Σημαντική εξέλιξη σημειώθηκε σε σχέση με τις €807.000 που βρέθηκαν στην Μονή Αββακούμ και παραδόθηκαν από τον μητροπολίτη Ησαΐα στην Αστυνομία.

Για πρώτη φορά δόθηκαν μέσω δικαστικών εγγράφων και ένορκης δήλωσης, εξηγήσεις από τους μοναχούς, για το τεράστιο αυτό ποσό που φυλασσόταν σε χρηματοκιβώτιο στη Μονή και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που διερευνούν ανακριτές της Αστυνομίας.

Το ανακριτικό κλιμάκιο του Οικονομικού Eγκλήματος της Αστυνομίας, που ενισχύθηκε με δυο ποινικούς ανακριτές, διερευνά μεταξύ άλλων και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, γι’ αυτό και προχώρησαν σε δέσμευσή του με δικαστικό διάταγμα.

Δεσμεύτηκαν επίσης με διατάγματα, οι τραπεζικοί λογαριασμοί των δυο αρχιμανδριτών της Μονής και ενός ακόμη μοναχού καθώς και η ακίνητή τους περιουσία.

Σήμερα, οι δικηγόροι των αρχιμανδριτών, Αντριάνα Κλαΐδη και Άθως Κανναουρίδης, καταχώρησαν αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζητούν ακύρωση των διαταγμάτων δέσμευσης τόσο του ποσού των €807.000, όσο και των τραπεζικών τους λογαριασμών και της ακίνητής τους περιουσίας.

Σύμφωνα με την αίτηση των τριών επηρεαζομένων μοναχών, είναι η θέση τους ότι δεν παρουσιάστηκαν τα πραγματικά στοιχεία και γεγονότα από την Αστυνομία για την εξασφάλιση των διαταγμάτων παγοποίησης των χρημάτων και ακινήτων και πως αν το δικαστήριο γνώριζε όλα τα γεγονότα, δεν θα εξέδιδε τα εν λόγω διατάγματα.

Οι τρεις μοναχοί αποκαλύπτουν για πρώτη φορά την πηγή προέλευσης των χρημάτων, πως αυτά προήλθαν από την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία ανήκε σε τρίτα πρόσωπα (κατονομάζονται) και πως τα διαχειριζόταν ο ηγούμενος Νεκτάριος για συγκεκριμένο σκοπό.

Ειδικότερα, τα χρήματα αυτά θα χρησιμοποιούνταν για την ανέγερση κτηρίου πολλαπλών χρήσεων στην περιοχή Λυθροδόντα, στο οποίο θα διέμενε ο ηγούμενος, άλλοι μοναχοί και κληρικοί, ενώ θα υπήρχε και εκπαιδευτικό κέντρο τόσο για θρησκευτικούς σκοπούς όσο και για χρήση από πάσχοντες (ανάπηρους κ.ά.).

Μάλιστα, τους ισχυρισμούς αυτούς τους ενισχύει ένορκη δήλωση που κατατέθηκε στο δικαστήριο από το πρόσωπο το οποίο φέρεται να ήταν ένας εκ των ιδιοκτητών της ακίνητης περιουσίας, η οποία πωλήθηκε και τα χρήματα δόθηκαν στον αρχιμανδρίτη Νεκτάριο. Ο ίδιος παρουσιάζει και αποδείξεις ότι πληρώθηκαν όλοι οι φόροι από την αγοραπωλησία της γης.

Σύμφωνα με την αίτηση, τα ακίνητα πωλήθηκαν έξι χρόνια πριν την ανέγερση της Μονής γι’ αυτό και δεν προήλθαν ούτε από εισφορές πιστών ούτε από άλλες πηγές.

Όπως επίσης αναφέρεται στην αίτηση που καταχωρήθηκε σήμερα στο Δικαστήριο, όλοι οι δικαιούχοι των ακινήτων που πωλήθηκαν και προχώρησαν στη δωρεά στη Μονή, είχαν αποστείλει επιστολή στον μητροπολίτη Ταμασού και Ορεινής Ησαΐα, στο μεσοδιάστημα 5-8 Μαρτίου, δηλαδή από την ημέρα που παραλήφθηκαν τα χρήματα από το μοναστήρι μέχρι και την καταγγελία του μητροπολίτη στην Αστυνομία, με την οποία τον ενημέρωναν για την προέλευση των χρημάτων.

Οι δικηγόροι των μοναχών διερωτώνται γιατί ενώ υπήρχαν από πολλούς ανεξάρτητους μάρτυρες, στοιχεία για την προέλευση των χρημάτων και πως πληρώθηκαν οι φόροι αφού είχε δηλωθεί η πώληση, αποκρύβησαν από τους ανακριτές, με σκοπό να δεσμευτούν τα χρήματα και οι λογαριασμοί των μοναχών.

Η ακρόαση της αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε με τη διαδικασία του κατ’ επείγοντος, ορίστηκε για τις 26 Απριλίου, οπόταν οι δυο πλευρές θα επιχειρηματολογήσουν κατά πόσο τα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 5/4/2024 θα παραμείνουν σε ισχύ ή θα τροποποιηθούν ή ακόμη και θα ακυρωθούν.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.