα χρώματα της υπέροχης Κυπριακής γης, μοιάζει βγαλμένος απ’ το όνειρο ενός αλλοτινού Παραδείσου καθώς τον θαυμάζουμε σε εμβληματικές φωτογραφίες και καρτ ποστάλ της εποχής που προηγήθηκε της εισβολής..

Ο Καραβάς απλώνεται στην παράκτια πεδιάδα της Κερύνειας, σε ένα ήπιο ανάγλυφο με μικρή κλίση προς τη θάλασσα. Το τοπίο είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο σύστημα των μικρών ρυακιών που πηγάζουν από την οροσειρά του Πενταδάκτυλου και χύνονται στη θάλασσα της Κερύνειας, στα βόρεια του χωριού.

Βρίσκεται στην περιοχή του υδροφόρου στρώματος των ασβεστόλιθων του Πενταδάκτυλου. Τα καρστικά φαινόμενα στην περιοχή συνέβαλαν στη δημιουργία μεγάλων υπόγειων δεξαμενών νερού, εκεί όπου οι ασβεστόλιθοι περιβάλλονται από αδιαπέρατα πετρώματα. Οι δεξαμενές αυτές τροφοδοτούν τις μεγάλες πηγές της οροσειράς. Οι κυριότερες από αυτές είναι τα κεφαλόβρυσα της Λαπήθου, της Κυθρέας και του Καραβά. Το κεφαλόβρυσον του Καραβά, που η αξιοποίησή του συνέβαλε στην άρδευση αρκετής έκτασης γης στο χωριό, είχε μέση ημερήσια απόδοση 4.000 κυβ. μέτρων νερού.

Στην περιοχή του χωριού εκαλλιεργούντο, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, τα εσπεριδοειδή (κυρίως λεμονιές), οι χαρουπιές, οι ελιές, τα νομευτικά φυτά, τα σιτηρά, τα λαχανικά και λίγα φυλλοβόλα οπωροφόρα δέντρα. Η έκταση των εσπεριδοειδών, που σύμφωνα με την απογραφή του 1966 ανερχόταν σε 240 εκτάρια (1.793 σκάλες), ήταν η μεγαλύτερη σε ολόκληρη την επαρχία της Κερύνειας. Ωστόσο στα νότια του χωριού υπήρχαν και άγονες ακαλλιέργητες εκτάσεις που καταλαμβάνονταν από άγρια φυσική βλάστηση, όπως το κυπαρίσσι, ο αγριόπευκος, το θυμάρι, η αγριελιά δημιουργώντας ένα τοπίο μοναδικό με θέα την γαλανή θάλασσα του Κυπριακού βορρά.

Ο Καραβάς πριν την τουρκική εισβολή. Στο βάθος ο Πενταδάκτυλος (kypros.org, europeana.eu, ucm.org.cy)

Ο Καραβάς μαζί με τη Λάπηθο, αποτελούσαν τους μοναδικούς αγροτικούς δήμους της επαρχίας Κερύνειας, μέχρι το 1974. Οι κάτοικοι ασκούσαν πριν την εισβολή κατά κύριο λόγο την γεωργία και την κτηνοτροφία, κυρίως αιγοπροβάτων και αγελάδων. Η παράκτια τοποθεσία του Καραβά συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη της αλιείας. Στο χωριό είχε κατασκευαστεί το 1965 αλιευτικό καταφύγιο, που ήταν συνέχεια των άλλων ψαρολίμανων και αλιευτικών καταφυγίων των βορείων ακτών της Κύπρου τα οποία ήσαν εκείνα του Βαβυλά, της Λαπήθου, της Κερύνειας, του Αγίου Αμβροσίου, της Ακανθούς και του Δαυλού.

Η οδική σύνδεση του Καραβά είναι πολύ καλή. Στα βόρεια συνδέεται με τον κύριο δρόμο Λευκωσίας – Μύρτου – Κερύνειας, στα δυτικά με τη Λάπηθο και στα νοτιοανατολικά με τα χωριά Παλαιόσοφος και Μότηδες. Μέχρι το 1974 ο Καραβάς συνδεόταν με καθημερινές γραμμές λεωφορείων με την πρωτεύουσα Λευκωσία.

Το χωριό γνώρισε σταθερή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1973. Σε αυτό συνέβαλε η μικρή απόστασή του από την Κερύνεια, η πολύ καλή οδική του σύνδεση και η γεωργική του ανάπτυξη. Με βάση τα πληθυσμιακά στοιχεία του 1973, ο Καραβάς ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος σε πληθυσμό οικισμός της επαρχίας του μετά την πόλη της Κερύνειας και τη Λάπηθο.

Λόγω της μαγευτικής του τοποθεσίας, μεταξύ βουνού και θάλασσας, και της γειτνίασής του με την πόλη της Κερύνειας, ο Καραβάς άρχισε, πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, να αναπτύσσεται τουριστικά με γοργό ρυθμό. Η μεγαλύτερη τουριστική ανάπτυξη σημειώθηκε στις παραθαλάσσιες περιοχές του χωριού και ιδιαίτερα στις περιοχές των αμμουδιών Λάμπουσα, Άγιος Ανδρέας, Έξι Μίλι και Πέντε Μίλι. Το 1974 ο Καραβάς διέθετε πέντε ξενοδοχειακές μονάδες συνολικής δυναμικότητας 743 κλινών. Πριν από την τουρκική εισβολή εκκρεμούσαν αιτήσεις για άδεια ανέγερσης άλλων τριών ξενοδοχείων και αριθμού διαμερισμάτων, δυναμικότητας 1.500 κλινών.

Αρκετά εξοχικά σπίτια κτίστηκαν γύρω από το χωριό και κοντά στη θάλασσα, μερικά από τα οποία ενοικιάζονταν σε ντόπιους παραθεριστές και ξένους επισκέπτες. Εξ άλλου ο αρχαιολογικός χώρος της Λάμπουσας, το μοναστήρι της Αχειροποιήτου και οι βυζαντινές εκκλησίες του Αγίου Ευλαλίου και της Παναγίας της Γαλατερούσας, μέσα στα διοικητικά όρια του Καραβά, προσέλκυαν αρκετούς Κυπρίους και ξένους επισκέπτες.

Το χωριό «Καραβάς» δεν απαντάται στις πηγές πριν από την περίοδο της τουρκικής κατοχής της Κύπρου (1570/71 κ.ε.) και φαίνεται ότι δεν υφίστατο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και την περίοδο της Βενετοκρατίας. Συνεπώς θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ιδρύθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα αναπτύχθηκε και προόδευσε.

Η παραλία του Καραβά με την εκκλησία του αγίου Ευλαλίου πριν την εισβολή (polignosi.com)

Για την ονομασία του Καραβά υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές: η πρώτη αναφέρει ότι σε ακαθόριστη εποχή στην περιοχή κατοικούσε, πριν τούτο ιδρυθεί, ένας μελαψός ιερωμένος (καρά, δηλαδή μαύρος στην τουρκική, και αββάς, ήσαν οι δυο λέξεις που σχημάτισαν την ονομασία «Καραβάς»). Περισσότερο πιστευτή θεωρείται η δεύτερη εκδοχή που αναφέρει ότι πρώτος κάτοικος στην περιοχή του χωριού ήταν κάποιος τεχνίτης που κατασκεύαζε καράβια (= καραβάς, καραβομαραγκός) ή ίσως κάποιος έμπορος – ιδιοκτήτης καραβιών.

Η παράδοση, που αναφέρει ότι ο Καραβάς πρωτοκτίστηκε από κατοίκους της αρχαίας παραλιακής πόλης της Λάμπουσας οι οποίοι μετακινήθηκαν κάπως προς τα ενδότερα εξ αιτίας των κινδύνων από τις επιδρομές, εάν γίνει αποδεκτή, θα πρέπει να τοποθετήσει χρονικά την ίδρυση του Καραβά πολύ πιο πριν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η Λάμπουσα, διάδοχος της αρχαίας Λαπήθου, βρισκόταν στην ίδια περιοχή αλλά στα παράλια.

Είναι αποδεδειγμένο ότι η περιοχή Καραβά – Λαπήθου ήταν κατοικημένη από τα προϊστορικά χρόνια. Η Λάπηθος αναφέρεται εξ άλλου και σε αρχαίες φιλολογικές πηγές, όπως κι η διάδοχός της πόλη της Λάμπουσας. Στην περιοχή υπάρχουν πολλά αρχαία κατάλοιπα, διαφόρων εποχών. Μάλιστα ο Αθ. Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, τόμος Α’, Αθήνα, 1890, σ. 142) σημειώνει: «… Λείψανα δέ κιόνων καί κιονοκράνων ὑπάρχουσι καθ’ ἅπασαν τήν πόλιν [την αρχαία Λάμπουσα] καί θά ἦσαν ἔτι πλείονα, ἄν οἱ νοτιοδυτικῶς ἐν ταῖς κώμαις Καραβᾷ καί Λαπήθῳ κατοικοῦντες δέν μετεκόμιζον ἐξ’ αὐτῆς τούς καλλιτέρους αὐτῶν, δι’ αὐτῶν κτίζοντες τάς οἰκίας των …».

Άποψη του Καραβά (cyprusalive.com)

Σημαντικά μνημεία στη διοικητική έκταση του Καραβά είναι η εκκλησία της Αχειροποιήτου, που αποτελούσε τον ναό ομώνυμου μοναστηριού, κοντά δε σ’ αυτήν η εκκλησία του Αγίου Ευλαλίου και εκείνη του Αγίου Ευλαμπίου. Άλλες εκκλησίες είναι του Αγίου Ανδρέα (ερειπωμένη), του Αρχαγγέλου Μιχαήλ (ερειπωμένη), του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Νικολάου, των Αγίων Πέτρου και Παύλου, μία δεύτερη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η εκκλησία της Παναγίας Γαλατερούσας, εκείνη της Αγίας Ειρήνης και της Ευαγγελίστριας.

Ο Καραβάς βρίσκεται σημειωμένος στον χάρτη του ντε Μας Λατρί (1862) με ένδειξη πληθυσμού πέραν των 500 ατόμων. Μέσα στα δημοτικά διοικητικά όριά του βρίσκονταν και τα χωριά Μότηδες, Παλαιόσοφος, Φτέρυχα και Ελιά, που αποσχίστηκαν όμως το 1933 και απετέλεσαν χωριστές κοινότητες. Ο Καραβάς είναι ένας από τους αρχαιότερους αγροτικούς δήμους της Κύπρου. Η αίτηση των κατοίκων του Καραβά (κοινή με τους κατοίκους των χωριών Μότηδες, Παλαιόσοφος, Φτέρυχα και Ελιά) για σύσταση δημαρχείου στην περιοχή τους με έδρα τον Καραβά, είχε εγκριθεί από τον τότε Άγγλο ύπατο αρμοστή Ρόμπερτ Μπίνταλφ που, με το υπ’ αριθ. 20/1884 διάταγμά του, ανακήρυξε τον Καραβά σε δήμο στις 7 Ιουνίου 1884.

Παναγία Αχειροποιήτου, Καραβάς (theomitoriko.wordpress.com)

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Καραβάς ευημερούσε, κυρίως εξ αιτίας του διεξαγομένου εμπορίου από την παραλιακή του περιοχή προς τις απέναντι ακτές της Μικράς Ασίας, αλλά και από την επίδοση των κατοίκων του στις καλλιέργειες κυρίως βαμβακιού και λιναριού και την παραγωγή μεταξιού. Άλλο σημαντικό προϊόν της περιοχής ήταν οι ελιές και το λάδι. Κατά τις αρχές του 20ού αιώνα στο χωριό λειτουργούσαν 37 ελαιοτριβεία καθώς και αρκετοί αλευρόμυλοι που χρησιμοποιούσαν το νερό του κεφαλόβρυσου και ήσαν το ίδιο φημισμένοι μ’ εκείνους της Λαπήθου και της Κυθρέας.

Η παράδοση αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 ο πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης επεσκέφθη με τα καράβια του την περιοχή Καραβά – Λαπήθου και φιλοξενήθηκε από τους προκρίτους των δύο χωριών. Αναφέρεται ακόμη ότι οι Καραβιώτες τον εφοδίασαν με ποσότητες τροφίμων. Κατά τις εκτεταμένες σφαγές Ελλήνων ιεραρχών και προκρίτων από τους Τούρκους τον Ιούλιο του 1821, συνελήφθη κι εκτελέστηκε και ο Καραβιώτης δημογέροντας και πλούσιος κτηματίας Χατζηνικόλας Λαυρεντίου, στις 13 Ιουλίου.

Οι φιλοπρόοδοι και εύποροι κάτοικοι του Καραβά είχαν καταβάλει ιδιαίτερες προσπάθειες στον τομέα της εκπαίδευσης, κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πριν ιδρυθεί σχολείο στο χωριό, τα γράμματα διδάσκονταν σε σχολείο που λειτουργούσε στο μοναστήρι της Αχειροποιήτου. Το πρώτο σχολείο μεταφέρθηκε στον Καραβά από την Αχειροποίητο και λειτουργούσε, κατά τον Περιστιάνη, πρώτα στο μετόχι του Κύκκου στην κωμόπολη και το 1863 στο νεοϊδρυθέν κοινοτικό σχολείο, στο οποίο δίδαξαν: ο Αθανάσιος Τριανταφυλλίδης «το Δασκαλούδιν», που χρησιμοποιούσε την αλληλοδιδακτική μέθοδο, ο παπά Δημήτρης Οικονομίδης από τον Καραβά, ο Λάιος, Ελλαδίτης που νυμφεύθηκε στον Καραβά και δίδαξε για 5-6 χρόνια, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος από τη Λάρνακα κι ο ντόπιος Γεώργιος Ψύλλος που δίδαξε για αρκετά χρόνια και μετά την αγγλική κατοχή.

Το λιμάνι της Κερύνειας σε παλαιά φωτογραφία (ucm.org.cy)

Ο Ιωσίας Σπένσερ, πρώτος Άγγλος επιθεωρητής της Παιδείας, στην έκθεσή του μιλά για τον νέο δάσκαλο που συνάντησε στο σχολείο του Καραβά, τον Γεώργιο Κυριακίδη: «Ένας νέος δάσκαλος έφθασε τελευταία για το σχολείο, τον οποίο φαίνεται αγαπούν πολύ οι κάτοικοι. Ήλθεν από την Λάπηθο, η οποία απέχει πάνω από ένα μίλι από τον Καραβά κι έφερε μαζί του στο νέο του σχολείο αρκετούς από τους παλαιούς μαθητές του… Επειδή ο δάσκαλος αυτός φαινόταν δημοφιλής (κι επάξια νομίζω απ’ ό,τι μπόρεσα να κρίνω από τη μονοήμερη γνωριμία), ο Καραβάς χαιρόταν που εξασφάλισε τις υπηρεσίες του, ενώ η Λάπηθος θρηνούσε την απώλειά του… Ο μισθός του Γεώργιου Κυριακίδη είναι 5.000 γρόσια και δωρεάν κατοικία, από τα οποία η εκκλησιαστική επιτροπή πληρώνει 2.000 γρόσια και το μοναστήρι της Αχειροποιήτου 3.000 γρόσια. Οι κάτοικοι του Καραβά δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για την πρόοδο του σχολείου».

Ο Λοΐζος Φιλίππου, πάλι, γράφει ότι αρχικά δίδασκαν στον Καραβά τα στοιχειώδη γράμματα «εἰς τά μαγαζιά καί τάς κατοικίας των μερικοί ἐγγράμματοι κάτοικοι», κι ότι «μεταξύ 1855 και 1863 εχρησιμοποιείτο ως σχολείο το μετόχι του Κύκκου». Το 1865 κτίστηκε το κοινοτικό σχολείο με δαπάνες των κατοίκων του Καραβά. Βιβλία επρομηθεύοντο, μεταξύ άλλων, και με εισαγωγή τους απ’ ευθείας από τη Σμύρνη.

Άγιος Γεώργιος Καραβά – Φορητή εικόνα που επαναπατρίστηκε μετά τον εντοπισμό της στο εξωτερικό, όπου επρόκειτο να πωληθεί παράνομα (ikypros.com)

Μέχρι την ανακήρυξη της Κύπρου σε Δημοκρατία, τη φροντίδα και διαχείριση του δημοτικού σχολείου είχε το εκάστοτε δημοτικό συμβούλιο. Το 1974, χρονιά της τουρκικής εισβολής, λειτουργούσαν στον Καραβά δύο νηπιαγωγεία, δύο αστικές σχολές και η ανωτέρα σχολή αγγλικών και εμπορικών σπουδών.

Στην έκταση που περιλαμβάνεται στη διοικητική περιοχή του Καραβά βρίσκονταν τα γνωστότατα εξοχικά κέντρα Μάρε Μόντε, Ζέφυρος, Πέντε Μίλι, Χρυσός Βράχος, Κλέαρχος, Μέρμεϊτ, Πλατάνια, Ανεμόμυλος, Λάμπουσα, Μύλοι, Πράσινη Κοιλάδα, Φοντάνα Αμορόζα, Τσώρτσιλ, άλλα παραθαλάσσια και άλλα όχι, που εξυπηρετούσαν κατοίκους και επισκέπτες, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών στην περιοχή Καραβά – Λαπήθου άρχισε από τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα και σύντομα έγινε η κύρια καλλιέργεια. Το τοπίο είναι κατάφυτο από εσπεριδοειδή και το ίδιο το χωριό πνιγμένο στο πράσινο. Ο Καραβάς φημιζόταν ιδιαίτερα για τα λεμόνια του και κατά τα τελευταία χρόνια πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, διοργάνωνε «Φεστιβάλ Λεμονιού» κάθε Αύγουστο.

Η παραγωγή εσπεριδοειδών και άλλων προϊόντων, όπως οι ελιές, καθώς και η τουριστική αξιοποίηση των θελγήτρων και του ωραίου φυσικού περιβάλλοντος του χωριού, μεταξύ θάλασσας και βουνού (δύο στοιχείων που συνδυάζονται θαυμάσια), έκανε ανέκαθεν τον Καραβά ένα από τα κυπριακά χωριά που ευημερούσαν, η δε περαιτέρω ανάπτυξή του, από κάθε άποψη, ήταν δεδομένη εάν δεν επραγματοποιείτο η τουρκική εισβολή και η κατοχή, που κατέστρεψε τα πάντα και προσφυγοποίησε όλους τους κατοίκους του.

Τον Ιούλιο του 1974 πραγματοποιήθηκε, αρχικά στην παραθαλάσσια περιοχή του Καραβά, η απόβαση των Τούρκων εισβολέων. Μετά την κατάληψη του χωριού από τους εισβολείς, αριθμός κατοίκων του παρέμεινε εγκλωβισμένος. Τον Οκτώβριο του 1975 οι εγκλωβισμένοι ήταν μόνο 31, ενώ τον Φεβρουάριο του 1976 είχαν παραμείνει 23. Όλοι εκδιώχθηκαν μέχρι τον Αύγουστο του 1976. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν στον Καραβά τόσο Τουρκοκύπριοι από τις νότιες περιοχές της Κύπρου όσο και έποικοι από την Τουρκία. Στο πλαίσιο των προσπαθειών τους για εξαφάνιση των ελληνικών ονομασιών στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, οι Τούρκοι μετονόμασαν το χωριό, το 1975, σε Alsancak που σημαίνει Κόκκινη περιοχή..

Η Λάπηθος από τις βόρειες πλαγιές του Πενταδάκτυλου, σε παλαιά φωτογραφία (city.sigmalive.com)

Ο άγιος Ευλάλιος, Επίσκοπος Λάμπουσας (22 Οκτωβρίου)

«Στο χωριό της γλώσσας μου
τη Λύπη τηνε λένε Λάμπουσα ..»
Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη

Στον πνευματικό ορίζοντα της Εκκλησίας της «Νήσου των Αγίων» σαν άστρο φωτεινό έλαμψε και ο επίσκοπος της παλαιάς βυζαντινής πολιτείας, της ονομαστής Λάμπουσας, ο άγιος Ευλάλιος.

Για τον Άγιο Ευλάλιο πληροφορίες μας δίνουν οι χρονικογράφοι Λεόντιος Μαχαιράς και Φλώριος Βουστρώνιος. Για τον βίο και τη δράση του ως επισκόπου δεν μας αναφέρεται τίποτα. Άγνωστα μας είναι και τα χρόνια που ήκμασε. Όσα εκθέτουμε εδώ, είναι όσα μας λένε δύο τοπικές παραδόσεις και όσα κατορθώσαμε να βρούμε στην ακολουθία του, που δημοσίευσε για πρώτη φορά ο Βυζαντινολόγος ερευνητής κ. Κ. Χατζηψάλτης, στον Θ’ τόμο του Δελτίου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών.

Άγιος Ευλάλιος Επίσκοπος Λάμπουσας (yiorgosthalassis.blogspot.com)

Σε μία τοπική παράδοση πολύ διαδεδομένη αναφέρεται πως ο άγιος αυτός ποιμένας ήταν επίσκοπος στην Έδεσσα της Συρίας. Στην πόλη αυτή φυλασσόταν με πολύ σεβασμό η εικόνα του Αγίου Μανδηλίου, της οποίας η ιστορία έχει περίπου ως εξής: Κατά την εποχή που στην Παλαιστίνη ζούσε και θαυματουργούσε ο Κύριος, στην Έδεσσα υπήρχε ένας βασιλιάς που λεγόταν Αύγαρος. Κάποια μέρα ο βασιλιάς αρρώστησε από λέπρα. Οι γιατροί που τον επισκέφθηκαν στάθηκαν ανίκανοι να του προσφέρουν και την πιο μικρή βοήθεια. Η λύπη του άρχοντα ήταν μεγάλη. Σε αυτή την κατάσταση την απελπιστική μια αχτίνα ελπίδας χύθηκε στην καρδιά του, σαν έμαθε πως στη γειτονική χώρα, την Παλαιστίνη, υπήρχε ένας άνδρας, πρότυπο αρετής και καλοσύνης, που γιάτρευε όλες τις αρρώστιες. Ακόμα ανάσταινε και νεκρούς με έναν και μόνο λόγο Του.

Να μπορούσε να πάει ως εκεί, θα εύρισκε οπωσδήποτε την υγεία του.. Η απόσταση όμως ήταν τόσο μακρινή και η αρρώστια του τόσο βαριά κι οδυνηρή, που του ήταν αδύνατο ν’ αναλάβει ένα τέτοιο ταξίδι. Τι να κάμει λοιπόν; Κάθισε και σκέφθηκε κι αποφάσισε. Έγραψε μια επιστολή και την έδωσε σε μερικούς ανθρώπους δικούς του, να την πάνε στην Παλαιστίνη και να την δώσουν προσωπικά στον μεγάλο θεραπευτή. Σε αυτή του μιλούσε με πόνο για τη δοκιμασία του και τον παρακαλούσε να πάει ο ίδιος στην Έδεσσα, να τον δει και να τον γιατρέψει.

Οι απεσταλμένοι έκαναν όπως τους διέταξε ο βασιλιάς τους. Πήγαν στην γειτονική και ευλογημένη χώρα, βρήκαν τον Θείο Θεραπευτή και Δάσκαλο, τον Ιησού και του επέδωσαν την επιστολή. Κι Εκείνος, αντί να σηκωθεί να πάει στην Έδεσσα, όπως του ζητούσε ο άρρωστος βασιλιάς Αύγαρος, πήρε ένα μαντήλι και με αυτό σπόγγισε τον ίδρωτα από το άγιο πρόσωπό Του. Την ίδια στιγμή στο μαντήλι επάνω αποτυπώθηκε η θεϊκή μορφή Του. Δείχνοντας στους ανθρώπους του βασιλιά την Αχειροποίητη εκείνη εικόνα Του, τους έδωσε το μαντήλι και τους είπε να το πάνε στον άρχοντά τους, κι εκείνος, μόλις θα έβλεπε την εικόνα Του, θα γινόταν αμέσως καλά. Κι έτσι πράγματι έγινε.

Το ιερόν Μανδήλιον (diakonima.gr)

Τούτο το Μανδήλιο, με την Αχειροποίητο εικόνα του Κυρίου Ιησού, φυλασσόταν για πολλά χρόνια στην Έδεσσα μέσα στο βασιλικό παλάτι. Μετά τον θάνατο όμως του βασιλιά ένας από τους διαδόχους του, φανατικός ειδωλολάτρης αποφάσισε να καταστρέψει το ιερό τούτο κειμήλιο. Την ανίερη απόφασή του έκαμε γνωστή στον τότε επίσκοπο της Εδέσσης Ευλάλιο. Κι εκείνος για να σώσει την Αχειροποίητη εικόνα, χωρίς να χάσει καιρό παρέλαβε τη νύχτα κρυφά το Άγιο Μανδήλιο, κι έφυγε απ’ την Έδεσσα.

Όλη νύχτα περπάτησε. Την άλλη μέρα έφτασε στην ακρογιαλιά. Εκεί βρήκε ένα καράβι, το οποίο ταξίδευε για την Κύπρο, και ανέβηκε πάνω σ’ αυτό. Όταν όμως πλησίαζε στην Κύπρο, σηκώθηκε δυνατή τρικυμία. Τα κύματα, βουνά πελώρια, απειλούσαν να το βουλιάξουν. Οι επιβάτες τρομαγμένοι έτρεχαν εδώ κι εκεί μη ξέροντας τι να κάμουν. Κάποια στιγμή ο επίσκοπος Ευλάλιος βγάζοντας από τον κόρφο τον πολύτιμο θησαυρό του, έκαμε το σημείο του σταυρού, άνοιξε με ιερή ευλάβεια το Άγιο Μανδήλιο, το άπλωσε στη φουρτουνιασμένη θάλασσα και εκάθισε απάνω του. Την ίδια ώρα η θάλασσα γαλήνεψε και τα κύματα έφεραν τον επίσκοπο στη Λάμπουσα.

Σαν έφτασε και βγήκε στη στεριά, ο Ευλάλιος φρόντισε και έχτισε εκεί ένα μοναστήρι, στο όποιο και αφιέρωσε το Άγιο Μανδήλιο με την Αχειροποίητη εικόνα του Χριστού. Γι’ αυτό και το μοναστήρι εκλήθη Μονή της Αχειροποιήτου, μια κι η εικόνα του Χριστού που ήταν αποτυπωμένη σε αυτό, δεν είχε γίνει από χέρια ανθρώπου.

Μια άλλη όμως και πάλι Κυπριακή παράδοση μας λέγει, πως ο Ευλάλιος ο επίσκοπος της Λάμπουσας δεν έχει καμιά σχέση με τον ιερό Ευλάλιο τον επίσκοπο της Έδεσσας. Πρόκειται για ένα άλλο άσχετο πρόσωπο, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάμπουσα. Ο άγιος αυτός από μικρό παιδί υπήρξε άνθρωπος του Θεού. Γεννήθηκε από θεοσεβείς γονείς, οι όποιοι και του φύτεψαν στην ψυχή από αυτή την παιδική ηλικία την αγάπη προς τα ιερά Γράμματα και την αρετή. Και τα αποτελέσματα αυτής της ανατροφής δεν άργησαν να φανούν.

Νέος ακόμη ο Ευλάλιος άρχισε να διακρίνεται μέσα στην κοινότητα της Λάμπουσας τόσο για την αγία και παραδειγματική ζωή του, όσο και για την αρετή του. Όταν τέλειωσε τις σπουδές του, οι πιστοί χριστιανοί της πόλεως που θαύμαζαν το σεμνό ήθος και την όλη προσεκτική και ζηλευτή συμπεριφορά του, ζήτησαν από τον τότε επίσκοπό τους να προωθήσει τον πιστό νέο σε διάκονο και πρεσβύτερο.

(saint.gr)

Χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν ιερέας, αλλά σχεδόν αμέσως εκοιμήθη ο γέροντας επισκόπος της πόλεώς του. Κληρικοί και λαϊκοί με μία φωνή εκάλεσαν τον φιλόθεο ιερέα ν’ αποδεχθεί το υψηλότατο στην εκκλησία υπούργημα, το του επισκόπου. Με ταπείνωση και φόβο Θεού ο ευλαβής κληρικός έκυψε τον αυχένα και με ευγνωμοσύνη αποδέχθηκε το θείο χάρισμα του αρχιερέα. Το δέχθηκε και το καλλιέργησε με όλη τη δύναμη και τη φλόγα της αγνής ψυχής του.

Αφού διέπρεψε ως επίσκοπος, σε αρκετά προχωρημένη ηλικία ο μακάριος ποιμήν της Εκκλησίας του Χριστού, «ως ελαία κατάκαρπος» έκλινε την κεφαλή μπροστά στη θεία βουλή και απεδήμησε για τη βασιλεία του Θεού. Ο θάνατός του βύθισε σε βαθιά θλίψη ολόκληρη την περιφέρεια και τη νήσο. Οι άνθρωποι, που ευεργετήθηκαν από την αγάπη και την καλωσύνη του, έτρεξαν απ’ όλα τα μέρη για να τον ιδούν -έστω και κεκοιμημένο- ακόμη μια φορά, να τον ασπασθούν και να λάβουν την ευλογία του. Η μνήμη του τιμάται στις 22 Οκτωβρίου.

Η εκκλησία του αγίου Ευλαλίου

Η ευλάβεια των κατοίκων της δοξασμένης πόλεως της Λάμπουσας έκτισε κοντά στη θάλασσα και σε μικρή απόσταση από την ιερά Μονή της Αχειροποιήτου έναν όμορφο ναό στ’ όνομα του αγίου Ευλαλίου. Ψηφιδωτά δάπεδα που βρέθηκαν εντός και γύρω από την εκκλησία μαρτυρούν ότι εκτίσθη στα ερείπια μικρής παλαιοχριστιανικής βασιλικής.

Ο Άγιος Ευλάλιος Καραβά (φωτ. Ζακ Ιακωβίδης, loukis-kyrenia.blogspot.com)

Η εκκλησία είναι του τύπου του συνεπτυγμένου σταυροειδούς με τρούλο ναού. Η ανωδομή του ναού διαφέρει σημαντικά από τους άλλους γνωστούς ναούς του τύπου αυτού. Αυτό οφείλεται στην καταστροφή των καμαρών και του τρούλου του ναού και την επανοικοδόμηση τους πιθανότατα τον 16ο αιώνα. Κατά τον Κ. Χατζηψάλτη ο ναός του Αγίου Ευλαλίου επισκευάσθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο (1587-1592). Τούτο είναι μάλλον απίθανο διότι η ανωδομή μοιάζει μάλλον μ’ εκείνη των βασιλικών με τρούλο, όπως τα καθολικά των μονών του Αγίου Μάμα στη Μόρφου και του Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο, που κτίσθηκαν στα μέσα του 16ου αιώνα το πρώτο και γύρω στο 1500 το δεύτερο. Πιθανώτατα ο Αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος να έκτισε το νάρθηκα που είναι πράγματι μεταγενέστερος του ναού.

Τα τυφλά τόξα του βορείου και νοτίου τοίχου στηρίζονται σε δύο εντοιχισμένες κολόνες και στο δυτικό και στον ανατολικό τοίχο. Ο τρούλος επικάθηται στην ανατολική και δυτική καμάρα και σε αβαθή τόξα στη βόρεια και νότια πλευρά που βρίσκονται ψηλότερα από τα τυφλά τόξα του νότιου και του βόρειου τοίχου. Έχει εσωτερικές διαστάσεις 12,10 x 4,35 μ. περίπου χωρίς την αψίδα. Η αψίδα έχει χορδή 3,5 μ. και βέλος 1,80 μ. περίπου. Στα δυτικά υπάρχει νάρθηκας που καλύπτεται με οξυκόρυφη καμάρα.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.