Τοῦ Νεκταρίου Πάρη.

Ὁ πατὴρ Διονύσιος (1932-2000), κατὰ κόσμον Γρηγόριος Λεοντίου, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Φαρμακὰς τῆς Κύπρου.

Δὲν ἀποτελεῖ ἄγνωστη ἐκκλησιαστικὴ μορφὴ τῆς Κύπρου, δὲν παύει, ὡστόσο, νὰ ἔχει ὑποπέσει στὴ λήθη τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων.

Ὁ ἴδιος ἦταν καλοκάγαθος καὶ πάντοτε μὲ τὴν συμπεριφορὰ καὶ τὸ χαμόγελό του κέρδιζε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Συμμετεῖχε, τὸ κατὰ δύναμιν, στὶς ἐθνικῆς σημασίας ἀντιστασιακὲς ἐνέργειες τῆς ΕΟΚΑ (1955-1959).

Ἀπέκτησε πολλοὺς μαθητὲς κατὰ τὴν περίοδο ποὺ δίδασκε στὴν ἱερατικὴ σχολὴ τῆς Κύπρου.

Διετέλεσε ἡγούμενος σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ὀμορφότερα μοναστήρια τῆς Κύπρου, τὴν Ἱερὰ Μονὴ Μαχαιρά, ἡ ὁποία κατὰ τίς μέρες του γνώρισε ἄνθηση σὲ διαφόρους τομεῖς. Βέβαια, ἐξαιτίας διενέξεων μὲ τὴν ἀρχιεπισκοπὴ Κύπρου ἀναγκάστηκε νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς μονῆς.

Ἀπὸ τότε ἕως τὸ τέλος τῆς ζωῆς του διέμενε στὸ Μετόχι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κύκκου.

Ἐνθυμοῦμαι ἰδιαίτερα τὴν Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου τὸ 1988, ὅταν ἔπειτα ἀπὸ πρόσκληση τοῦ π. Διονυσίου ψάλαμε μὲ βοηθοὺς μου ἀπὸ τὴν Ι. Μ.. Κύκκου (Λούης Μίτσιγκας, Γεώργιος Κοῦκκος, Ἀνδρέας Ἠσαΐας καὶ Βάσος Καμμένος).

Προεξῆρχε ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α΄, μὲ ἀφορμὴ τὸ μνημόσυνο τοῦ Αὐξεντίου. Ὁ π. Διονύσιος λειτούργησε μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα κλήθηκε στὴν Σύνοδο, μὲ ἀπόφαση τῆς ὁποίας ἐκθρονίστηκε, μὲ ἀναπόδεικτες κατηγορίες. Ὑπὲρ τῆς ἀπομάκρυνσής του ψήφισαν ὁ Κυρηνείας Γρηγόριος, ὁ Σαλαμῖνος Βαρνάβας καὶ ὁ Μόρφου Χρύσανθος, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ἀρχιερεῖς τὸν ὑποστήριξαν.

Λόγῳ του ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος προσέθεσε τὴν νικῶσα ψῆφο, τὸ ἀποτέλεσμα ἦρθε 3-4, κατὰ τοῦ π. Διονυσίου. Δεδομένου ὅτι στὶς μέρες μας ἐκλείπει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ ἀνδρός, θεωρῶ ὅτι θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ ἐπισημανθοῦν ὁρισμένα στοιχεῖα γιὰ αὐτόν, ἔστω καὶ 22 χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του.

Ἡ σχέση μας ξεκίνησε μετὰ τὴν ἐπιστροφή μου στὴν Κύπρο ἀπὸ τίς σπουδές μου στὴν Ἑλλάδα. Πολλάκις μετέβαινα μόνος ἐκεῖ γιὰ νὰ τὸν συναντήσω, παρὰ τὴν δύσκολη, γιὰ τὴν ἐποχή, διαδρομή. Εἶχα ξεκινήσει νὰ τὸν ἐπισκέπτομαι ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς στρατιωτικῆς μου θητείας (1981-1982).

Ἡ καταπράσινη φύση, ποὺ τὴν περιποιεῖτο μὲ πολλὴ ἀγάπη, καὶ τὸ καθηλωτικὸ τοπίο μαγνήτιζαν κάθε ἐπισκέπτη. Ὁ παπα-Διονύσης πάντοτε μὲ τὸ χαμόγελο ὑποδεχόταν τὸν κόσμο ποὺ ταξίδευε γιὰ τὴν μονὴ ἢ γιὰ τὸν ἴδιο προσωπικά. Αὐτὴ ἡ περίοδος τῶν ἐπισκέψεών μου στὸν Μαχαιρὰ ἦταν μιὰ πανδαισία καὶ μιὰ ἀνάμνηση ζωντανὴ ἕως σήμερα.

Ἐπιθυμῶ νὰ ἀναφέρω πάρα πολλὰ γιὰ τὴν προσωπικότητα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως, μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγράψω τὴν ἀνεκτίμητης ἀξίας μαθητεία πλησίον του. Διέθετε τὸ τάλαντο τοῦ μουσικοῦ καὶ τὸ ἰδιαίτερο χάρισμα τῆς ὑψιφωνίας. Ὁ ἴδιος ἀποτελοῦσε ἕνα σπάνιο φαινόμενο γιὰ τὴν ἐποχή του καί, ἰδιαίτερα, γιὰ τὴν Κύπρο.

Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἦταν αὐτοδίδακτος μουσικὸς ἐπιστήμονας τῆς ἐποχῆς ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν ὀξύτητα τοῦ νοῦ του. Ἀσχολήθηκε ἐπιμελέστατα μὲ τὴν προφορικὴ πατριαρχικὴ ψαλτικὴ παράδοση καὶ ἐρευνοῦσε τὴν παλαιὰ σημειογραφία, καθήμενος ἐπὶ ὧρες στὸ γραφεῖο, μελετῶντας καὶ καταγράφοντας ἀπὸ κασέτες μεγάλους ψάλτες στὰ χιλιάδες χαρτιά του. Ἔπαιζε, μάλιστα, ἐξαιρετικὸ βιολί, τὸ ὁποῖο, ὅπως φαίνεται, τὸν βοήθησε στὴν μουσική του ἀντίληψη.

Πολλὲς φορές του παρουσίαζα δικά μου γραπτὰ ἢ καταγραφὲς ποὺ ἐπιχειροῦσα ἀπὸ ἠχογραφήσεις τοῦ Στανίτσα καὶ ἄλλων ψαλτῶν ποὺ ἀκούγαμε τότε ἀπὸ τίς κασέτες. Ἐπὶ ὧρες ὡρῶν καθόμασταν καὶ ἐπιμελῶς μὲ διόρθωνε ὡς ἄριστος γνώστης τῆς κλασικῆς ὀρθογραφίας τῆς μουσικῆς.

Μὲ ὀξὺ νοῦ καὶ αὐτὶ τέλειου μουσικοῦ διέκρινε πράγματα τὰ ὁποῖα γιὰ ἐμᾶς τοὺς μικροὺς φαίνονταν σὰν ὄρη ποὺ ἔπρεπε νὰ σκαρφαλώσουμε, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἱκανοὺς ψάλτες περνοῦσαν ἀπαρατήρητα. Χαρακτηριστικὰ θυμᾶμαι τίς διορθώσεις τοῦ πάνω στὰ τετράδια.

Στὸν ἐλεύθερό του χρόνο σημείωνε καὶ ἐπιμελεῖτο τίς διορθώσεις στὶς καταγραφές του. Κάποιες φορὲς κάναμε περίπατο στὴν μονὴ καὶ ἀπολαμβάναμε τὰ καλλίφωνα ἀηδόνια. Ἐκεῖνος τότε ἔκανε κάτι τὸ φοβερὸ καὶ ἀξιοθαύμαστο: σταματοῦσε γιὰ νὰ ἀκούσει τὸ κελάηδημα, ὄχι μόνο γιατί εὐφραινόταν ἀπὸ τὸ ἄκουσμα, ἀλλὰ μετὰ μᾶς ἐξηγοῦσε τί ἄκουγε.

Γλαφυρὰ τὸν θυμᾶμαι νὰ λέει: «Τὰ ἀκοῦτε; αὐτὰ εἶναι τρίγοργα»! Ἔπειτα καθόταν καὶ τὰ κατέγραφε γιὰ μὴν τὰ ξεχάσει. Ὅταν μοῦ ἔδειχνε κάποιο κομμάτι καὶ τὸ ψάλλαμε, μοῦ ἀνέλυε τίς θέσεις τῶν σημαδιῶν μὲ τὸ μολυβάκι του. Καθόταν προσεκτικὰ καὶ ἔγραφε πάνω ἀπὸ τίς θέσεις μὲ τὸ μολύβι του λέγοντας: «Αὐτὸ ἐδῶ εἶναι ἡ τάδε μουσικὴ θέση καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ τάδε».

Κάποτε μοῦ ἔδωσε δῶρο ἕνα Ἀναστασιματάριο, ὄχι τοῦ Ἰωάννη, τὸ γνωστὸ καὶ κλασικὸ ὅπως λέγαμε, ἀλλὰ ἕνα στὴν ἐπικεφαλίδα τοῦ ὁποίου ἀναγραφόταν «Πέτρου τοῦ Ἐφεσίου». Τότε ἦρθα σὲ ἐπαφὴ μὲ κάτι νέο καὶ κατάλαβα πὼς ὁ κόσμος τῆς ψαλτικῆς εἶναι πέρα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἁπλῶς εἴθισται νὰ ψάλλεται. Αὐτὸ τὸ Ἀναστασιματάριο τὸ εἶχε βρεῖ σὲ ἕνα σπίτι ποὺ γκρεμιζόταν, τυλιγμένο καλὰ σὲ νάϊλον σελοφάν, ἀνάμεσα στὰ συντρίμμια καὶ τίς σκόνες.

Τὸ φωτοτύπησε, τὸ ἔδεσε, μοῦ τὸ χάρισε καὶ ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα τὸ ἔχω στὴν κατοχή μου. Ἐπιπλέον, μοῦ εἶχε δωρίσει ἕνα παλαίτυπο βιβλίο ἀπὸ τὴν προσωπική του βιβλιοθήκη τὴν περίφημη μουσικὴ συλλογὴ κοσμικῶν ἀσμάτων «Πανδώρα».

Ὁ ἴδιος συμβουλευόταν τὸ θεωρητικό του Ἐφεσιομάγνη, ἐνῶ δίδασκε ἀπὸ τὸ θεωρητικό του Στυλιανοῦ Χουρμουζίου, παρόλο ποὺ καὶ τὰ δύο δὲν ἦταν εὐρέως διαδεδομένα. Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν τὴν ἐμβρίθειά του, ἡ ὁποία ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ ἴδιος γνώριζε βιβλία τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς ποὺ ἄλλοι στὴν ἐποχή του ἀγνοοῦσαν. Καθὼς κυλοῦσαν τὰ χρόνια, παρατηροῦσα τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ χαρακτῆρα του. Μαθητεύοντας κοντά του, ἀποκόμισα σημαντικὰ ἐφόδια γιὰ τὴν μετέπειτα πορεία μου στὸν ἐπιστημονικὸ ἀλλὰ καὶ τὸν πρακτικὸ τομέα τῆς ψαλτικῆς τέχνης.

Τὸν τελευταῖο καιρὸ ποὺ πλησίαζε ἡ ἀναχώρησή του γιὰ τὴν θριαμβεύουσα ἐκκλησία, εἶχε κλειστεῖ στὸ κελί του καὶ δὲν ἔβλεπε πολὺ κόσμο. Εἶχα νὰ τὸν δῶ ἀρκετὸ καιρὸ διότι ζοῦσα πλέον στὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν εἶχα πάει γιὰ ἀρκετὸ διάστημα στὴν Κύπρο.

Στὰ τέλη τοῦ 2000, ἀρχὲς τοῦ μῆνα Ὀκτωβρίου, ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου του Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ὁποίου ἔφερε τὸ ὄνομα, ὁ π. Διονύσιος ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀναχώρησή του γιὰ τὸν μεγάλο ταξίδι. Προετοιμάστηκε κατάλληλα, κοινώνησε τὰ ἄχραντα μυστήρια καὶ συνέχισε γιὰ τὸ κελί του.

Ὅπως πάντα, ἔτσι καὶ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἀσχολήθηκε μὲ αὐτὸ ποὺ ἀγάπησε πάρα πολὺ πάνω στὴν γῆ, τὴν ψαλτική μας τέχνη. Ἔκατσε, ἔπιασε τὴν πένα του καὶ ἔγραφε μουσικὴ πάνω στὸ ἀπολυτίκιο τῶν ἁγίων Ἀναργύρων.

Τότε διαισθάνθηκε τὸ τέλος καὶ μὲ ἠρεμία ἔγραψε μὲ ἔντονα γράμματα στὸ τελευταῖο του χειρόγραφο: «Ἀμήν». Ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸν βρῆκε πλέον κοιμηθέντα εἶπε ὅτι ἦταν καθήμενος στὴν καρέκλα καὶ κρατοῦσε ἀκόμη σφιχτὰ τὴν γραφίδα του.

Κλείνοντας, ἔχω μὲ τὴν σειρά μου χρέος νὰ ἀναφέρω πώς, δυστυχῶς, ὁ ἐπιστημονικὸς χῶρος ἀγνοεῖ παντελῶς ἕως σήμερα καὶ παραμέλησε τὴν προσωπικότητα τοῦ πατρὸς Διονυσίου. Τὸ ἔργο του παρέπεσε στὰ συρτάρια (γύρῳ στὶς 7.000 χειρόγραφες σελίδες). Ἄνθρωποι ποὺ τὸν γνώριζαν ἐγκατέλειψαν τὸ σημαντικότατο ἔργο ποὺ μᾶς κληρονόμησε αὐτὸς ὁ μεγάλος διδάσκαλος, ἀγνοῶντας τὴ σπουδαιότητά του.

Ὑπάρχει, εὐτυχῶς, ἕνα ἀπὸ τὰ ἔργα του ἐκδιδόμενο περι τὴν Μεγάλη ἑβδομάδα, ὑπὸ τὸν τίτλο «Κάλλη τοῦ Πάθους» (1980), καὶ λίγες ἐκδιδόμενες καὶ ἀνέκδοτες κασέτες. Ἐπίσης, μποροῦμε νὰ βροῦμε νὰ κυκλοφοροῦν στὸ διαδίκτυο ἠχογραφήσεις τοῦ π. Διονυσίου κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἦταν ἰεροδιάκονος στὸν μητροπολιτικὸ ναὸ Ἀθηνῶν (περίπου 1963-1967). Αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο ὑλικό, ἀναμφίβολα, δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸν ἄνθρωπο-μουσικὸ ποὺ περιγράψαμε ἀνωτέρω.

Εὐχόμαστε νὰ ὑπάρξει τὸ συντομότερο δυνατὸν κάποια ἀνταπόκριση ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους καὶ ἀπὸ νέους ἐρευνητές, ὥστε οἱ ἴδιοι νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ π. Διονυσίου Μαχαιριώτη, ἀλλὰ καὶ νὰ γνωρίσει ὁ ἐπιστημονικὸς χῶρος τὴν ἄγνωστη προσφορὰ καὶ φυσιογνωμία του.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.