Του Σεβ. Μητροπολίτου Σουηδίας κ. Κλεόπα.

Στις 12 Νοεμβρίου 2023, ηξιώθην να λειτουργήσω στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου της παλαιάς Ριζαρείου, έναντι του ξενοδοχείου Χίλτον. Αισθάνθηκα μεγάλη συγκίνηση όταν έψαλα το “Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και είδε”, στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου το έψαλε ο προστάτης μου άγιος και πρώην σχολάρχης Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως.

Στις πρωτοβουλίες του αγίου ως σχολάρχου της Εκκλησιαστικής Ριζαρείου Σχολής (1894-1908), συμπεριλαμβάνεται η εκ βάθρων ανέγερσις του νέου ναού της σχολής, τα εγκαίνια του οποίου ετελέσθησαν στις 25 Μαρτίου 1898, από τον ίδιο τον άγιο, παρουσία επισήμων προσώπων και πλήθους χριστιανών της πρωτευούσης και των περιχώρων. Ο ναός ονομάσθη προς τιμήν του αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, το όνομα του οποίου έφερε ο εις εκ των ιδρυτών της σχολής, ο Γεώργιος Ραδιόνωφ Ριζάρης.

Ο σχολάρχης εμερίμνησε για τον διορισμό πνευματικού και δευτέρου εφημερίου, μιας και τα καθήκοντα του εφημερίου είχον ανατεθεί στον Οικονόμο της σχολής.

Στην από 22ας Οκτωβρίου 1895 επιστολή του προς το διοικητικό συμβούλιο, ο άγιος ανεφέρθη στην “ἐν τῷ ναῷ τῆς σχολῆς Ἱεροδιακονικήν ὑπηρεσίαν” και επρότεινε ως καταλληλότερο πρόσωπο, να αναλάβει τα εν λόγω καθήκοντα “τόν τέως ὑπότροφον τῆς Ριζαρείου περιουσίας ἤδη δέ ἐξωτερικόν Ἀμβρόσιον Δήμου” και ως διαδόχους του τον “Ἱεροδιάκονον Δ. Γιαννόπουλον ἐκ Ραιδεστοῦ τῆς Θράκης”, τον διάκονο Παρίση Νικ. Μέμο “ἐκ τῆς ἐπαρχίας Δημητριάδος,” τον ιεροδιάκονο Ιερόθεο Σακελλαρίου, τον “Ἱερολογιώτατον Καλλίνικον Κρεατσούλην”, τον Κυπριανό Καζαντζή, τον Νεόφυτο Μοσχόπουλο, τον “Ἱεροδιάκονον Στέφανον Λαυριώτην, μαθητήν τῆς Πέμπτης τάξεως τῆς καθ’ ἡμᾶς σχολῆς, ἐν τῷ ἁγιωνύμῳ Ὄρει προχειρισθέντα εἰς Ἱεροδιάκονον” και τον εξ Αμαρουσίου Αντώνιο Γαρδέλη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε ο άγιος Νεκτάριος για την αγιογράφηση του νέου ναού της σχολής, αναθέτοντας την ιστόρηση των εικόνων του ναού στην αδελφότητα “τῶν ἐν τῷ Ἁγιωνύμῳ Ὄρει ἀδελφῶν Ἰωσαφαίων ζωγράφων”.

Επί διευθύνσεως αγίου Νεκταρίου, επραγματοποιήθη η προμήθεια καθισμάτων για τους δύο χορούς των ιεροψαλτών, η κατασκευή δύο κλιμάκων, “ὧν ἡ ἑτέρα νά χρησιμοποιῆται διά τόν καθαρισμόν τοῦ τρούλλου”, η τοποθέτησις θερμάστρας στον ναό, “πρός ἀποτροπήν τῶν ἐκ τῆς ὑγρασίας καί τῆς ψύξεως δεινῶν τοῦ Ἐκκλησιάσματος” και “πρός ἀποφυγήν παντός κρυολογήματος, ὅπερ ἐνδέχεται νά προσβάλῃ τῶν μαθητῶν τινα ἤ ἐκ τοῦ λοιποῦ ἐκκλησιάσματος τινα διά τήν τοῦ ψύχους δριμύτητα”, η κάλυψις του δαπέδου του ναού με σανίδωμα και τάπητα, “πρός ἀποτροπήν τῶν ἐκ τοῦ ψύχους συνεπειῶν”, η τοποθέτησις αεριστήρων, “ἐν τῷ ναῷ διά τήν συρροήν πολυπληθοῦς ἐκκλησιάσματος”, “οὐχί μόνον ἐπί τῶν τοῦ θόλου παραθύρων, ἀλλά καί ἀλλαχοῦ”, η κατασκευή νάρθηκος, “ἐν εἴδει κουβουκλίου, ἐν ᾧ νά τοποθετηθῇ τό παγκάριον”, η στρώσις με πλάκες στον πρόναο, η αναστύλωσις και ενεργοποίησις των φανών φωταερίου “ἐν τῷ πρός νότον αὐτῆς ἡμιτολοειδῇ χώρῳ φωτιζομένη διά φωταερίου ὑπό φανοῦ στυλοβάτου”, η ιστόρησις των φορητών εικόνων “τῶν σεπτῶν παθῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ι. Χρ.”, “καί ἄλλων Δεσποτικῶν ἑορτῶν”, καθώς και “τοῦ Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Γεωργίου διά τό Προσκυνητάριον”, η αγορά πολυελαίου, η κατασκευή ιερατικών στολών και “στιχαρίων τεσσάρων διά τούς λαμπαδούχους.”

Στον νέο ναό της Ριζαρείου, ο μητροπολίτης Πενταπόλεως εόρταζε τα ονομαστήριά του και ετέλει την “ἐπί τῇ ἐπετείῳ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐθνικήν τελετήν”, “τήν ἐπέτειον ἑορτήν τοῦ Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου μετ’ ἀρτοκλασίας”, “τό μνημόσυνον τῶν ἀοιδίμων Αὐτῆς Ἱδρυτῶν”, “τό ἐπέτειον μνημόσυνον τῶν ἀοιδίμων αὐτῆς Εὐεργετῶν”, την “Ἀρχιερατικήν λειτουργίαν εἰς μνήμην Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ κατά τήν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Νικηφόρου Καλογερᾶ”, τον αγιασμό επί τη ενάρξει των μαθημάτων εκάστου σχολικού έτους, όπου έψαλον, όπως και σε κάθε ακολουθία, οι ιεροσπουδαστές της σχολής, σχηματίζοντες δύο χορούς, τα μνημόσυνα των αειμνήστων συμβούλων της σχολής, και τις χειροτονίες αποφοίτων της σχολής, με σκοπό να μυήσει τους μαθητές στα ιερά μυστήρια και τον τελετουργικό πλούτο της Εκκλησίας και να τους ενθαρρύνει στο να ιερωθούν και οι ίδιοι, όποτε θα τους καλούσε ο Κύριος, να αναλάβουν το της ιερωσύνης υπούργημα.

Η αλληλογραφία της εποχής εκείνης περιελάμβανε τα ονόματα των χειροτονηθέντων υπό του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως στο ναό της Ριζαρείου: α) στις 20 Σεπτεμβρίου 1894, ο “Ἱεροδιάκονος Ἀμβρόσιος Δήμου ἐκ τῆς ἐν Χίῳ Μονῆς “τῶν Ἁγίων Πατέρων” καταγόμενος ἐκ τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καρυστίας τοῦ Νομοῦ Εὐβοίας κώμης Μελετιάνου” “προχειρισθείς Ἀναγνώστης καί Ὑποδιάκονος” και διάκονος στις 3 Σεπτεμβρίου 1895, β) στις 7 Δεκεμβρίου 1894, ιεροδιάκονος “ὁ ἐξ Ἰωαννίνων Χριστόδουλος Γουλίδης μαθητής τῆς καθ’ ἡμᾶς σχολῆς καί ὑπότροφος τοῦ κληροδοτήματος Χριστοδ. Εὐθυμίου τῇ συναινέσει τοῦ Μητροπολίτου Ἰωαννίνων κ. Γρηγορίου καί τῇ κανονικῇ ἀδείᾳ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν κ. Γερμανοῦ”, μετονομασθείς Χρύσανθος, γ) στις 7 Σεπτεμβρίου 1896, ο Ἱεροδιάκονος Νεκτάριος Λ. Καπετανάκος, μοναχός τῆς ἐν Καλαβρίᾳ (τοῦ Πόρου) Ἱερᾶς Μονῆς “ἡ Ζωοδόχος Πηγή”, δ) στις 29 Ιουνίου 1899, ιεροδιάκονος, “ὁ ἐκ τῶν μαθητῶν τῆς σχολῆς καί ὑπότροφος τοῦ Κρεατσουλείου κληροδοτήματος, Μέλος δέ τῆς ἐν Χίῳ Νεαμονιτικῆς Ἀδελφότητος, Ἰωάννης Ἐμμ. Ἀνδρεάδης”, “μετονομασθείς Ἰωακείμ”, ε) στις 29 Ιουνίου 1901, διάκονος “ὁ ἐκ τῶν ἀπολυθέντων μαθητῶν Ἀνάργυρος Κρεατσούλης ἐκ Χίου”, στ) στις 14 Οκτωβρίου 1901, διάκονος “ὁ ἄλλοτε μαθητής τῆς καθ’ ἡμᾶς σχολῆς ἤδη δέ φοιτητής τῆς Θεολογικῆς σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου Κωνσταντῖνος Καζαντζῆς ἐξ Ἰωαννίνων καταγόμενος μετά προηγουμένην ἔγκρισιν τῶν Α. Α. Σεβασμιοτήτων, τοῦ Μητροπολίτου Ἰωαννίνων Γρηγορίου καί τοῦ πρώην Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Προκοπίου”, “μετονομασθείς Κυπριανός”, “πρός ἀξιόζηλον παραδειγματισμόν τῶν ἐν τῇ σχολῇ συναδέλφων αὐτοῦ”, ζ) την 1η Μαρτίου 1903 διάκονος και την 2α Μαρτίου 1903 πρεσβύτερος ο Κεφαλλήν καθηγητής “τῶν Ἱερῶν μαθημάτων” Ζήσιμος Τυπάλδος, η) στις 21 Νοεμβρίου 1905, διάκονος ο Ιωάννης Θεολόγος Παρασκευαΐδης, αδελφός “τῆς ἐν Πάτμῳ Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου”, “τῇ αἰτήσει τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ τοῦ Γ΄ τῇ ὑπ’ ἀριθμόν 6759 καί ὑπό ἡμερομηνίαν 4ην Νοεμβρίου ἐ. ἔτους πρός τήν σεβαστήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος”, θ) στις 5 Οκτωβρίου 1906, διάκονος ο “ἐξ Ὠρωποῦ” Παναγιώτης Ἀλεξάνδρου, ι) στις 27 Οκτωβρίου 1906, ο Νικόλαος Μυλωνάς “εἰς Διάκονον καί Πρεσβύτερον”, ο δε ιερεύς Ηλίας Δ. Χλεχλές, εκ Τριπόλεως, εφημέριος του ιερού ναοῦ της αγίας Βαρβάρας προεχειρήσθη πνευματικός “εἰς τό τῆς πνευματικῆς πατρότητος λειτούργημα”, κατ᾽ αίτησιν του μητροπολίτου Αθηνών Θεοκλήτου Μηνοπούλου.

Εκ της από 18ης Ιανουαρίου 1901 επιστολής του σχολάρχου αρχιερέως προς το διοικητικό συμβούλιο της Ριζαρείου πληροφορούμεθα περί “τῆς ἐκδόσεως εἰσιτηρίων διά τόν τῆς σχολῆς ναόν”, “ἔνεκα τῆς συρροῆς πολλοῦ ἐκκλησιάσματος”, εις σημείον ώστε να “ἀναγκάζονται νά ἀποχωρῶσιν ἐκ τοῦ ναοῦ οὐχί μόνον οἱ μαθηταί τῆς σχολῆς, μή ὑπολειπομένου χώρου ἐν τοῖς Χοροῖς, ἀλλά καί αἱ οἰκογένειαι τῶν κ.κ. Συμβούλων καί τῶν κ. Καθηγητῶν, ὡς καί τῶν μείζονα οἰκειότητα πρός τήν σχολήν κεκτημένων.”

Αξιοθαύμαστο είναι όντως το ενδιαφέρον που έδειξε ο άγιος για την συντήρηση των ιερών κειμηλίων και αντικειμένων του ναού της Ριζαρείου, ιδία δε για την επιδιόρθωση του Εσταυρωμένου του ιερού βήματος, όστις υπέστη ζημία, εξαιτίας της πολυετούς χρήσεώς του και “ἡ ἑτέρα τῶν χειρῶν αὐτοῦ εἶναι τεθραυσμένη”. Ο άγιος παρεκάλεσε το διοικητικό συμβούλιο, όπως προβεί στην επισκευή του, δια των ακόλουθων δύο επιστολών του:

“Ἀριθ. 731. Διοικ. Συμβούλιον. Ἐπειδή ἡ κατάστασις τοῦ ἐσταυρωμένου δέν εἶναι καλή καί εὐάρεστος ἕνεκα τῆς πολυκαιρίας καί ἡ ἑτέρα τῶν χειρῶν αὐτοῦ εἶναι τεθραυσμένη, παρακαλοῦμεν νά ληφθῇ ἐγκαίρως πρόνοια πρός ἀντικατάστασιν δι’ ἄλλου ἀνταποκρινομένου εἰς τήν εὐπρέπειαν τοῦ ναοῦ. Ἡ αὐτή εὐπρέπεια ἀπαιτεῖ καί τήν προμήθειαν πολυελαίου ἀνταξίου πρός τήν Ἐκκλησίαν, διότι ὁ ὑπάρχων δέν ἀνταποκρίνεται καί δέον νά καταλάβῃ τήν δευτερεύουσαν θέσιν. Ἀθῆναι 20 Μαρτίου 1899. Ὁ Διευθυντής”
(Βιβλίον Ἀλληλογραφίας δεύτερον, σελ.193.)

“Ἀριθ. 978. Διοικητ. Συμβούλιον. Ὁ ναός τῆς καθ’ ἡμᾶς σχολῆς πολλάς τάς ἐλλείψεις ἔχει. Τούτων καί ἄμεσον τήν θεραπείαν ἐπιζητοῦσα εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Ἐσταυρωμένου, ὅν δέον ἐγκαίρως νά ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἑτέρου, διότι δέν εἶναι καλή οὐδέ εὐάρεστος ἕνεκα τῆς πολυκαιρίας καί διότι ἡ ἑτέρα τῶν χειρῶν αὐτοῦ τυγχάνει τεθραυσμένη, ὅπερ ἀντίκειται εἰς τήν προσήκουσαν εὐπρέπειαν. Ἀθῆναι 24 Φεβρουαρ. 1901. Ὁ Διευθυντής”
(Βιβλίον Ἀλληλογραφίας δεύτερον, σελ. 266.)

Τις επιστολές αυτές θυμήθηκα, όταν λειτούργησα στην παλαιά Ριζάρειο, εστιάζοντας το βλέμμα μου προσευχητικώς στον παλαιό Εσταυρωμένο, όπισθεν της Αγίας Τραπέζης. Προσκύνησα τον Εσταυρωμένο, “τον την χείρα έχοντα τεθραυσμένη”, και επικαλέσθην τις μεσιτείες του προστάτου και ευεργέτου μου αγίου στην περαιτέρω διακονία μου στην Σκανδιναυΐα.

Στην περίπτωση όμως του τότε Σταυρού ευλογίας της σχολής, όπως πληροφορούμεθα από το ακόλουθο απόσπασμα της πτυχιακής εργασίας του Αιδεσιμ. Πρωτοπρεσβυτέρου κ. Μιχαήλ Σησαμάκη στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, ο άγιος είχε διαφορετική, θεολογική προσέγγιση:

“Τά στοιχεῖα πού ἀκολουθοῦν προσεφέρθησαν ἀπό τόν αἰδ. π. Ἠλία Καραμπίνα, ἐφημέριο τῆς παλαιᾶς Ριζαρείου. Κατά φθινόπωρον τοῦ 1968, εἰς μίαν ἀπό τάς συναντήσεις μου μέ τόν ἀείμνηστο μητροπολίτην Δρυϊνουπόλεως Χριστοφόρον καί λόγου γενομένου διά τήν Ριζάρειον Σχολήν, εἰς τήν ὁποίαν ἐφοίτησε καί δή μαθητεύσας ὑπό τήν διεύθυνσιν τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, μέ παρεκάλεσε νά ἐρευνήσωμε μαζί τάς ἱματιοθήκας τοῦ ναοῦ, διότι ἐπιθυμία του ἦτο νά γνωρίσει ὅ,τι ἦταν σχετικό μέ τόν ἅγιο. Ἐν τῇ προόδῳ τῆς ἐρεύνης, ἐγνώρισε ἕνα μικρό καί ἁπλό πετραχήλι, τό ὁποῖο μάλιστα ἐχαρακτήρισε «τό περιβόητο πετραχήλι», διότι τό εἶχε πάντα μαζί του καί τό χρησιμοποιοῦσε εἰς κάθε περίπτωση, ὅταν εὐλογοῦσε τήν τράπεζαν, ὅταν ἐξομολογοῦσε ἤ ὅταν ἐκτάκτως ἔκρινε ὅτι πρέπει νά δώσει κάποια εὐχή. Τό προσκύνησε, ἔκοψε δύο κρόσια γιά εὐλογία καί συγκινημένος ἐζήτησε νά ἰδεῖ καί νά προσκυνήσει ἕνα ἀντιμήνσιον καθαγιασμένον ἀπό τόν ἴδιον τόν ἅγιο καί τό κείμενο, ἰδιοχείρως, ἔχει: «Καθηγιάσθη ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ Νεκταρίου Κεφαλᾶ Μητροπολίτου Πενταπόλεως εἰς τά ἐγκαίνεια τοῦ Ἱεροῦ (δυσανάγνωστη γραφή) ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος». Ἐπίσης, μοῦ διηγήθη τήν ἱστορίαν ἑνός σταυροῦ εὐλογίας πού ἄφησε εἰς τόν ναόν μέ τό ἑξῆς διακριτικόν: τό σῶμα τοῦ Ἐσταυρωμένου ἔχει κομμένα τά χέρια. Κατά τήν πολυετῆ χρῆσιν ἐφθάρη τό μέταλλον.

Ὅταν τοῦ λέγαμε νά τόν φτιάξει, προέβαλε λόγους οἰκονομικούς.

-Ἔχουν ἄλλα προτεραιότητα, ὁ Κύριος ἔχει ὑπομονή καί περιμένει. Ἐξάλλου ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἐπήραμε τη ζωή του, στά χέρια θά μείνωμε;”

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.