Τό «Χριστός Ἀνέστη» εἶναι ὁ μεγαλύτερος καί θριαμβευτικότερος παιάνας μέσα στήν ἱστορία. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί ἔδωσε νέα προοπτική στόν ἄνθρωπο, τήν κτίση καί τήν ἱστορία. Ἔξω ἀπό τόν Ἀναστάντα Χριστό τά πάντα εἶναι σκοτεινά, θλιβερά, βασανιστικά. Ἐν τῷ Ἀναστάντι Χριστῷ ὅλα εἶναι φωτεινά, ἀναστάσιμα, χαρούμενα. Καί ἐμεῖς γευόμαστε μερικές ἀνταύγειες αὐτῆς τῆς μεγάλης ἑορτῆς. Περάσαμε ἀπό τήν Σαρακοστή, ἀπό τόν Σταυρό καί τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ καί φθάσαμε στό ἔνδοξο Πάσχα, στήν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του. Γι᾿ αὐτό καί σήμερα θά σχολιάσουμε μερικές πλευρές τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

1. Ἡ βίωση τοῦ Πάσχα

Ἡ λέξη Πάσχα εἶναι ἐξελληνισμένη τῆς ἑβραϊκῆς λέξεως Φάσκα, καί σημαίνει διάβαση. Καί ἡ λέξη καί ἡ ἑορτή τῶν Ἑβραίων ὑπενθύμιζαν τήν διάβασή τους ἀπό τήν δουλεία τῆς Αἰγύπτου, στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, καί στήν πραγματικότητα, σήμαινε τήν διάβαση διά τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης. Ξέρουμε ἀπό τό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού λέγεται Ἔξοδος, ὅτι μετά τήν διάβαση διά τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, κατά θαυματουργικό τρόπο, οἱ Ἑβραῖοι πανηγύρισαν λαμπρῶς καί ὁ Θεός συνέστησε τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σέ ὁμιλία του τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, κάνει μιά ἀναφορά στό γεγονός αὐτό καί ἀναλύει ὅτι ὑπάρχουν τρία Πάσχα. Τό ἕνα εἶναι τό νομικό Πάσχα, τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τό δεύτερο εἶναι τό Πάσχα τῆς Χάριτος, πού εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τό τρίτο εἶναι τό αἰώνιο, τό «τελεώτερον καί καθαρώτερον», πού θά γίνη στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Θά ἤθελα στήν συνέχεια νά κάνω ἕναν μικρό σχολιασμό τοῦ λόγου αὐτοῦ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

Τό νομικό Πάσχα ἦταν ἀνάμνηση τῆς ἐλευθερώσεως τῶν Ἑβραίων ἀπό τήν γῆ τῆς Αἰγύπτου, ὅπου ζοῦσαν ὡς δοῦλοι. Αὐτό τό Πάσχα ἦταν προτύπωση τοῦ δικοῦ μας. Κατά τήν διάρκεια τῆς ἑορτῆς αὐτῆς οἱ Ἑβραῖοι ἔτρωγαν ἐνιαύσιον ἀμνόν σέ ἀνάμνηση τῆς θαυματουργικῆς ἐλευθερώσεώς τους ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ Φαραώ, ἀφοῦ οἱ Ἑβραῖοι ἔσφαξαν, κατ᾽ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἀρνί καί μέ τό αἷμα ἔβαψαν τούς παραστάτες τῶν θυρῶν καί ἔτσι ἀπέφυγαν τόν ἐξολοθρευτή ἄγγελο, πού ἐπάταξε τά πρωτότοκα τῶν Αἰγυπτίων. Ἐπίσης, ἔτρωγαν καί πικρά χόρτα σέ ἀνάμνηση τῶν δοκιμασιῶν, κατά τήν διάρκεια τῆς δουλείας τους στόν Φαραώ. Τό νομικό Πάσχα ἦταν στήν πραγματικότητα «χαριστήριον καί ἱκέσιον». Εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό καί τόν ἱκέτευαν γιά παντοτεινή προστασία, καί πάνω ἀπό ὅλα προσεύχονταν γιά τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία πού θά τούς λύτρωνε ἀπό τά δεινά τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἄλλης πνευματικῆς Αἰγύπτου.

Τό Πάσχα τῆς θείας Χάριτος βιώνεται μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι Πάσχα σημαίνει διάβαση. Οἱ Ἑβραῖοι πέρασαν ἀπό τήν γῆ τῆς δουλείας στήν γῆ τῆς ἐλευθερίας. Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἔγινε μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Περάσαμε ἀπό τήν γῆ τοῦ θανάτου στήν γῆ τῆς ἐλευθερίας. Αὐτό ψάλλουμε στήν ᾿Εκκλησία αὐτές τίς ἡμέρες: «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν, Χριστός ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν ἐπινίκιον ᾄδοντας». Ὁ Χριστός εἶναι ὁ νέος Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος μᾶς πέρασε ἀπό τόν θάνατο στήν ζωή καί ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό, γι᾿ αὐτό κι’ ἐμεῖς πανηγυρίζουμε αὐτό τό μεγάλο καί λαμπρό γεγονός.

Στά τροπάρια ἀναφερόμαστε πολύ συχνά στό Πάσχα τῆς θείας Χάριτος. Τό ἀποκαλοῦμε «Πάσχα ἄμωμον, πάσχα μέγα, πάσχα τῶν πιστῶν, πάσχα πανσεβάσμιον, πάσχα Χριστός ὁ Λυτρωτής».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συνδέει τό Πάσχα τῶν Χριστιανῶν μέ τήν θεία Εὐχαριστία καί τήν θεία Κοινωνία. Οἱ Ἑβραῖοι ἔτρωγαν τόν ἐνιαύσιον ἀμνόν μία φορά τόν χρόνο, ἐμεῖς τρῶμε διαρκῶς τόν ἀμνό τοῦ Θεοῦ στήν θεία Εὐχαριστία. Γράφει ὁ ἱερός Πατήρ: «Πάσχα γάρ οὐ νηστεία ἐστίν, ἀλλ᾽ ἡ προσφορά καί ἡ θυσία καί ἡ καθ᾽ ἑκάστην γινομένη σύναξις».

Ἀκόμη Πάσχα τῆς θείας Χάριτος εἶναι ἡ ἔλευση τοῦ Λόγου στόν νοῦ καί τήν καρδία. Ὁ ἅγιος Μάξιμος θά κάνη τήν ἑξῆς ἀξιόλογη παρατήρηση: «Πάσχα ἡ ἐπί τόν ἀνθρώπινον νοῦν ἔλευσις τοῦ Λόγου». Μέθεξη τοῦ Πάσχα τῆς θείας Χάριτος δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ συμμετοχή μας σέ μιά ἐξωτερική ἑορτή, ἀλλά ἡ βίωση τῆς Χάριτος τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ μέσα στήν ὕπαρξή μας. Γι᾿ αὐτό θά πῆ ὁ ὅσιος Νεῖλος ὁ ἀσκητής ὅτι: «ψυχή τις ἐστιν δευτέρα τοῖς ἀνθρώποις ἡ ἀνάστασις». Ἄλλωστε, κατά τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων μας, πραγματικός ἄνθρωπος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει μόνον σῶμα καί ψυχή, ἀλλά κυρίως ἐκεῖνος πού ἔχει ψυχή καί σῶμα, ἀλλά ταυτόχρονα καί τήν Χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, λοιπόν, τό πραγματικό Πάσχα εἶναι ὁ Χριστός. Δέν εἶναι ἁπλῶς μιά διάβαση, ἀλλά Αὐτός ὁ Χριστός, γιατί στό πρόσωπό Του ἑνώθηκαν ἡ θεία μέ τήν ἀνθρώπινη φύση καί, κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπο, Αὐτός εἶναι καί ὁ νέος Μωϋσῆς καί τό ἀληθινό Πάσχα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θά πῆ ἐκφραστικά: «Ὦ Πάσχα τό μέγα καί ἱερόν καί παντός τοῦ κόσμου καθάρσιον». Αὐτός ὁ λόγος ἀναφέρεται στόν Χριστό, πού εἶναι ἡ κάθαρση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ λόγος αὐτός τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἐπηρέασε καί τόν ὑμνογράφο, ὁ ὁποῖος ἀναφωνεῖ: «Ὦ Πάσχα τό μέγα καί ἱερώτατον Χριστέ, ὦ σοφία καί Λόγε τοῦ Θεοῦ καί δύναμις».

Ἑπομένως, χωρίς τόν Χριστό ὑπάρχει νέκρωση. Νεκρός εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἔξω ἀπό τήν κοινωνία του μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης θά γράψη: «ὁ μή ὁρῶν καί ἀκούων καί αἰσθανόμενος πνευματικῶς, νεκρός ἐστιν».

Πέρα ἀπό τό νομικό Πάσχα καί τό Πάσχα τῆς θείας Χάριτος ὑπάρχει καί τό αἰώνιο Πάσχα, «τό τελεώτερον καί καθαρώτερον», ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὁ Χριστός στό τελευταῖο Πάσχα πού ἔκανε μέ τούς Μαθητές Του, τούς εἶπε: «Οὐ μή πίω ἀπ᾽ ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅταν αὐτό πίνω μεθ᾽ ὑμῶν καινόν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. κστ΄, 29). Ἐδῶ γίνεται λόγος γιά τό Πάσχα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀπό τώρα βιώνουμε τό Πάσχα τῆς θείας Χάριτος ὡς ἐν ἀρραβῶνι, τότε ὅμως ὡσάν σέ γάμο. Τότε ὁ Λόγος, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, θά εἶναι «ἀποκαλύπτων καί διδάσκων ἅ νῦν μετρίως παρέδειξε».

Ἄρα ὑπάρχει τό νομικό Πάσχα, τό τῆς θείας Χάριτος Πάσχα καί τό αἰώνιο Πάσχα. Ἐμεῖς ξεφύγαμε ἀπό τό νομικό, βιώνουμε τώρα, ἤ τοὐλάχιστον προσπαθοῦμε νά βιώσουμε, τό τῆς θείας Χάριτος Πάσχα, καί πορευόμαστε πρός τό αἰώνιο Πάσχα. Μακάριοι ὅσοι ἀπό τώρα βιώνουν τό Πάσχα τῆς θείας Χάριτος, ἀνασταίνονται ἀπό τά ἔργα τῆς ἁμαρτίας καί ζοῦν τήν ἀναστάσιμη ζωή.

2. Τά δῶρα τῆς Ἀναστάσεως

Ὁ Χριστός μετά τήν Ἀνάστασή Του παρουσιάσθηκε στούς Μαθητές Του καί τούς ἔδωσε δῶρα. Φυσικά, οἱ Μαθητές εἶδαν τόν Ἀναστάντα Χριστό, γιατί προηγουμένως εἶχαν καθαρθῆ ἀπό τά πάθη. Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ εἶναι καταδίκη γιά τούς μή καθαρθέντας καί θέωση γιά τούς καθαρθέντας. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Χριστός μετά τήν Ἀνάστασή Του ἀπό ἀγάπη καί φιλανθρωπία δέν ἐμφανίσθηκε στούς διῶκτες Του καί τούς σταυρωτές Του.

Κάθε συνάντηση συνδέεται μέ δῶρα. Ὅταν συναντιόμαστε μέ πρόσωπα πού ἀγαποῦμε, προσφέρουμε δῶρα. Αὐτό ἀκριβῶς ἔκανε καί ὁ Χριστός μέ τήν ἐμφάνισή Του στούς Μαθητές Του.

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Θεσσαλονίκης, ἑρμηνεύοντας τήν σχετική περικοπή τῆς Καινῆς Διαθήκης, λέγει ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του ἔδωσε τρία δῶρα.

Τό πρῶτο δῶρο εἶναι τό «ἀναστῆναι ὑπέρ ἡμῶν». Φυσικά, ὅταν μιλοῦμε γιά Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δέν ἐννοοῦμε ὅτι πέθανε ἡ θεότης, ἀφοῦ «ἡ θεότης ἀπαθής διέμεινε», ἀλλά ὅτι πάνω στόν Σταυρό πέθανε ἡ ἀνθρώπινη φύση, τήν ὁποία προσέλαβε ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἔτσι, ὁ Χριστός πέθανε καί ἀναστήθηκε ὑπέρ ἡμῶν. Αὐτό εἶναι μεγάλο δῶρο καί ἔχει μεγάλη σημασία γιά τήν πνευματική μας ζωή. Μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε ἕνα παράδειγμα ἀπό τήν ζωή μας. Ὅποιος βρῆ τό φάρμακο ἐναντίον μιᾶς ἀσθένειας γίνεται εὐεργέτης τῶν ἀνθρώπων, γιατί δίνει τήν δυνατότητα σέ κάθε ἄρρωστο πού πάσχει ἀπό αὐτήν τήν ἀσθένεια, νά λάβη τό φάρμακο καί νά θεραπευθῆ. Ἔσι, ὁ Χριστός ἀνέστησε μέ τήν θεότητά Του τήν ἀνθρώπινη φύση καί ἔδωσε τήν δυνατότητα σέ κάθε ἄνθρωπο νά ἀναστηθῆ καί ἐκεῖνος ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀλλά καί νά ἀναστηθοῦν τελικά τά σώματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Γιατί τό δῶρο τῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων τό λαμβάνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἀπομένει φυσικά ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς ἀπό τήν νεκρότητα τῆς ἁμαρτίας.

Τό δεύτερο δῶρο, κατά τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, πού ἔδωσε ὁ Χριστός στούς Μαθητές Του, εἶναι «τό ἐμφανισθῆναι καί τήν εἰρήνην δοῦναι». Μόλις εἰσῆλθε στό ὑπερῶο τούς ἀπηύθυνε τόν χαιρετισμό «εἰρήνη ὑμῖν». Αὐτός ὁ χαιρετισμός δέν ἦταν τυπικός, ἀλλά οὐσιαστικός. Κατ᾽ ἀρχάς ἐξεδίωξε τόν φόβο πού ὑπῆρχε στήν καρδιά τους. Ἔπειτα φανέρωσε μέ αὐτόν τόν τρόπο ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ πραγματική εἰρήνη τῶν ἀνθρώπων. Γιατί μέ τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση εἰρηνοποίησε τήν ἀνθρώπινη φύση μέ τόν Θεό, συμφιλίωσε τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό. Ἐπανέφερε τόν ἄνθρωπο στήν προηγούμενη κατάστασή του, στήν ἀμέσως μετά τήν δημιουργία του καί τόν ἀνέβασε ἀκόμη ψηλότερα, δηλαδή τόν ἔκανε μέλος τοῦ Σώματός Του. Γι᾿ αὐτό καί λέμε πώς ἡ εἰρήνη μέσα στόν Χριστιανισμό δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη κατάσταση, ἀλλά ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Καί φυσικά ἡ εἰρήνη εἶναι ἐνυπόστατη, ἐκφράσθηκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί στό ἔργο Του. Γι᾿ αὐτό ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί ζοῦμε αὐτήν τήν δωρεά τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Ἔτσι, οὔτε μᾶς βασανίζουν προσωπικά οἱ ἀναταραχές, ἀλλά οὔτε μᾶς ἱκανοποιοῦν καί χορταίνουν οἱ ἀνθρώπινες εἰρηνεύσεις. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν στενοχωρούμαστε ἀπό τήν ἀναστάτωση τῶν κοινωνιῶν καί τῶν ἐθνῶν, ἀλλά ὅτι ζοῦμε μιά ἐσωτερική κατάσταση εἰρήνης, βλέπουμε τήν ἀνάσταση τῆς φύσεώς μας καί ὑπερβαίνουμε ὅλες τίς ἀνθρώπινες καταστάσεις. Ἄλλωστε, καί ἡ ἀνθρώπινη εἰρήνη εἶναι μιά συμβατική κατάσταση, εἶναι τό ἱλαρό πρόσωπο τοῦ πολέμου, ἡ ἀνάπαυλα τοῦ πολέμου, καί ὁ πόλεμος εἶναι τό τραγικό προσωπεῖο τῆς εἰρήνης.

Τό τρίτο δῶρο τῆς Ἀναστάσεως, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, εἶναι τό «παρασχεῖν ὑμῖν τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Στούς Ἀποστόλους Του εἶπε: «Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον». Μέ αὐτήν τήν πράξη τούς προετοίμασε ὥστε νά λάβουν τήν μεγάλη δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί ἔτσι νά γίνουν μέλη τοῦ Σώματός Του. Τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού χορήγησε ὁ Χριστός ἀμέσως μετά τήν Ἀνάστασή Του, εἶναι ἡ Χάρη διά τῆς ὁποίας συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες. Ἔτσι καταλαβαίνουμε ὅτι στήν πραγματικότητα ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό καί μετάνοια καί συγχώρηση εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό, ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαρισθῆ καί φωτισθῆ.

Μέ ὅλη τήν ἐκκλησιαστική ζωή καλούμαστε νά βιώσουμε καί νά οἰκειοποιηθοῦμε αὐτά τά μεγάλα δῶρα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό μεγαλύτερο γεγονός μέσα στήν ἱστορία. Μέ ὅσα εἴπαμε προηγουμένως δέν κάναμε τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά παρουσιάσουμε μερικές μόνον πλευρές αὐτοῦ τοῦ μεγάλου καί ἀπορρήτου μυστηρίου. Καθ᾿ ὅλη τήν διάρκεια τῶν αἰώνων ὑπάρχουν μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι βιώνουν τήν δική τους ἀνάσταση. Αὐτοί εἶναι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δέν αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά ἀναπτύξουμε λογικές ἀποδείξεις περί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἔχουμε ὑπαρξιακές ἀποδείξεις. Καί αὐτές εἶναι ἡ παρουσία τῶν ἁγίων μας. Γνωρίσαμε ἀναστημένους ἀνθρώπους, πλησιάζουμε τά λείψανα τῶν ἁγίων μας, πάνω στά ὁποῖα βλέπουμε τά ἀναστημένα μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πλησιάζουμε ζωντανούς ὀργανισμούς τοῦ ἀναστημένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ἔχουμε τήν βεβαιότητα τῆς Ἀναστάσεως. Οἱ ἅγιοί μας εἶναι ἐκεῖνοι πού μᾶς καθοδηγοῦν πρός τήν βίωση τῆς προσωπικῆς μας ἀναστάσεως, τήν βίωση τοῦ Πάσχα τῆς θείας Χάριτος, ὥστε ὅλη μας ἡ ζωή νά γίνη Πάσχα, Λαμπρή.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.