Πριν από έναν και πλέον αιώνα οι Έλληνες του Πόντου βίωσαν τον ξεριζωμό, όταν συντελέστηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ού αιώνα: η γενοκτονία των χριστιανών της Μικράς Ασίας. Από τον ποντιακό ελληνισμό αφαιρέθηκε βίαια το δικαίωμα της ύπαρξης, της ειρηνικής κατοχής του εδάφους και του σεβασμού της εθνικής και πολιτιστικής του ταυτότητας, με τη συλλογική μνήμη να καθίσταται κτήμα για ολόκληρες γενιές που βίωσαν την τραγωδία.

Πολλοί επέλεξαν να μιλήσουν στους δικούς τους για όσα πέρασαν, άλλοι όμως αφέθηκαν στον μηχανισμό της λήθης, αφού ορισμένοι Έλληνες του Πόντου έγιναν μουσουλμάνοι και αναγκάστηκαν να δεχτούν τουρκικά ονόματα, συνεχίζοντας έτσι την πολυετή διαδικασία της τουρκοποίησης.

Μια χαρακτηριστική περίπτωση, όπου Τούρκος πολίτης διαπίστωσε ότι ήταν Έλληνας, είναι αυτή του Γιάννη–Βασίλη Γιαϊλάλι, ο οποίος μεγάλωσε ως…«Ιμπραήμ». Γεννήθηκε το 1974 στον οικισμό Γιαϊλά του χωριού Ασάρ στη Σαμψούντα και γαλουχήθηκε με την τουρκο-ισλαμιστική ιδεολογία…Το μέλλον όμως του επεφύλασσε εκπλήξεις, οι οποίες άλλαξαν άρδην την πορεία της ζωής του.

Μιλώντας στον «Φ», ο Γιάννης–Βασίλης Γιαϊλάλι αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία του και εξιστορεί πως από Τούρκος εθνικιστής, ο οποίος ήταν περήφανος για την εχθρότητά του προς τους Κούρδους και τους άλλους αυτόχθονες λαούς της Μικράς Ασίας, «μεταμορφώθηκε» σε ακτιβιστή υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να καταλήξει στα μπουντρούμια του Ερντογάν και από εκεί να διαφύγει στην Ελλάδα, όπου επανασυνδέθηκε με την ελληνική οικογένειά του και τώρα αγωνιζεται για την επανάκτηση του ελληνικού του ονόματος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η Τουρκάλα αναλύτρια που αποκαλύπτει τις τουρκικές θηριωδίες

Aνακάλυψε την καταγωγή του, όταν έπεσε στα χέρια των ανταρτών του PKK στα βουνά του Κουρδιστάν και οι τελευταίοι απείλησαν την οικογένειά του με την ελληνική τους ταυτότητα, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή, ώστε να έρθει αντιμέτωπος με την αλήθεια…που τόσα χρόνια αγνοούσε. Μια αλήθεια, που έχει βάλει ως στόχο να μεταλαμπαδευτεί και σε άλλους Έλληνες του Πόντου, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη την ευκαιρία να γνωρίσουν τα γεγονότα, γύρω από την καταγωγή τους.

Οι Κούρδοι του «άνοιξαν τα μάτια»

«Η οικογένειά μου γνώριζε για την ελληνική καταγωγή μας, αλλά αγνόησε την ταυτότητά μας από φόβο. Μεγάλωσα ως εχθρός όλων, εκτός από τους Τούρκους. Στο σπίτι, στο σχολείο και στις τουρκικές οργανώσεις έκαναν τα πάντα για να μεγαλώσουν εμένα και ανθρώπους σαν εμένα ως φανατικούς Τούρκους εθνικιστές. Εχθρευόμουν τους πραγματικούς μου προγόνους, τους Έλληνες. Ανατραφήκαμε ως εχθροί των Αρμενίων, των Αλεβιτών, των Κούρδων και πολλών εθνοτήτων», αναφέρει αρχικά.

Επισημαίνει ότι ο τρόπος που μεγάλωσε τον οδήγησε στο να ενταχθεί στον τουρκικό στρατό, για να πολεμήσει ενάντια στους Κούρδους τη δεκαετία του 1990. «Διαπράξαμε πολλά εγκλήματα πολέμου ως στρατιώτες της Komanda», παραδέχεται, εξηγώντας ότι «διαπράτταμε όλα αυτά τα εγκλήματα πολέμου, γιατί πιστεύαμε ότι το PKK και οι Κούρδοι ήταν κακοί. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν γνωρίζαμε τι είδους άνθρωποι ήταν, αφού δεν είχαμε ζήσει ποτέ σε κουρδικές περιοχές. Πιστέψαμε σε αυτά, που μας είχε πει το τουρκικό κράτος.»

Εντούτοις, όλα άλλαξαν γι’ αυτόν, όπως αναφέρει, όταν πυροβολήθηκε στο πόδι και συνελήφθη από αντάρτες του PKK. «Αφού έζησα για λίγο με τους Κούρδους αντάρτες, έμαθα πως μας εξαπάτησε το κράτος», εξιστορεί ο Γιάννης-Βασίλης. «Πρώτα έμαθα ότι το PKK πολεμούσε για την απελευθέρωση του κουρδικού λαού. Πήρα πληροφορίες από τους Κούρδους, ανακάλυψα ότι το τουρκικό κράτος προσπαθεί να καταστρέψει τον κουρδικό λαό με τις γενοκτονικές του πολιτικές τον τελευταίο αιώνα και έτσι έκανα στροφή 180 μοιρών», αναφέρει. Ομολογεί ότι «αφού έμαθα όλα αυτά, δεν μπορούσα να προσποιηθώ ότι δεν είχε συμβεί τίποτα και να συνεχίσω να είμαι συμμέτοχος σε αυτά τα εγκλήματα».

Ο αγώνας σε τρια μέτωπα

Έκτοτε, άρχισε εκστρατεία ενημέρωσης για τα εγκλήματα που διέπραξε ο τουρκικός στρατός εις βάρος των Κούρδων, αφού, όπως αναφέρει, ένιωθε ότι είχε χρέος προς τον κουρδικό λαό και αποφάσισε να παλέψει μαζί του. Άρχισε ακόμη να αγωνίζεται, προκειμένου να αποτρέψει άλλους νέους να ενταχθούν στον τουρκικό στρατό και να προβούν σε αντίστοιχες φρικαλεότητες, ενώ παράλληλα ξεκίνησε να δίνει μάχες για τη δικαίωση της οικογένειά του και των συμπατριωτών του.

«Όπως εξήγησα, έδωσα αγώνες σε τρία μέτωπα. Αυτό φυσικά τράβηξε την προσοχή του τουρκικού κράτους. Μέχρι να εγκατασταθώ δίπλα σε Κούρδους χωρικούς, μετά τη σφαγή στο Ρομπόσκι, έγιναν πολλές μηνύσεις εναντίον μου, ενώ έχω συλληφθεί και τεθεί υπό κράτηση πολλές φορές», σημειώνει ο Γιάννης-Βασίλης. «Οργανώσαμε μια πορεία ειρήνης για το Ρομπόσκι, ξεκινώντας από εκεί το 2012 προς την Άγκυρα. Έζησα εκεί μέχρι το 2017, οπότε με συνέλαβε το τουρκικό κράτος και με έστειλε φυλακή. Υποστηρίξαμε την οργάνωση του αγώνα κατά του κράτους στο χωριό Ρομπόσκι», αφηγείται ακολούθως για τη δράση του.

Αναφέρεται στο γεγονός ότι «νέοι δεν ήθελαν να ενταχθούν στον τουρκικό στρατό και έψαχναν για εναλλακτική λύση», επισημαίνοντας ότι «δίνουμε εδώ και χρόνια αγώνα αντιρρήσεων συνείδησης ενάντια στον τουρκικό βάρβαρο στρατό και τελικά μετά από αυτόν τον αγώνα ιδρύσαμε τον Σύνδεσμο Αντιρρησιών Συνείδησης, του οποίου η έδρα είναι η Κωνσταντινούπολη. Πραγματοποιήσαμε εργαστήρια, πάνελ, συνεντεύξεις και παρουσιάσεις σε πολλά μέρη της Τουρκίας για αυτό το θέμα».

Σημειώνει πως όταν έμαθε για την ελληνική του ταυτότητα, ξεκίνησε έρευνες για το θέμα και άρχισε να γράφει άρθρα σε εφημερίδες. Συμμετείχε σε πολλές συνεντεύξεις και πάνελ για τη γενοκτονία των Ποντίων και το 2016, εκατόν χρόνια μετά τη γενοκτονία, διοργάνωσε συνέδριο για τη γενοκτονία στην καρδιά της Άγκυρας.

Σύλληψη για κατασκοπεία και τρομοκρατία

Για τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψή του από τους Τούρκους, αναφέρει: «Το ίδιο διάστημα (2016), σύμφωνα με ανακοίνωση της κυβέρνησης, έγινε απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον της από την κοινότητα Γκιουλέν. Και πάλι, χρησιμοποιώντας την κοινότητα του Γκιουλέν ως δικαιολογία, η τουρκική κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο σε όλη την αντιπολίτευση. Φυσικά, ο πρώτος στόχος του AKP, ήταν οι Κούρδοι και οι φίλοι τους. Μάλιστα, τότε, μετά από πολύ καιρό, κατάφερα να εντοπίσω την οικογένειά μου στην Ελλάδα και να κάνω αίτηση ακόμη και για βίζα στην Ελλάδα».

Εκείνο το διάστημα πλησίαζε η πέμπτη επέτειος της σφαγής στο Ρομπόσκι και έπρεπε να πάρει μια απόφαση. «Αν είχα περάσει στην Ελλάδα, θα μπορούσα να είχα αποφύγει τη σύλληψη, αλλά το τουρκικό κράτος είχε εξαπολύσει μια μεγάλη επιχείρηση γενοκτονίας κατά των Κούρδων και εκείνη την εποχή δεν μπορούσα να εγκαταλείψω τον κουρδικό λαό», εξιστορεί ακολούθως, αφήνοντας με αυτό τον τρόπο να διαφανούν τα συναισθήματα αιώνιας ευγνωμοσύνης, που τρέφει για τους Κούρδους.

«Έτσι επέστρεψα στο κουρδικό χωριό για να προετοιμαστώ για την επέτειο της σφαγής του Ρομπόσκι. Δεν μπορούσα να γυρίσω την πλάτη μου σε έναν λαό που μου έδωσε την ανθρωπιά μου, εντούτοις γνώριζα τι θα μου συμβεί», αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Λίγες μέρες πριν από την επέτειο της σφαγής, εγώ και άλλοι πέντε ακτιβιστές τεθήκαμε υπό κράτηση στο χωριό», σημειώνει. «Αργότερα, σχεδόν όλοι οι φάκελοι, που οδήγησαν στη σύλληψή μου τον Απρίλιο του 2017, άνοιξαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Κατέθεσαν μηνύσεις εναντίον μου για διεθνή κατασκοπεία, για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, προπαγάνδα, υποκίνηση του λαού σε εξέγερση, προσβολή του Μουσταφά Κεμάλ και του τουρκικού έθνους.» Εξηγεί ότι μερικές από τις αγωγές έγιναν εναντίον του, επειδή πολέμησε στο πλευρό των Κούρδων και άλλες λόγω της δράσης του για αναγνώριση της γενοκτονίας του Πόντου.

Μιλώντας για τα δραματικά γεγονότα, που οδήγησαν στη σύλληψή του, αναφέρει ότι «απειλούσαν καθημερινά τους χωριανούς να μας διώξουν από το χωριό, ωστόσο, όταν δεν φύγαμε, με συνέλαβαν και με έστειλαν στις φυλακές του Σιρνάκ στις 21 Απριλίου 2017, αφού έγραψα ένα άρθρο για τη γενοκτονία των Αρμενίων και των Ποντίων». Ακολούθως, τον έστειλαν στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Ελαζίγ, για να καταφέρει να απελευθερωθεί μετά από έναν χρόνο φυλάκισης και ύστερα από βασανιστήρια και συνεχείς επιθέσεις. Τον Ιούλιο του 2018 αφέθηκε ελεύθερος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του, που ήταν προγραμματισμένη για τις 3 Δεκεμβρίου 2018, αλλά ζήτησε και πήρε αναβολή μέχρι τον Φεβρουάριο του 2019.

«Φυσικά, εγχώριες και διεθνείς καμπάνιες είχαν αντίκτυπο στην αποφυλάκισή μου. Ειδικά το γεγονός ότι οι Έλληνες του Πόντου μοιράστηκαν τα αισθήματα αλληλεγγύης τους, γράφοντας συνεχώς επιστολές, ήταν το μεγαλύτερο ηθικό μου στήριγμα», αναφέρει με ευγνωμοσύνη.

Η γνωριμία με την οικογένεια του

To δύσκολο «ταξίδι» της αναζήτησης της οικογένειάς του κράτησε 10 χρόνια. «Όπως προανέφερα», σημειώνει, «το τουρκικό κράτος ανακοίνωσε ότι είμαστε Έλληνες, όταν ήμουν στα χέρια του PKK. Αυτό βέβαια το έκανε για να απειλήσει εμένα και την οικογένειά μου. Από εκείνη την ημέρα ήμουν πραγματικά αποφασισμένος να βρω την οικογένειά μου στην Ελλάδα. Πρώτα ήθελα να βρω την οικογένειά μου για να εκδικηθώ το τουρκικό κράτος, μετά καθώς γνώρισα την οικογένεια, την ταυτότητα και τους ανθρώπους μου, άρχισα να το βλέπω ως καθήκον και όχι ως εκδίκηση», ομολογεί, ενώ αναφέρεται ακολούθως στο πικρά ιστορικά γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία δεκάδες χιλιάδες Έλληνες του Πόντου απήχθησαν και εκτουρκίστηκαν, όπως ο παππούς του.

«Αυτά τα παιδιά έχουν τόσο δικαίωμα στην απελευθέρωση και στην ανάκτηση της ταυτότητάς τους όσο και η οικογένειά μας», επισημαίνει. «Καθώς ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερος και μαθαίνει, αναλαμβάνει και την ευθύνη. Όπως και η δική μου οικογένεια, υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες παιδιά που περιμένουν να απελευθερωθούν και να συναντηθούν με τη δική τους ταυτότητα. Η απελευθέρωσή τους και η συνάντησή τους με την ταυτότητά τους είναι ένα από τα μεγαλύτερα καθήκοντά μας. Θα συνεχίσω να παλεύω για αυτό όσο ζω», αναφέρει με αποφασιστικότητα και πόνο ψυχής ο Γιάννης-Βασίλης.

Ο αγώνας για ανάκτηση του οικογενειακού ελληνικού ονόματος

Μετά την αποφυλάκισή του κι όταν αντιλήφθηκε ότι θα ξαναπήγαινε φυλακή, μετέβη παράνομα στην Ελλάδα και ζήτησε άσυλο από το ελληνικό κράτος, αίτημα που βρίσκεται ακόμη υπό αξιολόγηση. Το 2019, εναποθέτοντας τις ελπίδες του σε μια βάρκα και κάτω από άγνωστες συνθήκες έφτασε στην Αλεξανδρούπολη. Όταν εντοπίστηκε από την αστυνομία έδειξε την ταυτότητά του, κατήγγειλε τις διώξεις που υπέστη και ζήτησε πολιτικό άσυλο, παραμένοντας αντιρρησίας συνείδησης και ακτιβιστής της ειρήνης.

«Θα συνεχίσω να ζω και να αγωνίζομαι στην Ελλάδα, την πατρογονική μου γη, μέχρι να επιστρέψω στον Πόντο. Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που ήρθα στην Ελλάδα, έκανα αίτηση ασύλου στο ελληνικό κράτος και ακόμη περιμένω την απάντησή του. Εκτός από αυτό, προσπαθώ να γράφω, να διαβάζω και να μαθαίνω γλώσσες. Το ελληνικό κράτος βιώνει μια οικονομική κρίση εδώ και καιρό. Φυσικά, αυτό αντανακλάται και σε εμάς τους πρόσφυγες, μερικές φορές έχουμε δυσκολίες, αλλά οι Έλληνες του Πόντου δεν με άφησαν ποτέ μόνο σε αυτή τη διαδικασία. Χάρη σε αυτούς δεν ένιωσα πρόσφυγας σχεδόν ποτέ. Συμμετέχοντας ως ομιλητής σε διάφορα πάνελ και συνέδρια στην Ελλάδα, μιλώ για το πώς πάλεψα ενάντια στο τουρκικό κράτος και τις εμπειρίες μου», περιγράφει ο Έλληνας ακτιβιστής για τη νέα του ζωή στην Ελλάδα.

Τον κυνηγά το τουρκικό κράτος για ένα… tweet

«Φυσικά το τουρκικό κράτος δεν κάθεται αδρανές», σημειώνει ακολούθως και αναφέρεται σε ένα χαρακτηριστικό συμβάν για τη στάση των Τούρκων απέναντί του: «Γνωρίζετε ότι το τουρκικό κράτος μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε τζαμί με τύμπανα και ζουρνέδες… Εκείνη την περίοδο, μοιράστηκα ένα tweet από τον λογαριασμό μου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που τόνιζε ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αντιδράσει εξίσου σε αυτήν την επίθεση, καθώς και ότι το σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη πρέπει να κλείσει και να μετατραπεί σε μουσείο για τη γενοκτονία του Πόντου. Η τουρκική δικαιοσύνη θεώρησε αυτή την έκκλησή μου ως προσβολή στη μνήμη του Μουσταφά Κεμάλ και ξεκίνησε έρευνα εναντίον μου. Ρωτάω εδώ, μπορεί στο Βερολίνο να λειτουργήσει μουσείο που να κάνει την προπαγάνδα του Χίτλερ; Ο Μουσταφά Κεμάλ δεν διέπραξε τη γενοκτονία του Πόντου; Δεν είναι γνωστός ως δάσκαλος του Χίτλερ; Πώς μπορεί να βρίσκεται το σπίτι ενός γενοκτόνου ηγέτη στη Θεσσαλονίκη, όπου ζουν τα θύματα της γενοκτονίας και γιατί αυτό το σπίτι δεν έχει κλείσει; Δυστυχώς η Ελλάδα δεν απαντά στις επιθέσεις της Τουρκίας. Ελπίζω αυτή η παθητική προσέγγιση να αλλάξει το συντομότερο δυνατό και τουλάχιστον το σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη, που είναι μεγάλη ασέβεια προς τους Έλληνες του Πόντου, να κλείσει το συντομότερο δυνατόν».

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το τουρκικό κράτος θέλει να τον εκφοβίσει καταθέτοντας τέτοιες μηνύσεις, για να τονίσει ότι αγωνίζεται εδώ και χρόνια ενάντια στην καταπίεση του τουρκικού κράτους και δεν τον φοβίζουν καθόλου τέτοια εκφοβιστικά μηνύματα. Αναφέρει ακόμη ότι «με τον νόμο περί επωνύμων δεν μπορούμε να πάρουμε επώνυμο με δική μας ταυτότητα και κουλτούρα, αφού αυτό έχει απαγορευτεί σχεδόν από την ίδρυση της Δημοκρατίας». «Έτσι», όπως σημειώνει, «τώρα ξεκινάμε έναν αγώνα για να αρθεί αυτή η απαγόρευση. Άλλαξα το όνομά μου σε Γιάννης-Βασίλης πριν, τώρα θα κάνουμε αίτηση στα τουρκικά δικαστήρια να αλλάξει το επώνυμό μου σε ελληνικό».

Χιλιάδες οικογένειες αναμένουν επανασύνδεση

«Όσον αφορά στην οικογένειά μου στην Ελλάδα», εξιστορεί, «μαζευόμαστε με κάθε δικαιολογία και αφορμή, προσπαθώντας να αναπληρώσουμε τον χαμένο χρόνο. Προσπαθούμε να είμαστε μαζί τα Χριστούγεννα και σε όλες τις ειδικές περιστάσεις».

«Η πρώτη μας συνάντηση ήταν πολύ συγκινητική», επισημαίνει, περιγράφοντας ότι «στην αρχή φοβόμουν γιατί πέρασε ένας αιώνας. Φοβόμουν λόγω του γεγονότος ότι μεγαλώσαμε σε διαφορετικούς πολιτισμούς ή ότι δεν θα τα πηγαίναμε καλά αν δεν “ζεσταινόμασταν” ο ένας με τον άλλον, αλλά μετά χάρηκα πολύ. Είδα ότι ήμασταν καλά, σαν να μην είχαμε χωρίσει ποτέ».

«Όταν ήρθα στην Ελλάδα, ζούσε η γυναίκα του αδερφού του παππού μου και όποτε μαζευόμασταν μιλούσε για τον πατέρα του παππού μου, τον Κωνσταντίνο, ο όποιος πέθανε στον Πόντο, κλαίγοντας για τον γιο του, ο οποίος νόμιζε ότι πέθανε. Βλέπετε, η Δημοκρατία της Τουρκίας δεν αρκείται σε αυτό που μας έκανε πριν από έναν αιώνα. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μας απαγόρευσε να μιλάμε ακόμα και για τη γενοκτονία», λέει με στεναχώρια.

«Όταν, όμως, νομίζαμε ότι όλα καταστράφηκαν, όλα είχαν τελειώσει, νομίζαμε ότι ο Πόντος ήταν νεκρός, τότε είδαμε ότι ο Πόντος ζούσε στην πατρογονική του γη, στη διασπορά, στον ελληνικό κόσμο», λέει ο Γιάννης–Βασίλης, αντικρίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία.

Υποστηρίζει ότι «τώρα είναι η ώρα να προσεγγίσουμε τα αδέρφια μας, που έμειναν να πεθάνουν στον Πόντο, ξεχασμένα, αλλοτριωμένα και περιμένοντας να απελευθερωθούν… Χιλιάδες οικογένειες σαν κι εμένα περιμένουν τους Έλληνες αδερφούς τους».

«Ολοκληρώνοντας τη συνομιλία μας, απευθύνω τους θερμότερους χαιρετισμούς μου στους Έλληνες του Πόντου, που ζουν σε όλο τον κόσμο», καταλήγει ο Γιάννης-Βασίλης, για να υποσχεθεί ότι «κάποια μέρα θα βρεθούμε σίγουρα στον απελευθερωμένο Πόντο».

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.